http://www.culturenow.gr/photos/logotexnia/thumbnails/markopoulos-out.jpg

Για την εξεύρεση λύσεων στα άπειρα καθημερινά προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία μας, επιφορτισμένοι είναι οι πολιτικοί. Κι όχι οι ποιητές, που ίσως μας παρέχουν όχι λύσεις-υποκατάστατα: μύθος, διαφυγές, ελπίδες. Σε μια κοινωνία της ανέχειας, αλλά και της σπατάλης, της σκληρότητας και της αμφισβήτησης, των καθημερινών μικρών και μεγάλων δραμάτων, κάπου πιστεύουμε ότι έχει το λόγο και η ποίηση.

Μέσα στο γενικό πανζουρλισμό, ο ποιητής με τους στίχους δημιουργεί την απαραίτητη σιωπή για να μπορέσει ο άνθρωπος να σταθεί καλύτερα στα πόδια του και να συλλογιστεί αλλά και να ξεπεράσει τη μοναξιά του. Και στο κάτω της γραφής, ο άνθρωπος είναι ένα ποτάμι που τρέχει ασταμάτητα και δεν εξαντλείται, που θέλει καθαρό αέρα και καθαρό νερό, άγρια φύση, δάση και ελεύθερη προσπέλαση.

Μη σκεπάζεις το ποτάμι, μας λέει ο σχεδόν ψιθυριστά ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος κι αυτό το στίχο του κάνει τίτλο στη νέα ποιητική συλλογή του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος».

Από την Έβδομη συμφωνία, που εκδόθηκε το 1968, μέχρι σήμερα η δραστηριότητά του στο χώρο της ποίησης απέδωσε τις συλλογές: Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Η θλίψις του προαστίου, Οι πυροτεχνουργοί, Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, δυο συγκεντρωτικές με τίτλο Ποιήματα 1968-1976 και Ποιήματα 1968-1987. Μεταξύ 1991 και 1994 κυκλοφόρησε δυο τόμους με κείμενά του για το έργο των ποιητών Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκη, Λειβαδίτη, Δούκαρη, Κατσαρού, Κωσταβάρα, Πατρίκιου, καθώς και ποιητών της γενιάς του «70». Αλλά το 1996 ο Γιώργος Μαρκόπουλος θα τιμηθεί για το σύνολο της ποίησής του με το «Βραβείο Καβάφη» στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Τι να συζητήσουμε εμείς οι καθημερινοί και πεζοί άνθρωποι που ψάχνουμε τρόπους να συμμαζέψουμε τ’ ακρωτηριασμένα μέλη μας, μ’ έναν ποιητή; Ο ποιητής απλώς θέλει την ποίησή του να μιλά μονάχη της δίχως τα παράσιτα εξωγενών θορύβων. Μονάχα απλές εξηγήσεις κάνει. Όπως, λόγου χάρη, ότι «η έκταση του ποιήματος δεν προκαθορίζεται». Αν θα είναι ολιγόστιχο ή μακροσκελές, κανείς δεν το ξέρει – ούτε κι ο ίδιος.

«Αυτά τα πράγματα τα κατευθύνουν άλλοι κανόνες, μαγικοί και κρυφοί που είναι από τη φύση τους ταγμένοι να μας προφυλάσσουν και να κρατούν σοφά τις ισορροπίες. Πλην, όμως, δεν σας κρύβω πως θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό – και για μένα αποτελεί κι ένα από τα κριτήριά μου – το αν ο ποιητής έχει ασκηθεί επιτυχώς στο μακροσκελές ποίημα. Εκεί φαίνεται η ψυχική, η πνευματική αντοχή και ακμή του, η συγκρότηση του χαρακτήρα του, η εργατικότητά του, αλλά και το πόσο καλός και φιλόπονος τεχνίτης είναι. Διότι άλλο είναι να οργανώσεις και να ομογενοποιήσεις ένα τέτοιο υλικό σαν αυτό του μακροσκελούς ποιήματος και άλλο να μαζέψεις δέκα τρίστιχα, ακόμη και αν αυτά είναι υπέροχα, και να θεωρήσεις ότι τελείωσες…».

Ωστόσο, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, εκτός από το μακροσκελές ποίημα, δείχνει προτίμηση και σε κάποιους «επικούς» τόνους που διακρίνονται στους στίχους του. «Κατά το ήμισυ – μας λέει – στην ποίησή μου είμαι χαμηλών τόνων και κατά το άλλο ήμισυ αρέσκομαι πράγματι σε κάτι το «ρωμαλέο», το οποίο ξεκινάει από τη συλλογή Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου και εξακολουθεί να υπάρχει έντονο και ευδιάκριτο μέχρι και σήμερα». Τους τόνους αυτούς, εξάλλου, τους υπαγόρευαν τότε «το αγέρωχον της νεότητας»», ενώ τώρα τους υπαγορεύει τόσο η προσπάθεια να συμπληρώσει την «έλλειψη» που μαστίζει τον «καθημαγμένο πια εαυτό» του – όπως διατείνεται – από την ανέλπιστη και βάρβαρη ήττα που υπέστη κατά τη μάχη του με τη φριχτή καθημερινότητα, όσο και η επιθυμία να σηκώσει «για λίγο και πάλι τα κομμένα φτερά» του. Έστω κι αν αυτό κρατάει τόσο λίγο, όσο κρατάει ενδεχομένως και η έμπνευση ενός ποιήματος.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος από την αρχή της πορείας του στη λογοτεχνία δείχνει να ερωτοτροπεί με τον πεζό λόγο. «Η πεζογραφία ήταν και παραμένει μόνιμη και πολύ μεγάλη αγάπη. Κι ακόμη και τώρα επιχειρώ με κάθε τρόπο να την πλησιάσω, βλέπω όμως τις δυσκολίες, υποχωρώ κι έτσι παραμένω σαν ένα παιδάκι που βάζει το πόδι του στην όχθη του ποταμού, καταλαβαίνει πως είναι βαθιά, τρομάζει και το ξαναπαίρνει πίσω…».

