Δεν συμβαίνει συχνά να συζητούν οι συνεργάτες μιας εφημερίδας με το διευθυντή! Και αυτό συνήθως έχει σχέση με μια καθημερινότητα που σε δένει χειροπόδαρα κι εξαφανίζει τον ελεύθερο χρόνο. Με τον Αντώνη Σιμιτζή έχουμε καταφέρει να σπάσουμε ρεκόρ. Πνιγμένοι και οι δυο μ’ ένα πρόγραμμα καθημερινό και πιεστικό, καταφέρνουμε να κάνουμε μακροσκελείς συζητήσεις. Μη θεωρήσετε ότι ακολουθούν συγκρούσεις και τέτοια… Όχι! Μας δένει μια φιλία που δεν σκιάζεται από τίποτε. Χρόνια τώρα. Δεν μπορώ να μη θαυμάσω την αγία επιμονή του να συνεργάζεται κάθε Κυριακή με την «Εξόρμηση»! Είναι από τους λίγους που την αγάπησαν και σταθερά την στηρίζουν. Ο Αντώνης, λοιπόν, είναι ένας σπουδαίος πεζογράφος που συνεχίζει την παράδοση των λογίων εκείνων που με τις συνεργασίες τους τόνωσαν τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο του τόπου μας. Με το λιτό, ευθύβολο, περιεκτικό και αποτελεσματικό λόγο του, κάθε Κυριακή, ζωντανεύει τις σελίδες της εφημερίδας μας. Να όμως που μας έδωσε και την τυπική αφορμή να του αφιερώσουμε περισσότερο χώρο. Έγραψε ένα μυθιστόρημα για μια εποχή, τη δεκαετία του πενήντα, που στέκει απορημένη και περιμένει τη λογοτεχνική αξιοποίησή της. Ο Αντώνης επιχείρησε να μας δώσει την τοιχογραφία ενός κόσμου που δεν χωρούσε στα καλούπια της εποχής και που επιζητούσε, με ορμή, να ζήσει στα άκρα! Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο πάνω στον τεράστιο πλούτο της δημοτικής μας γλώσσας, χωρίς να περιέχει τίποτα ακαταλαβίστικο, ξεπερασμένο ή νωθρό… Φύλαξέ μου τις παλιές φωτογραφίες, είναι ο τίτλος του βιβλίου του Αντώνη Σιμιτζή, που κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Άγκυρα, στη σειρά «Σύγχρονοι Έλληνες Πεζογράφοι». Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι αποσπάσματα μιας συζήτησης με άπειρα θέματα στην ημερήσια διάταξη.

  • Τι είναι το μυθιστόρημά σου «Φύλαξέ μου τις παλιές φωτογραφίες»;

Μιλάει για το άμεσο συναρπαστικό παρελθόν μας, που η συνέχειά του είμαστε εμείς σήμερα. Μιλάει για ένα πολυσύνθετο και ολοζώντανο γίγνεσθαι, με δυνατούς και ρωμαλέους άντρες, γεμάτους μυαλό και θάρρος, και υπέροχες γυναίκες σε ομορφιά, ευφυία και θηλυκότητα! Ήτανε μια κοινωνία φορτισμένη από επαναστατικές ιδέες και οράματα, που δεν της έλειπε το παραμικρό για να γίνει σπουδαία, εκτός από το χρήμα και τη γενναιότητα αυτών που την κυβερνούσανε, και που αποδείχτηκαν στο διάβα του χρόνου μικρόψυχοι και τυχάρπαστοι, εντελώς ανίκανοι να δουν, να συγκινηθούν και να αξιοποιήσουνε αυτή τη δύναμη! Ήταν ένας κόσμος που, αντί να φτιάξει τον τόπο του, σκορπίστηκε σε άλλους τόπους, σε όλους τους τόπους της γης, για να φτιάξει εκείνους, κάτω από άγνωστους νόμους και ξένα «πιστεύω». Ένας λαός που γύρισε πίσω μετά από σαράντα χρόνια, για να βρει μια έρημη χώρα, που δεν έχει μείνει τίποτα από τα παλιά, μα που δεν του προσφέρει και τίποτα καινούργιο, μεγάλο ή ιδιοφυές, όπως ήταν τότε που αυτός την πλημμύριζε με τα πάθη του, τις ιδέες και το δικό του πολιτισμό. Στο μυθιστόρημα ανασταίνεται με ολοζώντανους ήρωες, εκείνη η συνταραχτική εποχή, που μπροστά της η σημερινή κιτρινίζει από ανερμάτιστη βιαιότητα και άσκοπο χρυσάφι!

  • Τι είναι βιβλίο;

Για την ποίηση και τη λογοτεχνία, το μέσο έκφρασης μιας τέχνης. Για τη φιλοσοφία, η σανίδα σωτηρίας, να μιλήσεις για τις καυτές, τις βασανιστικές, τις λυσσασμένες σκέψεις που σε κατατρώνε.

