ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ

Standard

ΑΡΑΓΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ: Για τον Γιώργο Ιωάννου. Σειρά: Νεοελληνική λογοτεχνία Ίνδικτος 2007. Ο Γιώργος Αράγης, συγγραφέας και γιατρός στο επάγγελμα, είναι ένας από τους συστηματικότερους μελετητές του έργου του Θεσσαλονικιού συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου. Φίλοι καλοί κατά την περίοδο που ο Ιωάννου ζούσε και εργαζόταν στην Αθήνα, μοιράστηκαν σκέψεις, έγνοιες και συζητήσεις γύρω σε θέματα των νεοελληνικών γραμμάτων, ο δε Ιωάννου εμπιστεύθηκε σε αυτόν την πρώτη ανάγνωση πολλών αδημοσίευτων ακόμη κειμένων του. Στα κείμενα του τόμου ο Αράγης ξετυλίγει με περίτεχνο και συνάμα διακριτικό τρόπο τα στοιχεία της προσωπικότητας του Γ.Ι., όλα όσα διαμόρφωσαν τον πεζογράφο, τον χρονογράφο αλλά και τον περιηγητή της Αθήνας Ιωάννου, ο οποίος είχε το σθένος αλλά και την ταπείνωση να υπερασπίζει το έργο του με τρόπους σιωπηλούς και σίγουρα ενάντια στο τότε λογοτεχνικό κατεστημένο. Ο αναγνώστης θα βρει κείμενα σχετικά με το πεζογραφικό ύφος του συγγραφέα, για τις ανεξερεύνητες ακόμα αρετές των χρονογραφημάτων του, για το λογοτεχνικό αλλά και προσωπικό περιβάλλον εντός του οποίου ο Ιωάννου έζησε και δημιούργησε. Ξεχωριστή θέση κατέχει, στο τέλος του βιβλίου, το κείμενο που ο Αράγης γράφει λίγες στιγμές μετά την κηδεία του φίλου του, στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης.

ΔΡΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΡΗΣ: Γιώργος Ιωάννου: Ένας οδηγός για την ανάγνωση του έργου του. Σειρά: Νεοέλληνες Λογοτέχνες. Ειρμός 1992.