[Αθηναϊκή, 5/1/1999]

//book.culture.gr/76/00/112/2.jpg” δεν μπορεί να προβληθεί επειδή περι�χει σφάλματα.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στη Μεσσήνη και ανήκει σε κείνη τη γενιά που επεκράτησε να την αποκαλούμε πλέον «γενιά του εβδομήντα». Στα γράμματά μας εμφανίστηκε το 1968, με τη συλλογή Έβδομη συμφωνία, για να συνεχίσει το 1973 με την επόμενη Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, ενώ το 1976 παρουσίασε την τρίτη κατά σειρά Η θλίψις του προαστίου. Η ουσιαστική όμως στροφή του Γιώργου Μαρκόπουλου έμελλε να συντελεστεί το 1979, με την έκδοση της συλλογής του Οι πυροτεχνουργοί, για την οποία χαρακτηριστικά ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης έγραφε τότε στην «Αυγή»:

«Στους Πυροτεχνουργούς έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση γεμάτη υπόγειες διαβάσεις χωρίς τεχνάσματα και εύκολες λύσεις. Ζούμε τον “μικρόκοσμο” της ύπαρξης που περιέχει, όπως είναι γνωστό, σε μικρογραφία όλα τα μεγάλα και τερατώδη του μακρόκοσμου. Η θλίψη για την ανεπανόρθωτη πτώση του ανθρώπου, υλική και ηθική και η διάψευση των ονείρων που κάνουμε όλοι μας είναι τα κυριότερα “στίγματα” του βιβλίου. Ο Μαρκόπουλος πότε μ’ ένα στιγμιαίο συγκεκριμένο γεγονός και πότε με το ακαθόριστο μιας άλλης, εσωτερικής ζωής, προσπαθεί να δει σ’ όλο τους το βάθος πρόσωπα και πράγματα και ν’ αναβιώσει τα “νεκρά” σημεία αυτού του κόσμου. Όμως, πέρα από τ’ ατομικά βιώματα, συγκλονιστικά καμιά φορά, όπως το ποίημα “Οι κάμαρες εργένηδων”, ορθώνονται οι καιροί που καμιά ευαίσθητη ψυχή, και μάλιστα νέα, δεν μπορεί να μην ακούσει τη φωνή τους ή τη σιωπή τους:

“Ποιος είναι που είπε ότι ο πόλεμος τελείωσε / Ο πόλεμος συνεχίζεται ακόμα και σήμερα…”».

Και μιας και η συλλογή αυτή, όπως είπαμε και πιο πάνω, παίζει κάποιο ρόλο καθοριστικό σε ολόκληρη τη μέχρι τώρα πορεία του ποιητή, σκόπιμο θα ήταν να ακούσουμε και τη γνώμη, γ’ αυτήν, δυο ακόμη ανθρώπων της κριτικής, του Αλέξη Ζήρα, κυριότερου αναμφισβήτητα κριτικού της γενιάς του Μαρκόπουλου, αλλά και ενός παλαιότερου, και αποδεδειγμένα έμπειρου, του Ανδρέα Καραντώνη. Γράφει, λοιπόν, ο Αλέξης Ζήρας[1]:

«Όλα αυτά μας εισάγουν σ’ ένα σύμπαν που θα το έλεγα σχεδόν παζολινικό, αν δεν ήταν τόσο εξαρτημένο από τη συγκινημένη διάθεση του ίδιου του ποιητή. Όχι βέβαια ότι η διάθεση αυτή ορίζει αποκλειστικά τη σχέση του Γ. Μαρκόπουλου – μια σχέση πάσχοντος – με τον κόσμο του, γιατί τότε θα είχαμε μια ποίηση ευθύγραμμη στην υφολογική της σύσταση. Ορίζει όμως σε σημαντικό βαθμό το λόγο για τον οποίο μας γοητεύει, και ο λόγος αυτός είναι απλούστατα η μετάθεση του βιώματος, η αποστασιοποίησή του από το ποιητικό εγώ, έτσι ώστε η ανυπόφορη πραγματικότητα (ο ερωτικός πόνος, το διαψευσμένο όραμα, η ασφυξία του επαρχιακού χώρου) να μας δείχνει με μια ήρεμη, στοχαστική και οπωσδήποτε ειρωνική ματιά. Παράδειγμα, το πολύ καλό ποίημα “Η Μπάντα”».

