ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: «Όλα είναι σαν μια παράσταση…»

Κανονικό

«Τα θέματά μου είναι πολλά και ένα, το κύριο και μοναδικό: της ζωής μέσα στο θάνατο και το αντίθετο. Από κει η ερημιά και το χάος της ανθρώπινης επικοινωνίας, από κει η έντρομη στάση του ανθρώπου στο τελεσίδικα “δοσμένο” τέλος του κάθε γήινου και φθαρτού, από κει και ο συνειρμικός λόγος, η γραφή η ασθματική…»

Η Κωστούλα Μητροπούλου είναι αναμφίβολα μια από τις πλέον πολυγράφους συγγραφείς μας. Από το 1958 που εξέδωκε τη νουβέλα Η χώρα με τους ήλιους, μέχρι σήμερα έχει γράψει και εκδώσει 24 βιβλία: μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, χρονικά, θέατρο… Αφορμή και… βιβλίο αναφοράς η Μεγέθυνση που είναι μια συλλογή 18 διηγημάτων. Και, αμ’ έπος αμ’ έργον, ο λόγος στην Κωστούλα Μητροπούλου:

«Η Μεγέθυνση, όπως και όλα τα άλλα μου βιβλία, είναι η προβληματική θέση του σημερινού ανθρώπου απέναντι στα πελώρια θέματα της ζωής και η λεγόμενη «καινούργια γραφή», που τώρα, με τα νέα παιδιά, βρήκε τη δικαίωσή της, είναι ο τρόπος που εκφράζομαι και καταγράφω τα όσα με σημαδεύουν από παιδί του σχολείου. Πιο συγκεκριμένα,, η Μεγέθυνση είναι η ανατομία, θα έλεγα, της ερωτικής σχέσης μέσα στο σημερινό κόσμο της φθοράς και του χωρίς ανάταση επίπεδου των ανθρώπινων συναλλαγών, η αποστειρωμένη και αφυδατωμένη «αναπαράσταση» μιας ερωτικής πράξης, που δεν έχει πια την ελπίδα και το ιδανικό πρόσωπο του έρωτα για να σωθεί και να γίνει μια ανθρώπινη σχέση. Όλα είναι σαν σε μια παράσταση, όπου τα πρόσωπα «παίζουν» τους εαυτούς τους, χωρίς τη δυνατότητα μιας κάποιας εξέλιξης δραματικής, μάσκες και προσωπεία ενός έργου για νεαρούς εραστές που κάποτε νόμισαν πως αγαπήθηκαν παράφορα».

  • Στη μελέτη της Ρίτσας Φράγκου-Κικίλια «Η Κ. Μ. και το αντιμυθιστόρημα» εξετάζεται με εύστοχο τρόπο η σχέση της πεζογραφίας σου με το θέατρο και το σινεμά. Τι θα έλεγες γι’ αυτό;

Η πεζογραφία μου (μυθιστόρημα, διήγημα, νουβέλα) περιέχει αυτό που θα λέγαμε «σκηνικό χώρο» και «κινηματογραφικά πλάνα», μέσα σε μια διάχυτη «ποίηση», όπως φυσικά την εννοούμε σήμερα την ποίηση, αυτή την τόσο συγγενική με την πεζογραφία μου. Συχνά τα πρόσωπά μου έχουν μονόλογους θεατρικούς μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα, από αναγκαιότητα καθαρά εσωτερική, ποτέ για τη δημιουργία μιας φόρμας, ενός στιλ, μιας μανιέρας. Η μελέτη της Ρ. Φράγκου μου έδωσε κάποια «κλειδιά» που μ’ αυτά άνοιξα μέσα μου πόρτες κλειστές και είδα όπως θα έβλεπα ταινία σε μοντάζ και τα πλάνα άξαφνα να κόβονται και να συνδέονται αναπάντεχα με κάτι άλλο που είναι ο προβληματισμός ή πιο ουσιαστικά ο ψυχισμός του συγγραφέα. Έτσι, το θέατρο που λατρεύω (σσ. έχει παιγμένα και άπαιχτα έργα δώδεκα) και το σινεμά που ακόμα το φοβάμαι στην Ελλάδα, μπήκαν και χώρεσαν άνετα στα γραφτά μου, σαν ένα είδος κολάζ από αφίσες που κομματιάστηκαν από πριν για να ανασυντεθούν κάποιες έννοιες και εικόνες και χαμένα τελεσίδικα πρότυπα.