ΧΟΥΖΟΥΡΗ ΕΛΕΝΑ: Γιώργος Ιωάννου. “Σαν σπόρος αγκαθιού…”. Σειρά: Βίοι Αγίων / Υπόγειες Διαδρομές. Ηλέκτρα 2005. Ο Γιώργος Ιωάννου της Θεσσαλονίκης. Ο Γιώργος Ιωάννου της ποίησης. Ο Γιώργος Ιωάννου της πεζογραφίας. Ο Γιώργος Ιωάννου της διδασκαλίας. Ο Γιώργος Ιωάννου της περιπλάνησης και της μοναξιάς. Ο Γιώργος Ιωάννου της στιχουργικής. Ο Γιώργος Ιωάννου θύμα ενός αδόκητου θανάτου. Η εξιστόρηση μιας ζωής πλήρους από ήρεμη μεγαλοσύνη. Φέτος, ένα βιβλίο. Eίκοσι χρόνια από τον θάνατό του. Από τη γέννηση (20 Νοεμβρίου 1927), μέχρι τον θάνατο (16 Φεβρουαρίου 1985), η περιπέτεια μιας ολόκληρης ζωής που έχει διανύσει την απόσταση από τη λύπη μέχρι την αναγνώριση. Από την εναγώνια προσπάθεια αναζήτησης της αυτοπροσωπίας μέχρι την καταξίωση. Από την επίμονη και επίπονη καταβύθιση μέχρι την ακεραίωση του προσωπικού και λογοτεχνικού Είναι. Κι από κοντά, γνώμες και απόψεις ομοτέχνων και ειδικών της λογοτεχνίας. Το κοινωνικό και λογοτεχνικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης. Μιας ορισμένης εποχής της Θεσσαλονίκης και μιας ορισμένης εποχής της Ελλάδας, ταλαίπωρης και ταλαιπωρούσας. Ο σφυγμός του καιρού, που τον κατανόησε ο συγγραφέας και μας τον έδωσε ως πολύτιμο κοινό κτήμα. Μια γοητευτική αφήγηση της προσωπικότητας του Γιώργου Ιωάννου είναι αυτό το βιβλίο της Έλενας Χουζούρη. Ένα παρακολούθημα της ηδύτητας, δοσμένο με την χάρη εκείνου που γνώρισε και αγάπησε τον δημιουργό και το έργο του. Δεν είναι απόδοση οφειλόμενης -έτσι κι αλλιώς- τιμής σ’ έναν άνθρωπο που λείπει από τις μέρες μας. Είναι λογοτεχνία για μια ζωή λογοτεχνημένη. Που τεχνήθηκε, δηλαδή, από την αγάπη για τον λόγο. Τον γραπτό λόγο. Βιβλίο προς βιβλίο και όχι χρόνο με τον χρόνο. Η Έλενα Χουζούρη γράφει για τον Γιώργο Ιωάννου συνομιλώντας με την παρουσία του μέσα στον καιρό και μέσα από τον καιρό. Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να μην ξεχνάς. Γιατί αξίζει στον Γιώργο Ιωάννου -φέτος 20 χρόνια από τον θάνατό του- να τον γνωρίζεις διαρκώς. Θεραπεύοντας τα «πολλαπλά κατάγματα» της μνήμης. Από το κεφάλαιο «Επιστροφή στη Γενέτειρα»: Στις 18 Φεβρουαρίου 1985 ο Γιώργος Ιωάννου επιστρέφει στη γενέτειρα πόλη. Χιονίζει. Λευκές νιφάδες σκεπάζουν απαλά το Σέιχ Σου, το ξανθωπό βουνό των ξανθομάλλικων παιδικών του χρόνων, από τη μεριά της γκρίζας θάλασσας φαίνεται να έρχεται η τρελή Ρωσίδα με το κάτασπρο μακρύ της φόρεμα και το λευκό πέπλο, κρατώντας στο προτεταμένο χέρι το άσπρο λουλούδι του Ευαγγελισμού, στο μεταξύ κι ενώ το χιόνι πυκνώνει και ο Γιώργος Ιωάννου προχωρεί προς την καινούρια του κατοικία, κόσμος αρχίζει να συρρέει προς την Πλατεία Αγίας Σοφίας. Σαρώνοντας τις γειτονιές, κατεβαίνουν τα παιδιά, κι όχι μόνον, του Κουλέ Καφέ, του Αγίου Παύλου, της Ακρόπολης, της Κασσάνδρου, από τον Βαρδάρη πάλι έρχεται ξυπόλητη, ρακένδυτη, πειναλέα, σπαρταρώντας από ενθουσιασμό, η Ραμόνα, η Εφτάλοφος, ο Παλιός Σταθμός, η Νεάπολη, η Σταυρούπολη, ενώ, αντίθετα, από ανατολικά καταφθάνουν μέσα σε σκόνη και αλαλαγμό, με τρομπέτες, παντιέρες, λάβαρα και χωνιά, η Τούμπα, η Αγία Φωτεινή, η Ευαγγελίστρια, η Τριανδρία, και η μακρινή Καλαμαριά. Κι ο Γιώργος Ιωάννου προχωρεί, η ομίχλη και το χιόνι πυκνώνουν, αλλά εκείνος χαίρεται και αγαλλιάται γιατί επιτέλους το σώμα του γίνεται σώμα της αγαπημένης πόλης, η μύτη του είναι πια το Μεγάλο Καράμπουρνου, το πιγούνι του το Μικρό Καραμπουρνάκι, το Εφταπύργιο είναι το κεφάλι του, τα σπαστά καστανά του μαλλιά τα σκουριασμένα βορινά της τείχη με τους κουλέδες, το ένα του μάτι η Μονή Βλατάδων με τα ονειρευτά παγώνια, το άλλο η Άσπρη Πέτρα, τα τείχη οι γραμμές του σώματός του. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή που επέρχεται η πολυπόθητη ένωση των δύο σωμάτων, μέσα από τις λευκές νιφάδες του χιονιού, ακούγεται μέγας καλπασμός και εμφανίζεται ο Άγιος Δημήτριος καβαλάρης. Με χέρι προτεταμένο κάνει το σχήμα του σταυρού και από ψηλά ευλογεί την αιώνια ένωση του Νυμφίου με τη Νύμφη του Θερμαϊκού