Και ο Ανδρέας Καραντώνης[2]:

«Οι Πυροτεχνουργοί έχουν εκείνη την αιθέρια και πικρή ομορφιά των παλαιών φυματικών υπάρξεων που άξαφνα ανακαλύπτουμε πως ζουν μέσα μας και γύρω μας και πως δεν θα πεθάνουν ποτέ. Γιατί η ζωή δεν αναπαράγεται μόνο με τη δύναμη και το σπέρμα του Δία, αλλά και με την αδυναμία κάποιων υπάρξεων, που όσο πιο αδύναμες δείχνουν πως είναι, τόσο πιο εύκολα εισχωρούν στους κλειστούς και απόμερους χώρους των ψυχών. Η χαμηλόφωνη ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, με την ανεπτυγμένη αισθαντικότητά της, αποτελεί μια χτυπητή αντίθεση στον σύγχρονο ποιητικό γυμνισμό. Ζει βέβαια στην εποχή μας ο Μαρκόπουλος αλλά η ουσία του είναι πλασμένη από τη θλίψη και την ομορφιά των παλαιών. Καθώς και η ποιητική του: “Πώς να κάνω και πάλι ένα ποίημα για σένα – Θέλει λέξεις ξεχασμένες…”. Και τι μυστικιστικά αποκαλυπτική η εμφάνιση του Κυρίου ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο τής σεμνά σιωπηλής φθοράς. “Και ο Χριστός με σβησμένη τη φωνή – που αποσιωπά την προηγούμενη φράση”. Και πόσους βροντόφωνους “κοινωνικούς ποιητές” δεν σπρώχνει στη μπάντα – αν δεν τους καταργεί κιόλας – τούτη η παρομοίωση, που αν και παρομοίωση, είναι τόσο δεμένη σαν ουσία και μορφή: “Τα βιβλιάρια του ΙΚΑ – είναι οι καλύτεροι πίνακες ζωγραφικής – και τα διαβατήρια εφηβικά οράματα που παρέμειναν οράματα”. Μόνο αυτό το “παρέμειναν” χαλάει λίγο την υπόθεση. Και κάνουμε αυτή την κάπως σχολαστική γλωσσική παρατήρηση, μόνο και μόνο γιατί οι “Πυροτεχνουργοί”, στο σύνολό τους, είναι ένα υπόδειγμα γλωσσικής ομοιομορφίας και φυσικότητας, χωρίς προσφυγές στη λογιοσύνη…».

Το 1987, και ύστερα από μια κάποια ομολογουμένως μακρά απουσία από τα εκδοτικά μας πράγματα, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, κυκλοφόρησε την Πέμπτη κατά σειρά συλλογή του Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, στην οποία, όπως γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου[3]:

«Η παλαιότερη λαϊκή τοπιογραφία (αδρή περιγραφή του χώρου των συνοικιών, εκτεταμένη ονοματοθεσία, ανακίνηση γενικότερα του εμπράγματου υλικού της ζωής), μοιάζει να υποχωρεί εδώ προς όφελος ενός περισσότερο ευκίνητου ιστού, ο οποίος συγκρατεί σε λειτουργική ισορροπία τα κοινωνικά (συλλογικά) με τα υπαρξιακά (ατομικά) στοιχεία. Βέβαια, το ήθος του βίου δεν αλλάζει. Αντίθετα, φωτίζεται καλύτερα με ένα είδος αναγωγής στο σύνολο των χαρακτηριστικών του.

»Σίγουρα, ο Γιώργος Μαρκόπουλος φέρει εις πέρας μια διπλή επιτυχία: ανανεώνει με επάρκεια και ευρηματικότητα τα μέσα του και, ταυτοχρόνως, μετατοπίζει ελαφρά το θεματογραφικό του πεδίο. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ξεπερνά τους πιθανούς κινδύνους. Αποφεύγει τους τριγμούς που μπορεί να προκαλέσει η αλλαγή και την ίδια ώρα, καταφέρνει να δημιουργήσει καινούργια και ουσιαστικά ερεθίσματα στον αναγνώστη…».

Αλλά και ο Ευγένιος Αρανίτσης, από τη δική του οπτική γωνία βλέποντας, γράφει για την ίδια συλλογή[4]:

«Υπάρχει εδώ μια πολύ έντονη νοσταλγία, το τρεμουλιαστό φως ενός παρελθόντος, που οι λέξεις μετά βίας το αγγίζουν, σαν αντίλαλο. Τα πεζά κομμάτια έχουν μια γλυκύτητα σχεδόν βιβλική. Είναι εξαιρετικά απλά, αλλά πάντοτε πολύ εύθραυστα, πολύ ομιχλώδη, σαν περιλήψεις ονείρων. Υπάρχει πράγματι σ’ αυτά τα κομμάτια μια τεχνική ονείρου, ένα πήδημα, απ’ την μια εποχή στην άλλη, απ’ τον ένα τόπο στον άλλο, σαν τα “εσωτερικά” ταξίδια του Εγγονόπουλου στην Αλβανία μ’ ένα κλείσιμο των ματιών. Η ποίηση είναι η στιγμή που ο κόσμος χλωμιάζει.

