http://media2.feed.gr/filesystem/images/20080211/engine/assets_LARGE_t_420_462855_type11178.jpg

«Ποιον φωνάζεις; ποιος να σ’ απαντήσει σ’ αυτή την γκρίζα πολιτεία με τους κωφάλαλους σ’ αυτή την άνανδρη εποχή που δεν ανέχεται μαρτύρους, σ’ αυτά τα χρόνια που λιπαίνουνε την άβυσσο πίσω από σένα…».

Διάχυτη η αγωνία στους στίχους του Μανόλη Πρατικάκη, που συνταιριάζει μάλλον αρμονικά την επαγγελματική του ιδιότητα, ως ψυχιάτρου, μ’ εκείνη του ποιητή που βρίσκεται σε εγρήγορση, δίχως να ταλαντεύεται στον εφησυχασμό και τη λεξιμαγεία που, αναμφίβολα, έχουν κυριεύσει μια μεγάλη μερίδα πνευματικών δημιουργών.

Μια δυο συναντήσεις μαζί του ήταν αρκετές για να στοιχειοθετηθούν οι άξονες μιας συνέντευξης που φωτίζει αρκετά, καθώς θα φανεί παρακάτω, τους όρους και τα όρια του εκπρόσωπου μιας γενιάς που επιζήτησε να κάνει ποίηση τις αγωνίες και τους αγώνες της. Η ποίηση, η κριτική, το κοινό, η γενιά του, η πολιτιστική έκρηξη στον τόπο μας τα δυο τελευταία χρόνια, είναι θέματα που αποτελούν και τις συντεταγμένες της συνέντευξης.

  • Γιατί γράφεις ποίηση;

Ούτε μπορώ να πω, χωρίς να χρησιμοποιήσω κοινοτοπίες, γιατί γράφω ποίηση. Εκείνο που μπορώ να πω είναι πως δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου ξεχωριστά από την ποίηση. Γιατί θα έπρεπε τότε, αναγκαστικά, να επρόκειτο για κάποιον άλλο. Με άλλη όραση και άλλη αντίληψη του κόσμου. Γράφω ποίηση, όπως αγαπάω και ερωτεύομαι. Γιατί, νομίζω ότι η ποίηση, κατά βάθος, είναι μια λειτουργία ερωτική. Ακόμα κι όταν, θεματογραφικά, μοιάζει να αναφέρεται σε άλλα. Η γλώσσα, όμως… οι λέξεις, το άγγιγμά τους… Μέσα από τις λέξεις μας δίνεται η δυνατότητα να αναστήσουμε όλες εκείνες τις μορφές των ανθρώπων που υπήρξαμε.

  • Τι ρόλο μπορεί να παίξει η ποίηση;

Όταν πρωτοάρχισα να γράφω, πίστευα πως μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στο κοινωνικό επίπεδο. Σήμερα, όχι. Γιατί, όπως λέει κι ο φίλος ποιητής Τίτος Πατρίκιος «Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»! Αν μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο που περιορίζεται σε μια μικρή μειονότητα ανθρώπων με ειδική δεκτικότητα και ευαισθησία. Μια μειονότητα που αποτελείται από τους ίδιους τους ποιητές και τους λίγους αναγνώστες της ποίησης, που κι αυτοί, πολύ συχνά, δεν είναι άλλοι από ματαιωμένοι ποιητές. Δυνητικά, θα μπορούσαν να είναι όλοι οι άνθρωποι, αφού όλοι οι άνθρωποι νομίζω έχουν μέσα τους θαμμένο έναν καλλιτέχνη. Βέβαια, η ποίηση όπως κάθε έργο τέχνης, είναι φαινόμενο κοινωνικό, αφού εκφράζει μια κοινωνική διάσταση της πραγματικότητας, ακόμη και στην περίπτωση που προσπαθεί να την αρνηθεί με φανατισμένη αντικοινωνικότητα. Ίσως, ιδιαίτερα τότε. Διαμέσου αυτής της μυημένης μειονότητας μεταδίδεται, με έμμεσους και μετουσιωμένους τρόπους, η ποίηση στο ευρύτερο κοινό.