  • Η λογοτεχνία;

Ύστερα από πολλά χρόνια περιπλάνησης στο λόγο και την αφήγηση, τη δημιουργία και ανασκευή κοσμοθεωριών, κατάλαβα πως η λογοτεχνία δεν είναι παρά μόνο η ιστόρηση παραμυθιών. Το ευρύ κοινό στο οποίο απευθύνεσαι, δεν τραβάει πράγματα πιο σοβαρά, ούτε καν συνταραχτικά από άποψη περιγραφής σκηνών. Το ευρύ κοινό, οι χιλιάδες τους οποίους απευθύνεσαι, με την ποίηση και τη λογοτεχνία, και άσχετα με τη φήμη που μπορεί να επιτύχεις, αντέχεις το απλό σχεδόν αυτό που λέγεται παραλογοτεχνία, το πριν από αυτήν – ούτε καν το ώριμο. Και μην παρασυρόμαστε αν –π.χ.- οι ξένοι δήθεν διαβάζουν… Διαβάζουν είτε αστυνομικά, που εγώ δεν καταδέχτηκα να τα πιάσω στα χέρια μου μετά τα είκοσι, είτε ερωτικές ιστορίες σε στιλ ρομάντσου. Αν οι μεγάλοι λογοτέχνες έγιναν παγκόσμια σύμβολα, έγιναν από το μικρό ποσοστό των ανθρώπων που όντως διαβάζουν, στοχάζονται, προβληματίζονται και προχωρούν. Έχω την οικτρή εντύπωση πως μιλάμε πάλι για ένα μικρό πλήθος, μέσα στο οποίο είμαστε – έστω – κι εμείς, και που – πλανώμενοι – νομίζουμε πως εκπροσωπεί όλο τον κόσμο! Ποιον κόσμο; Μπορώ να σου παραθέσω αμέτρητα παραδείγματα βαρβαρότητας πάνω σ’ αυτό.

  • Τι ιδέα έχεις για την εποχή μας;

Πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να περνάμε όλοι καλύτερα, κι αυτό είναι το παράπονό μου. Χιλιάδες άνθρωποι που θα ήσαν καλοί και ήσυχοι, έχουν μετατραπεί σε παράνομους, ανήθικους κ.λπ., λόγω μιας ανόητης προπαγάνδας πλουτισμού και μιας ανεγκέφαλης εξουσίας. Μπορείς να μου κατονομάσεις κυβερνήτες-διανοητές, σε παγκόσμια κλίμακα μιλάω, και πόσους; Δεν τους βλέπεις όταν «συνέρχονται» τι λένε και τι αποφασίζουν; Δεν το βλέπεις όταν συνεδριάζουν, τι ψηφίζουν; Έχω διαρκώς μια μόνιμη κατάπληξη: κοιτάζω τα αεροπλάνα που σηκώνονται και προπαντός που προσγειώνονται σώα και λέω πώς είναι δυνατόν, αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι που κάνουν αυτά τα θαύματα, να είναι παραέξω τιποτένιοι; Να μην καταλαβαίνουν από πόνο, αδικία, από ειρήνη, από υπαρξιακή αγωνία: Μυστήριο! Μυστήριο…

  • Μπορεί η εποχή μας να αξιοποιηθεί λογοτεχνικά;

Πιθανόν ως μέσο προπαγάνδας, ως εκμάθηση της γλώσσας, ως πρώτη δόση επικοινωνίας, ως εισαγωγή στην τέχνη του θεάτρου, του κινηματογράφου, επιτέλους ως δρόμος για τη σκέψη! Μα πρέπει πρώτα να γίνει κερδοφόρα…

  • Μήπως τα ΜΜΕ μας κλέβουν το χρόνο και ισοπεδώνουν τη σκέψη μας;

Τα ΜΜΕ είναι το γράσο της εποχής μας. Αν εξαιρέσουμε τις εφημερίδες και περισσότερο κάποιου είδους περιοδικά, όλα τα άλλα είναι σκουπίδια. Σκουπίδια που κάνουν πλούσιους αυτούς που τα διακονούν, και ευτυχισμένους αυτούς που τους ακολουθούν… Φυσικά τα ΜΜΕ μας κλέβουν το χρόνο και ισοπεδώνουν τη σκέψη, πάνω απ’ όλα της μάζας. Θα μπορούσαν να είναι μια καταπληκτική – και καθόλου πληκτική – πηγή χαράς, γνώσης, πληροφόρησης, μάθησης και σοφίας. Γιατί την εικόνα – και ειδικότερα τη ζωντανή - την παρακολουθείς δυσκολότερα και την αφομοιώνει φυσιολογικότερα ο άνθρωπος. Αλλά αντί αυτής της θετικής πορείας, παρακολουθεί ο κόσμος ανηλεώς μια διδασκαλία φόνων, ατιμιών, ηλίθιων ιστοριών, μηδενικής έμπνευσης και απάτης… Είναι να τρελαίνεσαι. Και γιατί αυτό; Γιατί, πρώτο και κύριο, εκείνοι που κοντρολάρουν την παραγωγή τους, είναι διαπιστωμένα, κατώτερης διάνοιας. Και φυσικά, όπου υπάρξει κάποιος άνθρωπος με μυαλό ή άποψη θετική γι’ αυτόν τον κόσμο, καταστρέφεται οικονομικά και παύει να υπάρχει.