»Η Ιστορία του ξένου είναι, ακόμη, μια μικρή ανθολογία από κομμάτια ημερολογίου, σημειώσεις, παραβολές, αφηγήσεις που θυμίζουν παραμύθια. Είναι μια τέχνη για το δυνάμωμα της αναπόλησης. Η παιδική ηλικία, η εφηβεία επίσης, είναι κόσμοι που έχασαν το κέντρο τους. Ταλαντεύονται ανεπαίσθητα ανάμεσα σε βεβαιότητες κι αμφιβολίες – όλ’ αυτά πολύ σμικρυμένα και μακρινά, σα να κοιτάζουμε ορισμένα τοπία απ’ την ανάποδη ενός τηλεσκοπίου.

«Η καρδιά του βιβλίου, το “Τρίτο κείμενο”, είναι μια σύνοψη της ζωής του Μαρκόπουλου και πιθανόν του καθένα. Αυτό το ποίημα είναι μια δίνη από λέξεις, ένα cut-up. Με το σπάσιμο της σύνταξης εμφανίζεται μια καινούργια φωνή, ο πραγματικός ήχος του ποιήματος που ζει κρυμμένος πίσω από το φράγμα της σύνταξης. Με ανάλογες τεχνικές ο Μπέκετ είχε βρει ένα τρόπο να κοιτάζει μέσα του. Είναι σα ν’ αφήνεις το κείμενο να μιλάει μόνο του, για λογαριασμό σου…».

Πάντως, εμείς προσωπικά, νομίζουμε ότι ο κύριος άξονας γύρω από τον οποίο κινείται ολόκληρη η συλλογή, βρίσκεται εκεί ακριβώς που και ο Τάκης Καρβέλης τον εντοπίζει, γράφοντας σχετικά[5]:

«Όπου ενεδρεύει ο ρητορικός λόγος και επιπολάζουν τα σκηνοθετικά τεχνάσματα, η προσπάθεια αποδυναμώνεται. Όπου όμως, όπως κυρίως στα μικρά ποιήματα, η γραφή ξαναποκτά τη γνώριμη λιτότητα και πυκνότητα, τότε νιώθουμε σε όλη της την ένταση την πικρή ειρωνεία, που υποκρύπτει ο τίτλος του ποιήματος και την τραγική διάσταση της σύγχρονης ερωτικής αποξένωσης. Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυυτού του κενού, στο οποίο μας οδηγεί η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου, στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της, το ακροτελεύτιο δίστιχο: «Γιατί κάθε γυναίκα, την πρώτη νύχτα του γάμου της, / ξυπνά πάντα χήρα του άντρα που ονειρεύτηκε…».

Μπορείτε να μας πείτε τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να προβείτε τόσο γρήγορα, μιας και κάτι τέτοιο το κάνει κανείς συνήθως προς το τέλος της ζωής του, στη συγκεντρωτική, τρόπον τινά, έκδοση των ποιημάτων σας;

Πραγματικά χαίρομαι για την ερώτηση, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να διευκρινίσω ότι εγώ δεν προέβην σε καμιά «συγκεντρωτική», αλλά απλώς, με την παράλληλη ενθάρρυνση των συντελεστών της έκδοσης, μου δόθηκε η ευκαιρία να συστεγάσω τα εγκατεσπαρμένα (αλλά και μερικά εξαντλημένα) κομματάκια της ψυχής μου, κάτω από τη σκέπη ενός και μόνον βιβλίου. Και κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο: μου εδόθη η ευκαιρία να “συμμαζέψω” λίγο τον φλύαρο λόγο ενός πάλαι ποτέ λαλίστατου εφήβου, και να τον οδηγήσω περισσότερο στα τοπία εκείνα που μου υπέδειξε ο χρόνος, οι εμπειρίες και τα διαβάσματά μου. Πιστέψτε με, και αυτό ας μην εκληφθεί ως ρητορισμός προς εντυπωσιασμό, από ένα σημείο και μετά, έχω τη βεβαιότητα (μιας και αναφέρατε παραπάνω τη φράση “συγκεντρωτική έκδοση”), ότι δεν κάνω τίποτε άλλο μέσα στη ζωή, από το να βελτιώνω διαρκώς αλλά και να συμπληρώνω όλο και με καινούργια ποιήματα, όποτε αυτά έρχονται, μια και μόνη συλλογή, που η οδύνη της ούτε μια στιγμή καν, δεν με αφήνει να ησυχάσω.

  • Και η επιλογή με ποια κριτήρια έγινε;

Η απάντηση είναι δύσκολη. Το να αποκεφαλίζεις δικά σου δημιουργήματα, είναι κάτι που απαιτεί οπωσδήποτε μια τρομερή αυτογνωσία, την οποία όμως, ποιος είναι άραγε εκείνος που την διαθέτει; Ας είναι. Προσωπικά πιστεύω ότι κράτησα όσα ποιήματα είχαν κάτι να πουν, ή έδιναν το στίγμα της εποχής που γράφτηκαν, άσχετα από το ότι ενδεχομένως δεν με αντιπροσωπεύουν σήμερα, και απομάκρυνα κάποια άλλα που, είτε η επανάληψη είτε η αδεξιότητα με την οποία χειρίστηκα στη συγκεκριμένη περίοδο το γλωσσικό μου όργανο, δεν είχε σήμερα να προτείνει κάτι το ουσιαστικό.