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Ενδεικτική βιβλιογραφία

Standard

AΓΓ.[ΕΛΙΚΟΠΟΥΛΟΣ] B.[ΑΣΙΛΗΣ]: «O Γιώργος Iωάννου και το Kαρλόβασι». Η Καθημερινή, 29/03/2003. Tο 1979, μέσα στις ποικίλες επαγγελματικές του περιπέτειες και τους ακόμη πιο ποικίλους κραδασμούς της εποχής εκείνης, ο Γιώργος Iωάννου είχε «ξωπεταχτεί» από την κεντρική υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας, όπου υπηρετούσε μεταπολιτευτικά, για το Kαρλόβασι της Σάμου, όπου διορίστηκε γυμνασιάρχης. Tο πέρασμά του από το απόμερο, τότε ακόμα, Kαρλόβασι ήταν σύντομο -δεδομένου ότι γρήγορα ανακλήθηκε στην κεντρική υπηρεσία-, άφησε ωστόσο μερικά «σημεία» γραπτά. Tέτοιες μαρτυρίες από το πέρασμα του Iωάννου στο Kαρλόβασι παρουσιάζει στο τελευταίο τεύχος του το λογοτεχνικό περιοδικό «Mεθόριος» της Σάμου, σε αφιέρωμά του στον συγγραφέα, με αφορμή τη συμπλήρωση, πρόσφατα, 18 χρόνων από τον αδόκητο θάνατό του: ένα ωραιότατο δικό του κείμενο (που είχε δημοσιεύσει στο περιβόητο «Φυλλάδιό» του, τ. 5-6) και κείμενο-μαρτυρία του Σαμιώτη φιλόλογου και λογοτέχνη Θεόδωρου Δ. Σαρηγιάννη για τις καρλοβασιώτικες ημέρες του Iωάννου. Tο αφιέρωμα ανοίγει με ποίημα του Θ. Δ. Σαρηγιάννη για τον Iωάννου, ενώ του ιδίου είναι και σύντομα κείμενα για τα έργα αλλά και τη Bιβλιογραφία Iωάννου. Στο αφιέρωμα δημοσιεύονται επίσης ένα κείμενο και μια συνέντευξη του σπουδαίου πεζογράφου αθησαύριστα μέχρι σήμερα σε βιβλία του: πρόκειται για δύο κείμενα που είχαν δημοσιευθεί το 1975 στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό «Kαμίνι», που διηύθυνε ο επίσης Σαμιώτης δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Bοϊκλής. Tο κείμενο του Iωάννου έχει τίτλο «H μπόμπα» και αναφέρεται στις εφηβικές μνήμες του συγγραφέα από τις μέρες που οι Aμερικανοί έριξαν τη βόμβα στη Xιροσίμα. H συνέντευξη, που είχε δοθεί στον Γ. Bοϊκλή για το «Kαμίνι», αναφερόταν στο θέμα «Oι νέοι και η λογοτεχνία».

AΓΓEΛIKOΠOYΛOΣ ΒΑΣΙΛΗΣ [Επιμέλεια αφιερώματος]: «Γιώργος Ιωάννου Ένας συγγραφέας με “Το δικό μας αίμα”». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. OΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ένας συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου το έμαθα φοιτητής το 1972, διαβάζοντας τη «Σαρκοφάγο» του, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, και το μυθικό πια «Για ένα φιλότιμο», του 1966, που έσπευσα απνευστί να βρω. Έτσι, σιγά-σιγά, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 κι εδώ, τα βιβλία του άρχισαν να περνούν στον κόσμο. Η φωνή του άρχιζε να πιάνει ρίζες μέσα μας, να πυροδοτεί διεργασίες. Με τη Μεταπολίτευση άρχισε να εκδηλώνεται και το ενδιαφέρον των ΜΜΕ για το έργο και το πρόσωπό του, ενώ και ο ίδιος, σιγά-σιγά επίσης, αλλά με όλο και πιο έντονους ρυθμούς, όσο αναπτυσσόταν και πλουτιζόταν το έργο του, και όσο ελευθερωνόταν μέσα του (αλλά και «έξω του», στη δουλειά του, εκπαιδευτικός στο Δημόσιο: άλλαζαν επιτέλους οι καιροί), ανοιγόταν σε συνεργασίες με εφημερίδες και περιοδικά, συνεντεύξεις, εμφανίσεις και εκπομπές σε τηλεόραση και ραδιόφωνο, ντοκιμαντέρ πάνω στη δουλειά του ή σε θέματα που έπιανε η πεζογραφία του. Ως τον Φεβρουάριο του 1985, στις 16, που έφυγε απροσδόκητα στα 58 του χρόνια, μετά μια «εγχείρηση ρουτίνας» για προστάτη, ο Γιώργος Ιωάννου είχε αναγνωριστεί ως ένας από τους πιο ουσιαστικούς και ενδιαφέροντες σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, αν όχι ο πιο ενδιαφέρων από τους ζώντες, αλλά και ως μια από τις ερεθιστικές εκείνες προσωπικότητες που ο λόγος και η δημόσια παρουσία τους, η «παρέμβασή» τους στα κοινά, προσελκύει εξίσου ευρύτερο κοινό και «σοφιστές». Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκε στο γένος εκείνο που ήδη τότε άρχιζε να σπανίζει, αν και δεν είχαν φύγει ακόμα ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Κουν, ο Ανδρόνικος, ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, ο Κακριδής… Σήμερα, 20 χρόνια μετά, ο «τρόπος» μέρους της πεζογραφίας του Ιωάννου -ιδίως όπου η ματιά του σαρώνει κι αποτυπώνει εγκαυστικά τη γύρω της πραγματικότητα- φαίνεται να προκαλεί αμηχανία ή ακόμη και να εκπλήσσει ορισμένους, οι οποίοι, εδώ που τα λέμε, δεν έχουν «ταχτοποιήσει» ακόμα λογοτεχνικά ούτε τον ανάλογο «τρόπο» του Ροΐδη καλά-καλά. Αλλά, βέβαια, ο Ιωάννου δεν είναι μόνο αυτό. Για να συνεννοηθούμε στα γρήγορα, στο πολύπτυχο και ποικίλο έργο του Ιωάννου ενυπάρχουν όχι μόνο Ροΐδης, αλλά και Παπαδιαμάντης, και Βιζυηνός, κατεξοχήν αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι – αρχής γενομένης από αρχαίους και Bυζαντινούς χρονικογράφους, φτάνοντας ακόμη και ώς τον Ζενέ. Κι αυτά τα λένε, και τα θεμελιώνουν, μέσα στα χρόνια που κύλησαν, μελετητές (και οι επαρκείς αναγνώστες) του έργου του Ιωάννου. Στις «Επτά Ημέρες» αισθανόμαστε ευτυχείς γιατί στο αφιέρωμα αυτό στον Γιώργο Ιωάννου, 20 χρόνια από τον θάνατό του, γράφουν πρόσωπα που επιθυμούσαμε διακαώς να τα ακούσουμε να μιλάνε για τον συγγραφέα και τον άνθρωπο Ιωάννου ή που είναι σε θέση να φωτίσουν βασικές παραμέτρους του έργου του. Δεν θέλαμε, και ευτυχώς δεν μας δόθηκαν, σκολιά και δυσκοίλια κείμενα, ας παλέψουν με τέτοια τα ειδικά λογοτεχνικά περιοδικά· θέλαμε κείμενα ουσίας, με θερμοκρασία σώματος. Ευχαριστούμε θερμά την οικογένεια του συγγραφέα, και ιδιαίτερα την αδελφή του Δήμητρα και τον σύζυγό της Μιχάλη Μηλαράκη που μας βοήθησαν με ποικίλους τρόπους και επέτρεψαν τη φωτογράφηση, ειδικά για το αφιέρωμα αυτό, του σπιτιού του Ιωάννου, το οποίο με θυσίες διατηρούν 20 χρόνια τώρα όπως ακριβώς το άφησε ο συγγραφέας.