  • Οι αναφορές σε πρότυπα «καταργημένα», όπως χαρακτηριστικά τα αναφέρεις, είναι μέρος της θεματογραφίας σου και μέχρι που είναι όρος βιωματικός;

Τα καταργημένα πρότυπα είναι αυτή η ίδια η υφή της πραγματικότητας των προσώπων που κυριαρχούνται από άγρια και αβυσσαλέα πάθη. Η κατάργηση, για μένα, αρχίζει από την ίδια στιγμή που γίνεται κάτι ωραίο, μεγάλο, ιδανικό. Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη γένεση και στην κατάργηση. Είναι ταυτόσημα και αλληλοεξαρτημένα αυτά τα δυο, π.χ. Πάθος-Δολοφονία, Επιθυμία-Κενό, Έρωτας-Άδειο, Ζωή-Θάνατος. Η θεματογραφία μου περιέχει αυτή την άβυσσο των κλιμακώσεων από το ΝΑΙ στο ΤΙΠΟΤΑ και είναι, σε μεγάλο μέρος, βιωματική.

  • Τα γραφτά σου είναι πάντα γύρω από μερικά χαρακτηριστικά θέματα, όπως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, η έλλειψη επικοινωνίας, το άδειο του κόσμου, ο θάνατος, ο φόβος του τέλους, το καταργημένο πάθος. Είναι τυχαία αυτή η επιστροφή σε μια θεματογραφία που σε προσδιορίζει σαν άτομο με υπαρξιακό πρόβλημα σύγχρονο και ώς πού;

Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όλα τα θέματά μου, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους συγγραφείς, είναι αυτά τα συγκεκριμένα και κάποια άλλα που περιέχονται μέσα σ’ αυτά τα κύρια και μεγάλα. Κάθε συγγραφέας έχει ένα, δυο, τρία το πολύ κύρια θέματα και γύρω απ’ αυτά περιστρέφεται η βιοθεωρία, η θεματογραφία, το υπαρξιακό του πρόβλημα. Τα θέματά μου είναι πολλά και ένα, το κύριο και μοναδικό: της Ζωής μέσα στο Θάνατο και το αντίθετο. Από κει η Ερημιά και το Χάος της ανθρώπινης επικοινωνίας, από κει η έντρομη στάση του ανθρώπου μπροστά στο τελεσίδικα «δοσμένο» τέλος του κάθε γήινου και φθαρτού, από κει και ο συνειρμικός λόγος, η γραφή η ασθματική και σπαρακτικά «γεμάτη» που ποτέ δεν γράφονται, ελλειπτική και υπαινικτική, μια «γραφή-ταυτότητα» του μεγάλου πάθους και της από τα πριν προγεγραμμένης πορείας του, σ’ ένα ΤΕΛΟΣ προκαθορισμένο και καθόλου τυχαίο…