  • Μιας και αναφέρατε πιο πάνω τη φράση «Κράτησα όσα ποιήματα είχαν κάτι να πουν ή έδιναν το στίγμα της εποχής που γράφτηκαν», θέλετε να μας μιλήσετε, εν τάχει, για καθεμιά από τις συλλογές σας χωριστά;

Παρακάμπτοντας μάλιστα την πρώιμη Έβδομη συμφωνία και περνώντας στην επόμενη, Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, επιθυμώ να επισημάνω ότι αυτή δεν αποτελούσε τίποτε άλλο πέρα από τις γοητευτικά, θέλω να πιστεύω, σπαρακτικές κραυγές μιας ανήσυχης ψυχής, που εκαλείτο να βιώσει κάτω από μια στυγνή δικτατορία μάλιστα, αυτή των συνταγματαρχών, την καθολική απογοήτευση, την προερχόμενη από την έκπτωση όλων των ηθικών, αισθητικών, πνευματικών αξιών, από τη διάψευση των ελπίδων αλλά και την (ήδη διαφαινόμενη) αποτυχία όλων των πολιτικών συστημάτων που βασίζονται κυριολεκτικά στην ανθρώπινη εκμετάλλευση, στο ψέμα και στην υποκρισία. Πρωτοπόροι του είδους, οι οποίοι, περιττό να υπενθυμίσω ότι με επηρέασαν τότε, και εμένα και πάρα πολλούς άλλους ομηλίκους μου, οι ποιητές της αμερικανικής beat, με προεξάρχοντας βέβαια τον Φερλινγκέτι, τον Κέρουακ, τον Κόρσο και τον Γκίνσμπεργκ. Η «Θλίψις του προαστίου», δεν ήταν τίποτα άλλο, θα έλεγα, παρά το απεγνωσμένο «ακροβατικό νούμερο» ενός εγκλωβισμένου πλέον παιδιού στο φριχτό περιθώριο της τότε αθηναϊκής κοινωνίας, με όλα τα συνεπακόλουθα: την έλλειψη έξαρσης και ονείρου δηλαδή, έτσι όπως οι προκαταλήψεις, η μιζέρια και οι νευρώσεις ενός κόσμου απελπιστικά παραιτημένου, τα καθόριζαν. Η επιδίωξη προβολής του λυρισμού αυτού του τοπίου που διαφαίνεται σε ολόκληρη τη συλλογή, να ήτανε άραγε μια προσπάθεια ανακάλυψης του φωτός μέσα στο σκοτάδι, ή άραγε η διόγκωση ενός υπερτροφικού εγώ, που με αυτό τον τρόπο, πανικόβλητο αμυνόταν; Δεν ξέρω. Όσο για τους «Πυροτεχνουργούς», θέλω να τονίσω ότι είναι η πιο αγαπημένη μου μέχρι τώρα συλλογή, η πιο άρτια, η πιο πλούσια και η πιο όμορφη, και μέσα μου εξακολουθεί να επαναφέρει κάθε φορά που τη θυμάμαι, την ολοκάθαρη εκείνη λάμψη που κουβαλάει η ψυχή του νέου ανθρώπου, ακόμη κι όταν είναι περικυκλωμένος από τα σύννεφα της μοναξιάς αλλά και της αποτρόπαιης στο βάθος γενετήσιας ή και κοινωνικής ερημιάς. Με τη συλλογή αυτή, νομίζω ότι αποχαιρέτησα ουσιαστικά και την πρώτη, ανεξαγόραστα ίσως, καλύτερη περίοδο της ζωής μου. Και, αισίως, φτάνουμε στην τελευταία, στην «Ιστορία του ξένου και της λυπημένης», συλλογή, η οποία νομίζω ότι με εισάγει στον ζόφο πια που προκαλεί η αποσπασματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, και η ανεπάρκεια του έρωτα, έτσι όπως λειτουργεί σήμερα, να μας ενώσει. Πιστεύω ότι η γραφή της είναι πιο σύνθετη από αυτή των προηγούμενων συλλογών, και το μακροσκελές ποίημα με τα άφθονα στοιχεία ποιητικής πρόζας από τα γνωρίσματά της. Τα εισόδεια σε τοπία εσωτερικότερα, μονιμότερα και διαχρονικότερα, με τη συλλογή αυτή, νομίζω για μένα ότι έχουν ήδη συντελεστεί, και εύχομαι για πάντα μέσα εκεί να εντρυφώ πλέον, γιατί αν μη τι άλλο, η ψυχή είναι η αληθινή κατοικία μας, εκείνη που μας κάνει να γνωρίζουμε όσο γίνεται πιο βαθιά τον εαυτό μας, εκείνη που μας βοηθάει να πηγαίνουμε πιο ώριμοι και περισσότερο αφιλοκερδείς, προς τον κόσμο του άλλου.