  • Πώς βλέπεις τη σχέση πολιτικής και ΜΜΕ;

Η πολιτική και οι πολιτικοί υποχωρούν στην κατάντια των ΜΜΕ, για να επιβιώσουν, χωρίς να θέλω να πω ότι οι πολιτικοί καταλαβαίνουν πάντα τι κάνουν ή ότι έχουν άλλη άποψη για τον κόσμο. Τα λόγια τους, τα «πιστεύω», ο τυχοδιωκτισμός ή απλώς ο επαγγελματισμός τους, πολλές φορές είναι σύμφωνος μ’ αυτό που συμβαίνει. Και για να κάνουμε μια παρένθεση, για αποφυγή παρεξηγήσεων. Α) Αυτοί είμαστε κι αυτά κάνουμε. Β) Είναι καλύτερη (και μοναδική) η Δημοκρατία από οποιοδήποτε άλλο πολιτικό σύστημα. Γ) Οι πολιτικοί και η εξουσία, είναι η πιο καλή και η πιο ολοκληρωμένη διακυβέρνηση μιας χώρας, από οποιουσδήποτε άλλους, όπως οι στρατιωτικοί, οι κληρικοί, ακόμη και οι τεχνοκράτες. Τους πολιτικούς τους καταργείς χωρίς αιματοχυσία. Για όλους τους άλλους απαιτείται αιματηρή επανάσταση. Όσο για τους τεχνοκράτες, πας κατευθείαν στην καταστροφή του πλανήτη, χωρίς να το πάρεις είδηση. Μιλάμε για μονοδιάστατα πνεύματα. Ούτε φυσικά και οι φιλόσοφοι μόνοι δεν κατάφεραν να κυβερνήσουν καλά τις χώρες τους, όπως μας δίδαξε η ιστορία. Το μόνο, λοιπόν, που σώζει πάντα είναι η πολυφωνία, δηλαδή, η δημοκρατία, που πάντως και εξάπαντος, θα πρέπει να κλείνει και να εξαφανίζει τους οχετούς, όποιοι και αν είναι. Τα ΜΜΕ σήμερα είναι ο κακός μας σύμβουλος, χωρίς να ξεχνάμε ένα μικρό ποσοστό από αυτά που τέρπουν, διαφωτίζουν και μορφώνουν.

  • Παίζει κάποιο ρόλο σήμερα η ιδεολογία και οι πολιτικές αρχές;

Πάντα έπαιζαν ρόλο οι ιδεολογίες αλλά σήμερα οι πολιτικοί δεν έχουν ούτε ιδεολογίες ούτε αρχές. Οι αρχές επιβάλλονται από το αχαλίνωτο κεφάλαιο, που ξέρουμε πια τις ακριβώς γυρεύει. Και οι ιδεολογίες εκφράζονται σήμερα ή από μεμονωμένους ανθρώπους ή από μικρά κινήματα ή κόμματα. Εγώ δεν πιστεύω πως τα μεγάλα κόμματα έχουν ιδεολογία που αφορά π.χ. το σύνολο και τούτο επειδή αυτό έρχεται κατάφωρα σε αντίθεση με τη μεγάλη εξουσία. Γίνεται απλώς μια φραστική προσέγγιση της αλήθειας, ενώ η πραγματικότητα είναι άλλη.

  • Ποιος είναι εκείνος που κρίνει αν ένα βιβλίο πληροί τις προϋποθέσεις της σωστής, ποιοτικής λογοτεχνίας;

Κανονικά, το κοινό. Αν δεν έχει παραπλανηθεί από τους παρουσιαστές, την ψευδοκριτική, την πληρωμένη είδηση και διαφήμιση, τα κυκλώματα (αυτή τη μάστιγα του σιναφιού και του συνδικάτου).

  • Δηλαδή, η κριτική ως θεσμός υφίσταται σήμερα;

Έχω γράψει εδώ και δεκαπέντε χρόνια στους Έρωτες στην ομίχλη, πως η κριτική αυτοκτόνησε από πολύ καιρό. Αυτός ο καταπληκτικός θεσμός (η κριτική της τέχνης) δεν υπάρχει πια. Αποτιμήθηκε σε χρήμα και αξιώματα και αυτοχειριάστηκε.