Πρέπει να σημειωθεί ότι με τη Μεγέθυνση, λίγο πριν ή λίγο μετά, κυκλοφόρησαν αρκετά βιβλία της Κωστούλας Μητροπούλου, που είναι επανεκδόσεις εξαντλημένων τίτλων, αναθεωρημένων ή και όχι. Πρόκειται για το βιβλίο Ο Βυθός και η Δολοφονία, μια αναθεωρημένη γραφή της «Προδοσίας-Μύθου», ένα δίπτυχο που ανακυκλίζει την προαιώνια ενοχή του Ανθρώπου μέσα από πανάρχαια σύμβολα και μύθους που κατασκευάστηκαν για να σωθούμε προσωρινά και μάταια. Είναι ακόμα ο Πάγκος, μια σειρά σκόρπια κείμενα της δικτατορίας με κύριο άξονα τον πόλεμο, την παράλογη λογική του, την απαγορευμένη στο στρατό αυτοκτονία και την ανακατάταξη αξιών που καταργήθηκαν σε εποχές δύσκολες και αρνητικές. Είναι, τέλος, η Λεωφόρος χωρίς ορίζοντα, το πρώτο εφηβικό της μυθιστόρημα, που κυκλοφορεί με την ίδια γραφή του 1961 «σαν μια μοναδική και ανεπανάληπτη στιγμή της ζωής» της. Και κάτι ακόμα: ένα θεατρικό έργο, Οι περιθωριακοί, που παίχτηκε στη Νέα Υόρκη, άπαιχτο στην Ελλάδα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θεωρία».

  • Τι ρόλο έπαιξαν στην πορεία σου αυτή, που είναι και φορτωμένη και δύσκολη τα προβλήματα του κοινωνικού περίγυρου και οι βιωματικές αφετηρίες;

Ο κοινωνικός περίγυρος πάντα μου καθόριζε τις αντιδράσεις και τον τρόπο που ζούσα μέσα στο χώρο αυτό, που πολύ με ταλαιπώρησε στη ζωή μου και που μου έδωσε κάποιες χαρές εντελώς τυχαία, μόνο και μόνο επειδή τα βιώματά μου και αυτό που λέμε «προσωπική επαφή με τα πράγματα», ήτανε πάντα μια συγκινησιακή λειτουργία που μου έδινε αφετηρίες για να γράφω και έτσι έχανα τη ζωή. Αυτός ο φαύλος κύκλος, γράψιμο και πάλι τα ίδια, ήταν η ταυτότητά μου μέσα στον κοινωνικό χώρο, που σχεδόν πάντα τον έβλεπα πίσω από ένα γυαλί, αρκετά απομονωμένη και μοναχική από πεποίθηση και ανάγκη να βρεθώ με τον εαυτό μου.

  • Κάνε μας ένα μικρό «σχεδιάγραμμα» της τωρινής σου θέσης και του προβληματισμού σου, που θεωρείται νεωτερικός και σημερινός, θα έλεγα «αυριανός» με την έννοια του προχωρημένου μπροστά από την εποχή του…

Το θέατρο, τούτη τη χρονιά που πέρασε, μου έδωσε και μου πήρε πολλά, με την έννοια ότι του χρωστάω δυο καινούργια θεατρικά έργα που ολοκληρώθηκαν τώρα στην τελική τους μορφή, την Τελευταία παράσταση και τους Αγαπημένους, έργα ιδιόμορφου προβληματισμού, με προεκτάσεις πολύ πιο πέρα από το κοινό και καθιερωμένο σχήμα «δράμα» ή «παράλογο θέατρο» ή «ψυχολογικό» ή ακόμα ένα είδος που πολύ αγαπώ και που το λέω «το θέατρο των δυο παράλληλων μονολόγων» και είναι αυτή όλη κι όλη η επικοινωνία που καταφέρνουν οι άνθρωποί μου σ’ αυτά τα έργα. Το βιβλίο δεν είναι ακριβώς ένα μυθιστόρημα, όπως ποτέ σε μένα δεν ήταν, ωστόσο έχει πρόσωπα, στοιχεία κάποιου χώρου, μνήμες συγκρούσεις, χωρίς να είναι δοσμένη από πριν η πορεία των προσώπων του βιβλίου μέσα στο χώρο που τον φτιάχνει ή μάλλον τον εφευρίσκει, στιγμή με στιγμή, ο Συγγραφέας, πρόσωπο καθαρά θεατρικό, με την έννοια της φόρμας. Ο τίτλος του, προσωρινά, γιατί πιστεύω ότι θ’ αλλάξει, είναι «Των αχράντων παθών» και ο διαχωρισμός του σε κεφάλαια, σα να πρόκειται για αυτόνομα ανεξάρτητα κομμάτια από κάποιο μοναδικό βιβλίο κάθε φορά, είναι ένας τρόπος καταγραφής που με κέρδισε από το μυθιστόρημά μου «Αυτό το θέατρο ήταν εκείνος», όπου το κάθε κεφάλαιο είναι, θα έλεγα, μια ταινία μικρού μήκους ή ένα μονόπρακτο μέσα σε σκηνικό που αλλάζει με λέξεις και για τις λέξεις. Αρχή και τέλος στο βιβλίο αυτό, το πάθος που πια δεν είναι, ούτε σαν μνήμη, ούτε ποτέ, ούτε κάποτε, ένα πάθος ψυχρής δολοφονικής πράξης που γράφεις ΤΕΛΟΣ…