[Κ.ΛΠ. και τέχνες… και γράμματα…, τεύχος 2, Σεπτέμβριος 1993]


[1] Αλέξης Ζήρας Γενεαλογικά. Εκδόσεις Ρόπτρον, Αθήνα 1989.

[2] Ανδρέας Καραντώνης, περ. Νέα Εστία, τ. 1262, 1/12/1980.

[3] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η Αυγή, 12/5/1987.

[4] Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, 19-11-1987.

[5]Τάκης Καρβέλης, Δεύτερη Ανάγνωση. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1992.

Για να γνωρίσουμε τους ποιητές. Μια σειρά συνεντεύξεων που δίνουν την ευκαιρία ν’ ακουστούν απόψεις διαφορετικές από εκείνες που μας ταλαιπωρούν χρόνια ολόκληρα στη μικρή μας πόλη και που μέχρι σήμερα δεν μας έπεισαν για την αγαθότητα των προθέσεων. Η ποίηση και η πεζογραφία και οι καλές τέχνες και το θέατρο έχουν ανάγκη από νέο αίμα. Εμείς από τις σελίδες τούτες της «Ε» δίνουμε την ευκαιρία ν’ ακουστούν απόψεις… Συνεχίζουμε σήμερα με τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο.

  • Το τελευταίο σου βιβλίο ήταν η ποιητική συλλογή «Οι Πυροτεχνουργοί». Μπορείς να μας πεις τι πέτυχες μ’ αυτό σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές;

Πιστεύω πως, πέρα από τις οποιεσδήποτε βελτιώσεις στον τομέα της τεχνικής, στον τομέα του περιεχομένου, πέτυχα, αν όχι κάτι περισσότερο, τουλάχιστον κάτι διαφορετικό. Κι αυτό μ’ ενδιέφερε απόλυτα. Στην προηγούμενη δουλειά μου, κάτω από σχήματα με μια «σκληρή» ή νατουραλίζουσα συχνά διάθεση, υπήρχε μια εναγώνια προσπάθεια απόκρυψης αυτού του πράγματος που ονομάζουμε «άλλος εαυτός μας». Στους Πυροτεχνουργούς αυτό εξέλιπε σε έναν ικανοποιητικό βαθμό.

  • Πώς άρχισες να εκφράζεσαι με την ποίηση και το γραπτό λόγο γενικά;

Θα μπορούσα να σας διηγηθώ μια τετριμμένη ιστορία για το πώς άρχισα να γράφω ύστερα από μια σύμπτωση, ένα τυχαίο συμβάν ή μια συγκυρία που δεν έχει όμως καμιά χρησιμότητα, μιας και οι λόγοι που αρχίζει κανείς αυτή την περιπέτεια, αυτό το παιχνίδι με τη ζωή, το θάνατο, το χρόνο και τα πράγματα είναι πολύ βαθύτεροι. Γιατί αυτό που ονομάζουμε «γραπτός λόγος» δεν είναι τίποτα άλλο από μια απάντηση στον εαυτό μας, που ποτέ δεν τολμήσαμε με άμεσο τρόπο.

  • Η κριτική σ’ έχει βοηθήσει στη δουλειά σου;

Υπάρχουν δυο ειδών κριτικές. Η πρώτη, αυτή που γράφεται από κάποιον που δεν φτάνει να είναι (όσο γίνεται) αδέκαστος και ανεπηρέαστος, αλλά που πρέπει να είναι και γνώστης πολλών, μα πάρα πολλών πραγμάτων, και άνθρωπος ψύχραιμος και πνευματικά «ηθικός». Αυτή η κριτική, οπωσδήποτε, βοηθάει. Η δεύτερη, αυτή που γράφεται από ανθρώπους ατελείς, και έχει δυο σκέλη: α)Συκοφαντική και κακεντρεχής, όπου κρύβονται στο βάθος λογής-λογής προσωπικά και απωθημένα και β) Επαινετική, υμνητική, σε πρόχειρα επικαιρικά σημειώματα, απόρροια κοινωνικών σχέσεων και «τραπεζωμάτων», όπου δημιουργοί πνευματικά διεφθαρμένοι και «κριτικοί» απληροφόρητοι, σεργιανούν τη φαντασμαγορική δυστυχία τους. Αυτή η κριτική, βεβαίως, δεν βοηθά.

  • Κατά καιρούς γράφεις κι εσύ κριτικές. Αυτό πώς το βλέπεις για τον εαυτό σου;

Καταρχήν, θέλω να αντικαταστήσω τη φράση «κριτικές» με τη φράση «αξιοπρεπείς βιβλιοπαρουσιάσεις» ή «σημειώσεις στο περιθώριο», για να σας τονίσω ότι πλησιάζω τα κείμενα με το δικαίωμα του ανθρώπου που γράφει στίχους και όχι του κριτικού (λειτούργημα για το οποίο σίγουρα δεν έχω τα εφόδια) και στη συνέχεια, να σας δηλώσω ότι αυτή την «εκδρομή» στην «ξένη γλώσσα» τη θεωρώ, οπωσδήποτε, ένα βαθύτερο όργανο αυτογνωσίας για τη δική μου ποίηση και τη βρίσκω πολύ θετική και απαραίτητη. Προσωπικά, με την «ενασχόληση» αυτή έχω βοηθήσει πολύ τον εαυτό μου στο να συγκρίνει και να επανεντάσσει μέσα στη συνείδησή μου το έργο, τους ποιητές με την πραγματική αξία και να απορρίπτει άλλους που έκαναν κάποιον υποβολιμαίο «θόρυβο», στο να αποκτά όλο και περισσότερο έναν «πνευματικό σεβασμό» απέναντι σε έργα που χρειάστηκαν μεγάλη ικανότητα για να γίνουν και, τέλος, στο να αποκτά σε κάποιο καλό βαθμό την αίσθηση του μέτρου, που τόσο λείπει στις μέρες μας.