  • Τελικά, πώς θα γραφτεί η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας όταν αυτοί που θα την γράψουν είναι προκατειλημμένοι;

Δεν θα γραφτεί τώρα. Σε εκατό χρόνια, όταν δεν θα υπάρχει κανένας από τους σημερινούς υφάλους. Τότε κάποιος ερευνητής, μελετητής, επαγγελματίας ή στοχαστής θα δουλέψει γι’ αυτό το θέμα. Η νεοελληνική λογοτεχνία διαφεντεύεται από παντοδύναμα μαμούνια. Ποιος να ξεπεράσει τον εαυτό του, και τι αποτίμηση να κάνει;

  • Ποια είναι η συνεισφορά προς αυτή την κατεύθυνση των ειδικών εντύπων; Πιστεύεις ότι τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι εργαστήρια παραγωγής νέων και ταλαντούχων λογοτεχνών;

Η συνεισφορά τους είναι μικρή, γιατί καταρχήν το κοινό της είναι μικρό, και δεν ξέρω αν βοηθούνται από κάπου για να επιβιώνουν. Εγώ αγοράζω κάποια τέτοια περιοδικά όταν μου χρειάζεται να μελετήσω ένα συγκεκριμένο θέμα. Θα ήμουν πάντως έτοιμος να γίνω συνδρομητής ενός λογοτεχνικού εντύπου, μόνο από συνεισφορά στη διατήρησή του. Δεν πιστεύω πως βγάζουν ταλαντούχους νέους. Βγάζουν απλώς νέους. Και δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο. Για να «μιλήσουν» στο ευρύ κοινό, θα πρέπει ή να το γυρίσουν στην πολιτική (να σκανδαλοθηρήσουν κ.λπ.), ή στην καλλιτεχνική είδηση, δηλαδή στο κουτσομπολιό… Δεν αξίζει τον κόπο. Ίσως αν είχαν κάποιον χρηματοδότη, να κυκλοφορούσαν σε μεγάλη έκταση μεταξύ μαθητών και φοιτητών. Βέβαια, το πρόβλημά μας δεν είναι να βγάλουμε χιλιάδες λογοτέχνες, γιατί ούτε βγαίνουν ούτε χρειάζεται. Μπορούμε όμως να τους δίνουμε τις βάσεις της μόρφωσης του ατόμου, και κατόπιν ας γίνονται γιατροί, μηχανικοί, εργάτες, πολιτικοί…

  • Έχουμε χιλιάδες τίτλους βιβλίων που κυκλοφορούν καθημερινά. Τι σηματοδοτεί αυτό για την κοινωνία μας; Σημαίνει ότι έχει πνευματικότητα;

Η κοινωνία μας δεν έχει πνευματικότητα, αυτό είναι πια ξεκάθαρο. Όσοι όμως έχουν κάποιο λόγο να τρέχουν στα βιβλιοπωλεία για να ανατρέχουν σε κάποιο βιβλίο, στην εποχή μας μπορούν να το κάνουν με εμψυχωτική ευκολία. Αυτό το βρίσκω ευλογία, παρότι χρειάζεται πολύ ψάξιμο για να αποφύγεις τη σαβούρα.

  • Δηλαδή, διαβάζουν οι Έλληνες;

Όχι, ούτε οι Έλληνες ούτε οι άλλοι λαοί διαβάζουν. Το να αγοράζεις αστυνομικά ή ρομαντικές ερωτικές σάλτσες, δεν είναι για μένα «διάβασμα». Φοβάμαι πως η μεγάλη κατανάλωση σταματά εκεί. Αν διαβάζουν περισσότερα βιβλία οι Άγγλοι ή οι Γάλλοι ή οι Αμερικανοί, σε τι είναι πιο έξυπνοι ή καλύτεροι από μάς; Στο Α.Ε.Π. τους; Αφού με την ίδια μανία καταστρέφουν τον πλανήτη ή βασανίζουν ανθρώπους, αρκεί να τους δώσεις την άδεια. Μιλάμε για πρωτογονισμό! Για μια αφοπλιστική βαρβαρότητα που δεν με αφήνει να κοιμηθώ και μάλιστα όταν σκέφτομαι ότι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι έφτιαξαν την εκπληκτική ανθρώπινη γλώσσα!