  • Ποιο, λοιπόν, είναι ή θα μπορούσε να είναι το κοινό της;

Το κοινό της είναι πολύ μικρό, όπως διαφαίνεται από τα παραπάνω. Κι αυτό είναι πολύ φυσικό για το νεοέλληνα με τη λειψή παιδεία και τα γενικότερα κακά που τον διαμόρφωσαν. Μέσα στο σύγχρονο άγχος και τη σύγχρονη βιασύνη και ανασφάλεια, ο μέσος άνθρωπος, δαμασμένος και αφάνταστα εξόριστος από τον εαυτό του, είναι πολύ φυσικό να μην μπορεί, να μην του επιτρέπεται να παρακολουθήσει την «πολυτέλεια» της ποίησης (και όχι μόνο αυτή), έστω και στις περιπτώσεις εκείνες που αυτή είναι αντάξια του προορισμού της. Δεν βλέπω ή δεν μπορώ τουλάχιστον εγώ να διακρίνω, για το άμεσο μέλλον, τον τρόπο που θα μπορέσει ο σύγχρονος άνθρωπος να απεγκλωβιστεί από τα θεατά και αθέατα πλοκάμια της παντοδύναμης μεταβιομηχανικής Κίρκης. Χρειάζεται αρκετή αυταπάτη για να μπορεί κανείς να έχει «καλές ελπίδες» σε μια εποχή διαστρέβλωσης, που τα πάντα είναι εναντίον των πάντων.

  • Ποια κατά τη γνώμη σου είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το σημερινό πρότυπο της ελληνικής ποίησης;

Η μακριά και μεγάλη παράδοση της ελληνικής ποίησης επιτρέπει σε μια χώρα μικρή να παράγει, ακόμη, μεγάλη και αξιόλογη ποίηση. Ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης, ο Εμπειρίκος, στάθηκαν σταθμοί στη διαμόρφωση του σημερινού ποιητικού μας προσώπου. Όλοι οι σύγχρονοι ποιητές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εκεί έχουν τις καταβολές τους. Παράλληλα, βέβαια, η ξένη ποίηση επηρέασε, βαθιά και αποφασιστικά, το έργο τους. Ο Ρεμπό, ο Πάουντ, ο Έλιοτ και άλλοι πολλοί, σαν μονάδες, αλλά και οι διάφορες σχολές, και κυρίως εκείνη του υπερρεαλισμού, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης γραφής. Ο υπερρεαλισμός χωρίς να έχει υιοθετηθεί, στην ορθοδοξία του, από την πλειοψηφία των ποιητών μας, άνοιξε καινούργιους ορίζοντες, απελευθέρωσε το στίχο, έδωσε έμφαση στο όνειρο και τη φαντασία και εμβολίασε την ποίηση με καινούργιο αίμα. Από την περίφημη γενιά του «Τριάντα» υπάρχουν και εξακολουθούν να δίνουν έργο, ακόμη, τρεις σημαντικοί εκπρόσωποί της: ο Ελύτης, ο Ρίτσος και ο Εγγονόπουλος. Από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, που διαμορφώθηκε μέσα στο κλίμα της κατοχής, του εμφυλίου και της ήττας της αριστεράς, με όλες τις τραυματικές εμπειρίες των χρόνων εκείνων χαραγμένες στο έργο και στη ζωή τους, προέρχονται οι σπουδαίοι ποιητές: Ν. Καρούζος, Δ. Παπαδίτσας, Μ. Αναγνωστάκης, Τ. Λειβαδίτης, Μ. Κατσαρός, Τ. Πατρίκιος και μερικοί άλλοι που έφυγαν πρόωρα, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Τάκης Σινόπουλος.

  • Τι εξέφρασαν αυτοί οι ποιητές;

Εξέφρασαν με ήρεμο και χαμηλό τόνο το «χαμένο όραμα» από μια πίστη για ένα καλύτερο αύριο, που ήταν καταδικασμένη από πριν. Ακολουθεί η δεύτερη μεταπολεμική γενιά (δεκαετία του ’60) – Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Δημουλά, Μέσκος, Μάρκογλου, Δαράκη, Γκόρπας – που τους χαρακτηρίζει η εσωστρέφεια και το υπαρξιακό άγχος. Μερικοί απ’ αυτούς είναι «ερωτικοί» ή «σωματικοί» ποιητές. Πάντως, ποιητές μικρότερης εμβέλειας, κατά τη γνώμη μου, από τους προηγούμενους. Ακολουθεί η λεγόμενη γενιά του «’70», με ένα ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό ποιητών (πάνω από 40), που ανδρώνεται στο επίπεδο της ζωής, μέσα σ’ ένα κλίμα φθοράς και ανατροπής όλων των κατεστημένων αξιών – κλίμα που κυρίως έρχεται απ’ έξω. Τη διακρίνουν στοιχεία που εμφανίζονται σε μεγαλύτερη ένταση, όπως ο σαρκασμός, η ειρωνεία, η πρόκληση κ.λπ. Αντανακλά την έλλειψη κάθε οραματισμού, τη σήψη και το σύγχρονο παραλογισμό των κοινωνιών που δημιούργησαν ένα κόσμο τραγικών υπηκόων. Μια γενιά που οπωσδήποτε δεν είναι ακόμη κατασταλαγμένη και δεν μπορεί παρά να περιμένει κανείς την εξέλιξή της.