  • Σ’ αυτές τις «αξιοπρεπείς βιβλιοπαρουσιάσεις» που γράφεις, συχνά ασχολείσαι με ποιητές που δεν έχουν θεματική ομοιογένεια, π.χ. Μιχάλης Κατσαρός, Μίλτος Σαχτούρης, Τάσος Λειβαδίτης κ.ά…

Προσπαθώ να μελετήσω και να ανιχνεύσω το τι θέλει ο ποιητής να εκφράσει και όχι το τι θα επιθυμούσα εγώ. Και μιας και αναφέρθηκαν στην ερώτηση συγκεκριμένα ονόματα, θα ήθελα να αναφέρω ότι για μένα ο Κατσαρός και η μοναχική περιπέτειά του συμβολίζει μέσα μου το μύθο του Σισύφου, που γράφεται από τον Εμφύλιο ως την ερημιά των Περιβολιών του Μοσχάτου, όπου ο ψηλός σαν δένδρο ατίθασος όπως πάτα, με δίχως τίποτα περισσότερο από τη μοίρα του αυτός ο άνθρωπος συνεχίζει την κατάθεσή του. Ο Τάσος Λειβαδίτης συμβολίζει την επώδυνη πορεία του ανθρώπου προς μια εσωτερική απελευθέρωση, μέσα από όλο το έργο του και ιδιαίτερα από τη συλλογή του «Οι γυναίκες με τα αλόγιστα μάτια», η οποία ανοίγει μπροστά μου μια αυλαία, όπου οι άνθρωποι εμφανίζονται γυμνοί και τραγικοί κάτω από την ασυμφιλίωτη μοναξιά τους. Κάτω από τους ποικιλότροπα αποκεφαλισμένους νεκρούς που σέρνουν στην ψυχή τους. Κρύβοντες και κρυβόμενοι. Γριφώδεις και αντιφατικοί μέσα στην αγωνία τους. Ένα πλήθος με σφοδρές επιθυμίες και φονικά πάθη. Ένας λαβύρινθος φορτισμένος με τις αιχμές και την πίκρα για ό,τι του στέρησε, για ό,τι δεν του «επέτρεψε» σ’ αυτό το σκληρό κόσμο των αξιών, αυτό που λέμε «ταξική καταγωγή».

  • Τι γνώμη έχεις γι’ αυτό που ονομάζουμε ποίηση «κοινωνικού περιεχομένου»;

Πιστεύω ότι η τέχνη, η ποίηση και, γενικά, όλη μας η συμπεριφορά, είτε το θέλουμε είτε όχι, αποτελεί από μόνη της μια κοινωνική πράξη. Το να νομίζει όμως κανείς ότι η «κοινωνική» ή «μεγάλη» ποίηση είναι αυτή που τον αναπαράγει όσο με τη στενή έννοια της πολιτικής τοποθέτησης επιθυμεί, είναι λάθος. Φοβούμαι ότι όσοι κόπτονται για την ύπαρξη αυτού του είδους ποίησης είναι εκείνοι που ξέρουν πολύ καλύτερα από όλους μας την ισχνότητα και την αδυναμία του έργου τους. Προσωπικά, επιδιώκω τα ποιήματά μου να εκφράσουν αβίαστα τις αληθινές παρορμήσεις μου, μακριά από επικαιρισμούς, ετικέτες και πυροτεχνήματα. Επιδιώκω να βοηθώ τον εαυτό μου και, στη συνέχεια, τον «περίγυρό» μου να ζει μια στιγμιαία ονειρική κατάσταση μέσα στην ευτέλεια των καιρών, να επαναποκτά τη χαμένη του αθωότητα μέσα σε έναν κόσμο θωράκων, προσχημάτων και θλιβερών άλλοθι, κι αυτό αποτελεί και το σπουδαιότερο κοινωνικό αντίκρισμα για μένα.