  • Οι πολιτικοί μας διαβάζουν; Έχουν πνευματικότητα ή είναι μονάχα… τεχνοκράτες;

Οι πολιτικοί δεν διαβάζουν γιατί δεν τους χρειάζεται. Δεν τους ρώτησε κανείς για κάτι σχετικό, ώστε να τους εξαναγκάσει. Τεχνοκράτες ή όχι τρέχουν πίσω από τα γεγονότα που αυτοί δημιουργούν, προσπαθώντας να διασώσουν το επάγγελμά τους, του πολιτικού. Τώρα, είναι βέβαιο, ότι δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα και αν βρεθείς μέσα στη δίνη του πολιτικού κόσμου, που πρέπει ταυτόχρονα να μιλάς αλλά και να μη λες τίποτα γιατί θα έχεις συνέπειες ή να κάνεις και ταυτόχρονα να μην κάνεις, γιατί θίγονται συμφέροντα άλλα… Δεν ξέρω τι να πω. Είναι μια συντριπτική ρουτίνα. Μια λαμπρή αιχμαλωσία, ένα παντοδύναμο τίποτα, μια θριαμβευτική κατρακύλα, μια ζητωκραυγαζόμενη αυτοκτονία. ΟΙ πολιτικοί που ενδιαφέρονται περισσότερο για τον εαυτό τους παρά για το σύνολο, θα έπρεπε να πηγαίνουν σπίτι τους. Μα δεν υπάρχει τρόπος να γίνει αυτό κι αυτή είναι η πραγματικότητα.

  • Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου τι είναι;

Είναι κάτι και περισσότερο από το τίποτα. Έχω την εντύπωση ότι πάσχει από το σύνδρομο του κυκλώματος και του βολέματος. Ακόμη και ο νόμος της δημιουργίας του είναι διάτρητος. Π.χ. ο πρόεδρος έχει δυο ψήφους! Δεν υπάρχει έλεγχος και γενική συνέλευση… Αλλά ένα Ε.ΚΕ.ΒΙ. πράγματι χρειαζόταν, τα λογοτεχνικά σωματεία βρίσκονται σε νηπιακή κατάσταση, και θα έπρεπε κάποιος να κάνει τη δουλειά τους. Όμως χρειάζεται κι εδώ, εκτός από την επιστήμη και τις τεχνικές γνώσεις και φιλοσοφία, και άποψη ποιοι είμαστε, διάολε, και τι γυρεύουμε να κάνουμε σ’ αυτό τον κόσμο… Γι’ αυτό, δηλαδή το ψάξιμο σε κλίμακα συνόλου, έχω την εντύπωση πως δεν υπάρχει ούτε σαν σκέψη. Μου θυμίζει ιδιωτική εταιρεία, που οι υπόλοιποι είναι απλώς ανταγωνιστές.

  • Το ίδιο ερώτημα σου το θέτω και για τους επιστήμονες (δικηγόροι, γιατροί, πανεπιστημιακοί, καθηγητές). Υπάρχει πνεύμα ή όλα θυσία στο βωμό της προβολής και του κέρδους;

Πού και πού συναντάω και κάποιον επιστήμονα που ενδιαφέρεται για πράγματα πέρα από τη δουλειά του Που σκέπτεται ότι – εντάξει – όλοι τρέχουμε, μα για τι τέλος πάντων και για πού; Υπάρχει πάντως ένας φοβερός κοινωνικός κλοιός, που υπαγορεύει σαν έπαθλο και αναγνώριση, τα περιουσιακά στοιχεία και μόνον αυτά! Δεν έχει σημασία πώς θα κερδίσεις, άτιμα ή πεθαίνοντας: Πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις περιουσία! Μετά από αυτό, δεν μένουν και μεγάλα περιθώρια για τίποτε άλλο.

  • Για τα διάφορα λογοτεχνικά σωματεία τι θα έλεγες;

Τα λογοτεχνικά σωματεία υπάρχουν απλώς. Τίποτε άλλο. Είναι σωματεία σφραγίδες, ταμπέλες χωρίς καμιά πνευματικότητα, και γενικά δεν εμπνέουν κανέναν παραδειγματισμό. Δεν είμαι της άποψης να κλείσουν, έστω και αν τα μέλη τους αλληλοσπαράσσονται. Έχω την εντύπωση πως δεν μπορεί να γίνει τίποτα καλύτερο, αυτοί είμαστε, και σ’ αυτό – επίσης – και οι άλλοι που μας εξουσιάζουν, μας περιορίζουν. Στο να μην είμαστε τίποτα.

  • Πες κάτι που δεν σε ρώτησα και ό,τι να ’ναι!