  • Η γενιά σου, είναι αυτή η τελευταία, τι κατάφερε; Κι όχι μόνο στην ποίηση…

Κατάφερε, πάνω απ’ όλα, να γίνεται τόσος λόγος γι’ αυτήν. Θέλω να πω, τόσος λόγος, δυσανάλογα μεγάλος με το έργο που έχει δώσει. Σ’ αυτό, ίσως, να μην έχουν αποκλειστική υπαιτιότητα οι λογοτέχνες που την αποτελούν, αλλά ο «θόρυβος» να προκλήθηκε από μια μηχανική ή και βαθύτερη, αν θέλετε, ανάγκη για κάτι νέο, πρωτότυπο και διαφορετικό, που μάλλον υπήρξε «εν σπέρματι» στο ξεκίνημά τους, για να γίνει έναυσμα στους ευφάνταστους, τους κερδοσκόπους και ακόμη, θα έλεγα, στους καλοπροαίρετους, που ήθελαν να δουν τα ησυχασμένα νερά της ελληνικής λογοτεχνίας να φουρτουνιάζουν.

  • Η κριτική έχει τη δύναμη να επηρεάσει την πορεία ενός ποιητή;

Αλίμονο αν η κριτική είχε τη δύναμη να επηρεάσει την πορεία ενός ποιητή! Αυτό θα σήμαινε έναν θλιβερό προκαθορισμό. Ο ποιητής, από «κλέφτης της φωτιάς» θα γινόταν μια εύπεπτη και εύπλαστη μάζα, που παίρνει σχήμα ανάλογα κατά πώς φυσούν τα διάφορα ρεύματα, οι τεχνοτροπίες και οι σχολές. Αυτόχρημα, θα έπαυε να αυτενεργεί (πρωταρχικό στοιχείο της αληθινής δημιουργίας). Να επαναστατεί στο «κοινό» και «καταξιωμένο» που αέναα πρέπει να ανατρέπεται και να μετατίθεται. Θα έγραφε, περίπου, εκείνα που οι κριτές του θα ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να ακούσουν και να αποδεχτούν. Και όχι εκείνα που «ξενίζουν» και κομίζουν «καινά δαιμόνια» στην τέχνη,, με όλες τις οδυνηρές επιπτώσεις που, για δεκαετίες, επιφυλάσσουν στους δημιουργούς τους, μέχρι να φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Εξάλλου, θα ήταν παράδοξο, αφού η κριτική προϋποθέτει την ποίηση και εξασκείται για να την αναλύσει και να την κάμει πιο προσιτή στον αναγνώστη. Αυτά, βέβαια, για την μεγάλη και αυθεντική ποίηση. Γιατί, η «άλλη ποίηση» που γράφεται, όχι μόνο επηρεάζεται από την κριτική και τους κριτικούς αλλά και από ένα σωρό άλλους παράγοντες και σκοπιμότητες, που εξασφαλίζουν εύκολες αποτιμήσεις και καταξιώσεις, κυνηγώντας πάντα το επικαιρικό και εντυπωσιακό ή εκείνο που είναι ιδεολογικά (με την ευρύτερη έννοια του όρου) ταυτισμένο με τους αποδέκτες τους, έτσι ώστε αυτονόητα, οι δημιουργοί αυτοί να γίνονται οι εκλεκτικοί εκφραστές τους. Στην Ελλάδα, η κριτική με το να είναι ανύπαρκτη, μειώνει τους παραπάνω κινδύνους, αν και πάντα υπάρχουν άλλοι παράγοντες (κλίκες, κλειστά κυκλώματα κ.λπ.) για να προξενούν το ίδιο αν όχι χειρότερο κακό.

  • Ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της κριτικής;

Η σωστή, τεκμηριωμένη, μεθοδική και εμπνευσμένη προσέγγιση του έργου που, όταν γίνεται από άξιους ανθρώπους, αποτελεί μια μεγάλη προσφορά και, ταυτόχρονα, μια μεγάλη ξεχωριστή δημιουργία.

  • Πώς κρίνεις την πολιτιστική «έκρηξη» των δυο τελευταίων χρόνων στον τόπο μας;

Οπωσδήποτε θετικά. Παρά τις όποιες αδυναμίες και προχειρότητες, έχει (ή προσπαθεί να) δημιουργηθεί ένα κλίμα κατάλληλο για να εκφραστούν όλες οι μορφές της τέχνης και, γενικότερα, της κουλτούρας σ’ ένα ευρύτερο κοινό, κυρίως της περιφέρειας που ήταν (και είναι) στερημένη από τα αγαθά της. Είναι παρήγορο το ότι δημιουργούνται διαρκώς πολιτιστικοί σύλλογοι με αξιέπαινες εκδηλώσεις σε χωριά και μικρές πόλεις. Το ότι υπάρχει μια φυγόκεντρη τάση από τον πνευματικό υδροκεφαλισμό της Αθήνας που ζητά αποσυμφόρηση… Το ότι οι πνευματικές εκδηλώσεις αρχίζουν και παίρνουν μαζικό και συλλογικότερο χαρακτήρα. Υπάρχουν, βέβαια, και θα υπάρχουν πάντα οι αιώνιοι μεμψίμοιροι που τα βρίσκουν όλα θλιβερά και αξιοκατάκριτα (σαν, αν τα πράγματα πάνε κάποτε καλά, να έχαναν το ψωμί τους). Αλλά, αν δεν υπάρχει μια μεγάλη ποιότητα σε όλα αυτά πρέπει να το δεχτούμε σαν μια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Κανένα κακό δεν φεύγει με λίβελους και ξόρκια. Με τις πέτρες που έχουμε, θα χτίσουμε τα σπίτια μας, λέει ο Σεφέρης. Από το ανοργάνωτο θα φτάσουμε στο οργανωμένο. Από το επιφανειακό και φολκλορικό στο ουσιώδες, για να γνωρίσουμε την πνευματική μας κληρονομιά και να αποκτήσουμε σαν λαός συνείδηση και αυτογνωσία. Ο λαός έχει ανάγκη και διψά, τουλάχιστον, για ορισμένες, καταληπτές γι’ αυτόν, μορφές τέχνης. Αν δεν συμμετέχει σ’ ορισμένες άλλες, είναι πολύ φυσικό, έτσι που τον έχουν κρατήσει επί δεκαετίες αποξενωμένο, μέσα σε μια μεγάλη γενική συσκότιση…

Ο Μανόλης Πρατικάκης γεννήθηκε στο Μύρτος της Ιεράπετρας το Σεπτέμβρη του 1943. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας και πήρε την ειδικότητα του Ψυχιάτρου. Πρωτοπαρουσιάστηκε στα Γράμματα μ’ ένα πρωτόλειο στα 1971. Έχει εκδώσει τις συλλογές: Ποίηση 1971-74, Οι παραχαράκτες (1976), Λιβιδώ (1978), Νύχτα εφημερίας (1980), Η παραλοϊσμένη (1980), Το Σώμα της Γραφής (1982). Έχει συνεργαστεί με πολλές εφημερίδες, ανθολογίες και περιοδικά.

[Εξόρμηση, 14 Ιανουαρίου 1984]

Η τραγική πορεία του ανθρώπινου γένους μέσα από ανθηρό, διαχρονικό ελληνικό λόγο

Η «Γενεαλογία» είναι κατά σειρά η έβδομη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη και ουσιαστική συνέχεια της τρίτης -Λιβιδώ, 1978- και της έκτης -Η Παραλοϊσμένη, 1980.

Ευθύς εξαρχής πρέπει να πούμε ότι ο Πρατικάκης είναι από τους λίγους νεότερους ποιητές που έχουν συλλάβει το όραμά τους, έχουν πια αφομοιώσει τις επιρροές τους και ήδη έχουν διεισδύσει στο δύσκολο δρόμο της ωριμότητας, στη σύνθεση. Ας σημειώσουμε εδώ ότι οι υπόλοιπες συλλογές του που παραλείψαμε, αποτελούν μωσαϊκό εξαιρετικών λυρικών κομματιών, ιδιαίτερα οι τελευταίες, αλλά με τις παραπάνω τρεις, ο ποιητής επιβάλλεται ολοκληρωτικά.