  • Σ’ ένα περιοδικό προσφάτως (απ’ όπου, υποψιάζομαι – κι αν θυμάμαι καλά – ότι αντλείς, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, τις απαντήσεις σου και εδώ) σε είχαν ρωτήσει για μια «ορισμένη χρονική στιγμή της εβδομάδας» που «κυκλοφορεί» στα ποιήματά σου και για τον «αόριστο» ή τον «παρατατικό» χρόνο που χρησιμοποιείς. Εξακολουθείς να έχεις την ίδια γνώμη;

Ναι. Και θα απαντήσω με τα ίδια λόγια και πάλι. Έτσι, όσο για την «ορισμένη στιγμή της εβδομάδας», που αναφέρετε και που σίγουρα είναι το απόγευμα της Κυριακής, θέλω να σας πω ότι η μέρα αυτή μέσα μου συμβολίζει τη θλίψη ενός επαναλαμβανόμενου μικρού τέλους, το πηλίκον της μεγάλης διαίρεσης της αιωνιότητας με το θάνατο, του ονείρου με την επιθυμία. Όσο για τον περαστικό το χρόνο, πιστεύω ότι μέσα μου αυτός σημαίνει τη λύτρωση και την πίκρα του τελεσίδικα χαμένου, του τελεσίδικα παρελθόντος, που τελικά περιζώνει την «ακαταδεξιά» μας απέναντι στις εύκολες λύσεις και τα τεχνάσματα της μικροπρέπειας που χρησιμοποιεί κανείς για να διατηρήσει άνευ ουσιαστικού αντικρίσματος κατακτήσεις και κάνει τη φωνή μας μουσική στη νύχτα των δειλών, αυτών που νομίζουν ότι κρατούν στον έλεγχό τους το παρόν και το μέλλον, καθιστώντας τους έτσι ακόμη πιο περιφρονημένους και μίζερους. Άλλωστε, μήπως κι αυτό δεν είναι ένα από τα χαρίσματα της ποίησης; Να γίνεται, δηλαδή, ένα τρυφερό μνημοσκόπιο, θανατηφόρο όσο κι αυτό, που για πάντα χάθηκε κι έμεινε στη θύμηση και την καρδιά, λευκή, σαν την αγάπη μας στον ύπνο.

  • Τι ετοιμάζεις τώρα;

Ετοιμάζω δυο βιβλία. Το ένα με κείμενα που αναφέρονται πάνω σε συλλογές που με συγκίνησαν, πάνω στην πνευματική ηθική της μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς της αριστεράς (Κατσαρός, Αναγνωστάκης, Δούκαρης, Αλεξάνδρου κ.ά.), πάνω στον Σαχτούρη, τον Λειβαδίτη, τον Στογιαννίδη, τον Βαρβέρη, τον Λιοντάκη, τον Πρατικάκη, τον Πούλιο, τον Γκανά και τόσους άλλους που μου είναι αδύνατο να θυμηθώ τώρα. Το άλλο είναι ένα βιβλίο με ποίηση, που το ονομάζω «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης».

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1996 τιμήθηκε με το ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΒΑΦΗ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και το 1999 με το ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι, η οποία, στη συνέχεια, ήταν υποψήφια για το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΑΡΙΣΤΕΙΟ του 2000. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1982, ενώ κατά το διάστημα 1984-1986 υπηρέτησε και ως μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Εργογραφία: ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ: Έβδομη Συμφωνία, 1968, σελ. 36. Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου. Κούρος, 1973, σελ. 22. Η θλίψη του προαστίου. Κέδρος, 1976, σελ. 24. Οι πυροτεχνουργοί. Α΄ έκδοση: Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1979, σελ. 56. / Β΄ έκδοση: Θεσσαλονίκη, Μικρή Εγνατία, 1980, σελ. 56. / Γ΄ έκδοση: Εστία, 1982, σελ. 60. Ποιήματα 1968-1976. (Επιλογή) Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1980, σελ. 50. Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης. Υάκινθος, 1987, σελ. 44. Ποιήματα 1968-1987. (Επιλογή) Α΄ έκδοση: Νεφέλη, 1992, σελ. 104 / Β΄ έκδοση: Νεφέλη, 2000, σελ. 80. Μη σκεπάζεις το ποτάμι. Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1999. Α΄ έκδοση: Κέδρος, 1998, σελ. 64. / Β΄ έκδοση: Κέδρος, 1999, σελ. 64. ΔΟΚΙΜΙΟ: Εκδρομή στην άλλη γλώσσα, Τόμος πρώτος. Ρόπτρον, 1991, σελ. 260. Εκδρομή στην άλλη γλώσσα. Τόμος δεύτερος. Νεφέλη, 1994, σελ. 224.

πατέρας μου θελε ν φτιάξει να σπίτι

Ὁ πατέρας μου ἔφαγε μιά ζωὴ γιὰ νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι.
Ἀπογεύματα, Κυριακὲς στὸ κουζινάκι χωρὶς ἕνα γλυκὸ ἢ ἕνα καφενεῖο.
Ὅταν πέθανε ἄφησε ἕνα χορταριασμένο στρατὶ
ἕνα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
Ἄλλαξαν οἱ καιροὶ ποὺ λέει κι ὁ λαός, γεγονότα συνέβησαν…
Χαθήκαμε μὲ τὸν ἀδελφό μου, μάθαμε πὼς πέθανε κι ὁ πατέρας.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ βράδυ σὲ κοιτῶ βαθιὰ στὰ μάτια.

Εἶναι μήπως ζήσω ἐγὼ τὴν ταπεινὴ θαλπωρὴ ποὺ ἐκεῖνος δὲν ἔζησε.

[Εξόρμηση, 24-25 Σεπτεμβρίου 1983]