Μερικά λόγια για το τι πιστεύω πως είναι τελικά ο άνθρωπος. Ένα πλάσμα όπως όλα τα άλλα, με την ίδια καταγωγή και την ίδια μοίρα, αν δεν καταφέρει αυτό το ίδιο, να έχει διαφορετικότερη τύχη. Είναι πιθανόν να αυτοκαταστραφούμε και ο μόνος που μπορεί να μας σώσει από την καταστροφή και την εξαφάνιση είναι το μυαλό μας. Δεν έχω εμπιστοσύνη σε κανέναν, όσα σχολεία και αν έχει βγάλει, μιας και οι παραλείψεις του συχνά φτάνουν στα όρια της μεταφυσικής! Ο άνθρωπος είναι σπουδαίο ον σε σύγκριση με τα άλλα όντα, όσον αφορά το μυαλό του. Όσον αφορά όμως αυτό το κοινό μυαλό, σε σύγκριση με τους μεγάλους διανοητές, τους μεγάλους ερευνητές, αυτούς που ψάχνουν και πάσχουν για το είναι του κόσμου, δεν είναι τίποτα! Κάποτε πίστευα πως φταίνε οι άλλοι – κάποιοι – που το σύνολο παραμένει πίσω. Τώρα είμαι πεισμένος πως δεν είναι δυνατόν να γίνεσαι 30 και 40 ετών, και να παραμένεις 12 και να φταίνε μόνον οι άλλοι!… Και είναι τέτοιοι όλοι οι Ευρωπαίοι, οι Αμερικανοί, οι λοιποί. Άρα, πρέπει να περιμένουμε τον αιώνα μιας ακόμη βιολογικής εξέλιξης; Η ανθρωπότητα σήμερα είναι μπλεγμένη θανάσιμα με τα ανόητα προσωπικά λάθη του καθενός μας. Λοιπόν, η τύχη μας μοιάζει με ένα αναπόφευκτο διαζύγιο (που ξέρουμε τις συνέπειές του), αλλά δεν μπορεί να μην γίνει) με έναν επικείμενο πόλεμο, μια αναπόφευκτη καταστροφική επανάσταση, όπως αυτή κι αν γίνει. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τρόπος ανάσχεσης. Δηλαδή, θα έρθει στη γη μια τρομερή και παρατεταμένη καταστροφή, όχι από μετεωρίτη ή το Θεό, αλλά από πυρηνική π.χ. διαρροή, από την εξάπλωση ασθενειών, από την έλλειψη τροφής, από γενική διαστροφή των ειδών, από κάτι. Και αφού απλωθεί παντού, ένας τρομακτικός θάνατος, που θα μας αποδεκατίσει – τα θύματα σε δισεκατομμύρια – θα σταματήσει αυτός ο ανόητος πολιτισμός μας, ο παιδαριώδης, ο τυχαίος, ο χωρίς σκοπό και στόχο.

[Εξόρμηση, 29/06/1997]

«Φίλοι, είπε ο αρχηγός των δούλων, μόνο μια μεγάλη ανακάλυψη μας έσωσε. Ότι, εκτός από δούλους, μας χρειάζονται και για καταναλωτές»!

Πρόκειται για ένα από τα Διηγήματα του νυχιού, όπως τα ονομάτισε ο συγγραφέας τους Αντώνης Σιμιτζής και που έρχονται σαν μια κάποια συνέχεια εκείνων των διηγημάτων «της απαλάμης», που για πρώτη φορά κυκλοφόρησαν το ’66 και, πριν από λίγες μέρες, ξαναβγήκαν σε δεύτερη έκδοση.

Παρά τον τίτλο τους, όπως έγραφε κάποτε κι ο Βάσος Βαρίκας, τα διηγήματα του Σιμιτζή δύσκολα θα μπορούσαν να ενταχθούν στην περιοχή της αφηγηματικής πεζογραφίας. Έχουμε, στ’ αλήθεια, μπροστά μας ένα συγγραφέα – είδος μοραλίστα, που εκφράζει τις απόψεις του, τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις του για την κοινωνία και τον άνθρωπο πότε με μύθους, άλλοτε με στιγμιότυπα κι όχι σπάνια με «ανέκδοτα» και αποφθέγματα: «Στην αρχή μιλούσα μόνον εγώ. Ύστερα μίλησε κι εκείνη. Τώρα δεν μιλάει πια κανείς».

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Αντ. Σιμιτζής επιχειρεί την ανατομία της σύγχρονης ζωής. Ένα πλήθος στοχασμών στοιχειοθετούν την παρατηρητικότητα και τη γυμνασμένη σκέψη του που απορρέει από την προσωπική εμπειρία ζωής.

Ο Καπιταλιστής – απ’ τα πιο σημαντικά βιβλία του Σιμιτζή – είναι μια σάτιρα που λέει ότι με το σιγοντάρισμα των νόμων και χωρίς να τους παραδεί ποτέ ένας άνθρωπος που έχει πολλά χρήματα μπορεί να κάνει οποιοδήποτε κακό. Λέει ο συγγραφέας:

«Τα τεχνάσματα του Γιάννη Μπαστούνη, δηλαδή του καπιταλιστή, είναι πρωτοφανή, ευφυή και παροιμιώδη. Χρησιμοποιώντας τεράστια χρηματικά ποσά, μεγάλα διαφημιστικά κόλπα και απίστευτους τρόπους νόμιμης καταπίεσης, καταφέρνει να εξαγοράσει τα πάντα από τους κατοίκους μιας επαρχιακής πόλης. Τις περιουσίες τους, τα σώματά τους, τους πεθαμένους συγγενείς τους, τη σκέψη τους την ίδια και φεύγει αφήνοντάς τους μουτζουρωμένους, μ’ ένα ανεξίτηλο μελάνι, για την τελική φάση της συνειδητοποίησης του κακού που προξενεί ο συσσωρευμένος πλούτος και μια όποια νόμιμη διαδικασία χρησιμοποίησής του».