Στη Γενεαλογία βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα προσωπικό όραμα της ανθρωπότητας αλλά και συνάμα σε μια λυρική, ανθηρή και μυστική εκτίναξη του νεοελληνικού λόγου, που πότε ανασύρει ξεχασμένες λέξεις από το γλωσσικό μας θησαυροφυλάκιο, πότε και χωρίς φόβο προβάλλει ξαφνικά απ’ τα σπλάχνα του αρχαίες ελληνικές εκφράσεις που δεν ξενίζουν.

Η «Γενεαλογία» χωρίζεται σε δεκαέξι μέρη και ανασύρει μέσα απ’ την ποίηση μια εκδοχή της γέννησης του κόσμου, όπως προείπαμε, αλλά και τα στάδια της πορείας του με κρυμμένες αναφορές σε σύγχρονα γεγονότα, μια εκδοχή που δεν αφίσταται της σκληρής και απελπισμένης και τραγικής κάποτε ιστορίας αυτού του πλανήτη.

Ο Πρατικάκης που σε πολλά σημεία της ποίησής του χρησιμοποιεί τη γυναίκα-σύμβολο, εδώ αρχικά την παρουσιάζει σαν την ανθρωπότητα και την βάζει να λέει για το παιδί της που υιοθέτησε:

«Με φασκιές το μάζεψαν άνθρωποι που μοιάζανε κοινωνικοί λειτουργοί και το ‘φεραν σ’ αυτό εδώ το ίδρυμα… Αυτό το ίδρυμα έγινε το φανταστικό βυζί της Μάνας του. Οι πόρτες του είναι ένα είδος μακρινής φωνής των επισκεπτηρίων τα πέτρινα παράθυρα της ακοής.

Το ονόμασαν ορφανοτροφείο. Εδώ μεγάλωσαν όλα τα παιδιά αφού όλες οι οικογένειες των ανθρώπων ανήκουν στα συμβούλια των ορφανοτροφείων που στεγάζονται στις μακρινές περιοχές της γης…».

Και συνεχίζει:

«Από πριν δεμένοι στην εικόνα που γέννησε το μάτι τους (οι άνθρωποι)΄ στον σκοτεινό εκείνο ήχο που πικραίνει τα άδυτα της ακοής».

Η πολυσημία των συμβόλων που έλκουν την καταγωγή τους από πάμπολλες εποχές του ανθρώπινου γένους, μας σταματά συχνά με την αστραφτερή ρωμαλεότητά της:

«Ακατάπαυστα οι παλαιστές πάνω στο καναβάτσο ορθοί και πέφτουν. Σηκώνονται και πέφτουν και οι θεατές μισοί με τον έναν και μισοί με τον άλλον παλεύουν μισή μέρα μισό χρόνο και μισό αιώνα, αιώνια. Γενιές γύροι πάνω σε γύρους χαραυγές και καταβαραθρώσεις. Με μικρές παύσεις σαν διαλείμματα ξεκούρασης κι αναδίπλωσης σαν εκεχειρία εχθροπραξιών (που τα μετόπισθέν τους οι άνθρωποι ονόμασαν προσφιλή ειρήνη). Σαν γέμισμα όπλου και τραυλή ώρα αφλογιστίας σαν υπερκόπωση στρατευμάτων και υπόθεση γαλακτικού οξέος οργανισμών. Και πότε ο ένας νικά και νικιέται δίδυμοι αδερφοί της ίδιας Μάνας Άδωνις και Άδης, λάμψη φωτεινή και λάμψη μαύρη νύχτα και μέρα κοίτη και νερό γυναίκα και άντρας… Παλίντονος αρμονίη οκώσπερ τόξου και λύρας»

για ν’ αποκαλύψει παρακάτω πως

«οι ράτσες αυτές κάποτε σπαράζονται από – εξεγέρσεις. Αλλά οι μάχες είναι σύντομες. Οι – κινήσεις προβλεπόμενες. Οι ήττες – προκαθορισμένες».