Η Κωστούλα Μητροπούλου γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1933. Εξέδοσε, όσο ζούσε, 46 τίτλους συνολικά. 21 μυθιστορήματα, 12 συλλογές με διηγήματα, 3 νουβέλες, ένα χρονικό, 8 θεατρικά έργα και μια επιλογή από άρθρα της δημοσιευμένα στην εφημερίδα «Έθνος», όπου συνεργαζόταν δώδεκα χρόνια με στήλη δική της. Της απονεμήθηκε το Βραβείο Πεζογραφίας των Δώδεκα στα 1963 για το «Πρόσωπα και φιγούρες», το Βραβείο Καλύτερου Έργου και Παράστασης για το «Τέσσερις ερημιές» το 1977, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη «Μεγέθυνση» στα 1984 και το Βραβείο European Script Fund για το σενάριό της «Το παλαιοπωλείο στην Τσιμισκή» στα 1989. Σπούδασε Νομικά και παντρεύτηκε τον Μανόλη Παπουτσάκη. Ο διεθνισμός στα κείμενά της και στη ζωή της, την έφερε κοντά στα νέα «ρεύματα» της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής όπου μεταφράστηκε ως πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας. Έργα της που μεταφράστηκαν είναι: «Το χρονικό των 3 ημερών» (Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία), «Περιθωριακή ζωή» (Γερμανία, Ολλανδία), «Μουσική για μια αναχώρηση» (Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία), «Νταλίκα» (Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο), «Έξι ρόλοι για σολίστες» (Γαλλία, Ιταλία, Βενεζουέλα), «Ο Τελεταίος μου ρόλος», «Η πρόβα», «Το τέλος» (Λατινική Αμερική, Ν. Υόρκη), «Η τελευταία παράσταση» (Αυστραλία), «Το μυθιστόρημα της νύχτας», «Όσκαρ», «Τεμαχισμένη επιθυμία» (Κολωνία), «Με τον νόμο», «Τεμαχισμένη επιθυμία, ένας ρόλος για κλόουν» (Μόναχο), «Το Ρίσκο» (Γαλλία, Ελβετία), «Η φωτογραφία του σταθμού είσαι εσύ» (Ιταλία), «Να φτύνεις αίμα, να λες έφαγα βύσσινο» (Ιταλία). Γνωστοί συνθέτες όπως οι: Μάνος Λοΐζος, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Νίκος Δανίκας, Χρήστος Νικολόπουλος κ.ά. έχουν μελοποιήσει στίχους της που θα βγουν σε δίγλωσσο τόμο στην Ιταλία. Στη δικτατορία υπέγραψε το Μανιφέστο των 18 Συγγραφέων και «σώπασε» μαζί με άλλους. Διδάσκεται στα ελληνικά Πανεπιστήμια, στην Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Μεξικό και Σικελία. Κυκλοφορούν μελέτες για τα βιβλία της και το θέατρό της. Πέθανε σε ηλικία 71 ετών στις 31 Γενάρη του 2004.

[Εξόρμηση, 16 Μαΐου 1984]