Ο Καπιταλιστής ήδη ετοιμάζεται και σαν σίριαλ θα προβληθεί από την τηλεόραση. «Δεν θα γινότανε σίριαλ ποτέ, αν δεν άλλαζε η κυβέρνηση. Θα έμενε 130 χρόνια στο ντουλάπι! Έπρεπε ν’ αλλάξει η κατάσταση…».

Κάτι, λοιπόν, ο Καπιταλιστής, κάτι τα Διηγήματα της απαλάμης, κάτι η Ερήμωση, ένα μυθιστόρημα που θα κυκλοφορήσει σύντομα με θέμα του τις αιτίες που μεταξύ 1950 και 1955 δημιούργησαν τη μεγάλη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, ο συγγραφέας Αντώνης Σιμιτζής να ’τον στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Αλλά, πιο πολύ, δεν μιλάει για τα βιβλία του – μιλάει για τα προβλήματα του συγγραφέα, για την κατάσταση στο χώρο του βιβλίου, τους εκδότες, το κοινό, τη θέση του κράτους… Φυσικά δεν τα βρίσκει ρόδινα. Κάθε άλλο. Ούτε είναι από εκείνους τους αδιόρθωτους της μεμψιμοιρίας που υπονομεύουν συστηματικά και ύπουλα το ηθικό μας. Και υπάρχουν πολλοί απ’ αυτούς.

«Αναμφισβήτητα – θα πει ο Αντώνης Σιμιτζής – το βιβλίο αποτελεί σήμερα αναγκαστικά επιχείρηση γιατί υπάγεται σε πολύπλοκες αναγκαιότητες. Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι είναι συλλογικό βιοποριστικό μέσο. Ναι, αλλά υπάρχουν και κάποια όρια. Είναι αδιανόητο να υπάρχουν οι χονδρέμποροι των βιβλίων και οι συγγραφείς να λιμοκτονούν! Θα πρέπει να φτιάξουμε συγγραφείς που, οπωσδήποτε, να ζουν από το γράψιμό τους. Εγώ γράφω και κάνω και δυο ακόμα δουλειές για να μπορέσω να ζήσω».

Αλλά, ξέρουμε σήμερα ότι οι εκδότες ασκούν μια επιχειρηματική δραστηριότητα και, συνεπώς, για να επιβιώσουν πρέπει να αναπτύξουν την επιχείρησή τους, πετυχαίνοντας όσο το δυνατό περισσότερα κέρδη. Σε σχέση όμως με το συγγραφέα δημιουργούνται κάποια προβλήματα που διαιωνίζουν μια κατάσταση αρνητική γι’ αυτόν.

«Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Ο συγγραφέας δεν γνωρίζει ποτέ πόσα βιβλία βγάζει ο εκδότης και τι ποσοστό χρημάτων πρέπει να πάρει ο ίδιος. Αυτό συνήθως κανονίζεται από τις φιλικές σχέσεις εκδότη και συγγραφέα».

  • Μπορεί να βρεθεί λύση;

Μια λύση είναι η υπογραφή των αντιτύπων. Κι αυτή πρέπει να την επιβάλει το κράτος. Να καθορίσει επίσης και τα ποσοστά ανάλογα με τον κύκλο των πωλήσεων. Αλλά υπάρχουν και κάτι άλλα θέματα. Το βιβλίο πρέπει, πάση θυσία, να είναι φτηνό. Με την εξής όμως επισήμανση: ότι το φτηνό βιβλίο στην εποχή μας δεν πουλιέται…

  • Γιατί δεν πουλιέται;

Διότι όλη η ατέλειωτη σκάλα των μεσαζόντων δεν ενδιαφέρεται για το φτηνό βιβλίο.

  • Και πότε θ’ αρχίσει να πουλιέται το φτηνό βιβλίο;

Θ’ αρχίσει να πουλιέται όταν αρχίσει και η διαπαιδαγώγηση των παιδιών στα σχολεία.

  • Ναι, μα για όλα λέμε ότι προϋπόθεση είναι η βελτίωση της πλειοψηφίας…

Οπωσδήποτε αυτό είναι αρχή. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, που παρεμβαίνει και το επιχειρηματικό κεφάλαιο, πρέπει οπωσδήποτε το κράτος να παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι περισσότεροι συγγραφείς είναι εγκλωβισμένοι στο κυνήγημα του μεροκάματου. Θα έπρεπε όμως να είναι αφοσιωμένοι στο γράψιμό τους. Επιπλέον, το κράτος θα πρέπει να βραβεύει βιβλία και λεφτά να τα παίρνουν οι συγγραφείς και κανένας άλλος. Τα δε βιβλία που βραβεύονται (και αγοράζονται) να πηγαίνουν στα σχολεία.