Οι άνθρωποι στη συνέχεια, όπως λέει ο ποιητής, αναγκάζονται να δεχτούν τα δεσμά τους, τους χιλίαρχους, τους πατρίκιους, τους ταξιθέτες και τους νομισματοποιούς.

«Σκυφτοί δούλοι μαζεύουν νομίσματα αιματωμένα μες απ’ τη σκόνη των συμφορών. Κάθε αξία γεννήθηκε σαν αστραφτερό λέπι σκέψης για να φανερώνεται πάντα μια φυλή προνομίων. Ο κόσμος μοιράστηκε τεμαχίστηκε ο χρόνος. Ένα ανθρώπινο αιματοκύλισμα θριάμβων ένα γνήσιο μακελειό».

Και μετά τον παραβολικό και συνάμα αποκαλυπτικό λόγο, ο μαστιγωτικός σαρκασμός:

«Πίσω απ’ τις βιτρίνες του κόσμου

δουλεύουν καλά τα σφαγεία.

Οι πεινασμένοι για να λάβουν

Τις εικόνες τους…»

Στο κομμάτι που φέρνει τον υπότιτλο «Η συνδιάλεξη» παραθέτουμε ένα απόσπασμα ασχολίαστο:

«Ο στυγερός βόμβος του λόγου άρχισε σαν κατακλυσμός που απλώνει σαν επιδημία πάνω στο όργανο της ακοής. Εκείνη η βαριά ηχητική μάζα και εσκέπασε τα τύμπανα με μια συναισθηματική ακράτεια παγερών συμβόλων.

Εκδηλώνεται με ένα τραύλισμα συγκαταβατικό κι από κάθε βύσμα τηλετύπων από άλλα πηνία να περνά υποχθόνιο έντομο το Αναπάντητο. Αυτή είναι η Συνδιάλεξη».

Άλλη μια καταβύθιση ψυχογραφικής «ιστορίας» του γένους μας είναι το κομμάτι «Οι σύλλογοι» και περισσότερο το επόμενο όπου μες απ’ τον κρυπτικό λόγο ξεπετάγεται η βυθισμένη βαθιά μας αλήθεια:

«Κάτω απ’ το νερό μια Αίθουσα. Μακριά. Σαν γνώριμη… Οι άνθρωποι αυτοί περνούν μες απ’ το παραβάν χύνονται σαν εικόνες. Λες σε εκείνη την Αίθουσα να πραγματοποιούνται τα ματωμένα έργα τα κρυφά και ανείπωτα σχέδια των ανθρώπων. Μοιάζουν με γυμνιστές σε παραλίες νότου. Σε εύκρατα κλίματα με αμμώδεις ευρύχωρες ακτές όπου δεν πάτησε ποτέ πέλμα σκλαβιάς. Λες διωγμένοι σε εκείνους τους άμμους και καταδικασμένοι από έναν τυφλό φόβο ηγεμόνων. Να ζούνε πάντα σε εκείνη τη στενή λουρίδα σαν πνοή περιθωρίου».

Μέσα από συνεχείς αναπλάσεις, αλληλοσυμπληρώσεις των επιμέρους κεφαλαίων και λαμπρά αναβλύσματα εικόνων και ήχων που εντείνουν το πολύσημο των συμβόλων και του μύθου φτάνει σε μια συμφιλίωση του λυρισμού με τον θάνατο κι από κει στο σιβυλλικό τέλος της Γενεαλογίας» για τους ανθρώπους – τσιγγάνους:

«Γεννιούνται μεγαλώνουν και πεθαίνουν καθ’ οδόν.

Μέσα στων θελκτικών κοιλάδων τις πτυχές / στήνουν πάλι τα τσαντίρια τους. / Μέσα στης αναχώρησης την ηδονή / κατασκηνώνουν πάλι. / Μια ράτσα ψιθύρων με μόνο προσκέφαλο / το φως. / Μια φυλή φυγάδων με μόνο πλούτο το βήμα / της στο μέλλον…»

Μια ποίηση πυκνή, μαστορική, μυστική μαζί και αποκαλυπτική από την οποία δώσαμε λίγα δείγματα, μια ποίηση που πρέπει να διαβαστεί στην ολότητά της για να συλληφθεί στο ακέραιο η ομορφιά και η γοητεία της, γιατί ο Πρατικάκης έχει μπει καλπάζοντας στην ωριμότητά του και με λογισμό και μ’ όνειρο.

[Εξόρμηση, 26 Απριλίου 1985]