  • Σήμερα οι συγγραφείς ανταποκρίνονται στα αιτήματα των καιρών – βρίσκονται κοντά στον κόσμο;

Έχω την εντύπωση ότι μια μεγάλη μερίδα δεν γράφει για να πλησιάσει τους ανθρώπους. Δεν γράφει έχοντας απέναντί της τον αναγνώστη. Σα να επιζητούν οι συγγραφείς να πάει ο κόσμος κοντά τους κι όχι αυτοί στον κόσμο – κάτι που θα έπρεπε να γίνεται. Γιατί, μη μας διαφεύγει ότι ο κόσμος είναι μακριά απ’ αυτά που ζουν οι συγγραφείς.

  • Μήπως πάλι παίζει κάποιο ρόλο και το κυνήγι… του μεροκάματου, στο οποίο και συ ο ίδιος αναλώνεσαι;

Πρέπει να πω ότι η δική μου οδύσσεια άρχισε αφότου ξεκίνησα να γράφω. Έχω βγάλει δέκα βιβλία. Και η πρώτη έκδοση έγινε πριν είκοσι χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα ούτε οι συμπατριώτες μου, οι διπλανοί μου στην Αμαλιάδα, δεν ξέρουν ακόμα και σήμερα ότι γράφω, βρε αδελφέ, ότι είμαι συγγραφέας. Σου λένε: «Γράφεις, ναι, αλλά τι δουλειά κάνεις;»! Έτσι, δεν λέω ότι γράφω βιβλία. Λέω πως είμαι μικροπωλητής, καθηγητής…

Πρέπει να χρισθούν οι συγγραφείς από το κράτος – να τους δώσει αξία κι αυτοί να μη δουλεύουνε πάρεργα. Να πάρει την πρωτοβουλία το κράτος και να στέλνει συγγραφείς επί πληρωμή [γιατί όχι;] για να κάνουν διαλέξεις, συζητήσεις. Τώρα το κράτος τον θέλει τον πολιτικό διαφωτισμό. Δεν φοβάται τίποτα. Δεν υπάρχει ανωμαλία, καταπίεση. Δεν πρέπει να φοβάται τους δημιουργούς.

Εδώ, ο κόσμος δεν ξέρει το Βάρναλη! Ή τον Καζαντζάκη πόσοι τον ξέρουν; Μη γελιόμαστε, λίγοι τον ξέρουν! Το καλό βιβλίο δεν φτάνει στο λαό. Κάνει ένα συγκεκριμένο κύκλο. Όσοι θεατές κι αν έρθουν στο Ηρώδειο, είμαστε όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι. Χρόνια ολόκληρα πάω στο Ηρώδειο και βαρέθηκα να βλέπω τα ίδια πρόσωπα… Πώς να το κάνουμε; Υπάρχει τρομακτική απόσταση μεταξύ κειμένων και λαού. Τι να σου κάνει κι αυτός ο λαός! Πολιτική 150 χρόνων της Δεξιάς – η αντι-παιδεία ήταν το έμβλημά της…

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. O Αντώνης Σιμιτζής γεννήθηκε στην Αμαλιάδα της Ηλείας. Έκανε ανώτατες σπουδές στη Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά. Στη συνέχεια πήγε στη Γερμανία όπου έμεινε δεκατρείς μήνες μαθαίνοντας τη γλώσσα και τελειώνοντας μια Σχολή Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1962 με τη νουβέλα του “Ο Γέρος”. Από τότε έχει εκδώσει πολλά πεζά διηγήματα, μυθιστορήματα και δοκίμια, ενώ έχει γράψει πολλά θεατρικά έργα από τα οποία 20 περίπου μονόπρακτά του έχουν ανέβει από αθηναϊκές σκηνές. Εμφανίστηκε στην τηλεόραση με 100 επεισόδια σίριαλ και τηλεταινίες όπου έχουν παρουσιαστεί σε διασκευή του ή πρωτότυπα τα εξής μεταξύ άλλων έργα: “Το χρήμα”, “Η Μ. Στέφα” του Ξενόπουλου, “Το μπουρίνι” του Καραγάτση, πέντε αυτοτελή έργα στη σειρά Μικρογραφίες, “Προς Οφρύνιο” του Φ. Δρακονταειδή, επεισόδια από τη σειρά “Μικροί Μεγάλοι”, “Η λυγερή” του Καρκαβίτσα κ.ά. Τα πεζά του έχουν συμπεριληφθεί σε σημαντικές ανθολογίες ενώ έχει βραβευτεί δύο φορές με Α΄ Βραβείο σε διαγωνισμούς θεατρικών μονόπρακτων και έχει πάρει έπαινο για τρίπρακτο έργο του από το Υπουργείο Πολιτισμού. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας και υπήρξε μέλος στο Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου για πέντε χρόνια.

[Εξόρμηση, 28-29 Αυγούστου 1982]