AΓΓEΛIKOΠOYΛOΣ BAΣIΛHΣ: «Μια συνέντευξή του το 1978 στην «Καθημερινή». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. Είχα χαρεί κι είχα στενοχωρηθεί μαζί όταν εκδόθηκαν πριν από μερικά χρόνια συγκεντρωμένες σε ένα τόμο συντεντεύξεις του Γιώργου Ιωάννου («Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής», Συνεντεύξεις (1974-1985), πρόλογος-επιμέλεια: Γιώργος Αναστασιάδης, Κέδρος 1996). Συγκεντρώνονταν επιτέλους οι συνεντεύξεις του, αλλά λυπήθηκα γιατί χάθηκε η ευκαιρία να δημοσιευθεί ολόκληρη, χωρίς περικοπές, μια σημαντική συνέντευξη που μου είχε δώσει για την «Καθημερινή» το 1978. Οι εκδότες είχαν συμπεριλάβει στο βιβλίο τη συνέντευξη αυτή, αλλά δεν γνώριζαν ότι υπήρχε αδημοσίευτο στο συρτάρι μου ένα μεγάλο μέρος της, το οποίο προθυμότατα θα παραχωρούσα ώστε να δημοσιευθεί ολοκληρωμένη, αν έμπαιναν στον κόπο να με ενημερώσουν για την έκδοση (ούτε και μετά το έκαναν, άλλωστε). Η συνέντευξη αυτή έχει τη μικρή της ιστορία (πολύ σημαντική για μένα, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία όχι απλώς να γνωρίσω από κοντά έναν πολύ αγαπημένο μου συγγραφέα, αλλά και να αποκτήσω ένα μεγάλο φίλο, καθώς είχα την τύχη από τότε κι έως το θάνατό του να με περιβάλλει ο Ιωάννου με την αγάπη του). Ήμουν τότε νέος στην «Καθημερινή», όπου η Ελένη Βλάχου και ο Δημήτρης Παπαναγιώτου, ο διευθυντής μας, μου είχαν εμπιστευθεί το Ρεπορτάζ Θεμάτων Παιδείας -εν βρασμώ και ευαίσθητο όσο ποτέ εκείνα τα ταραγμένα χρόνια της Μεταπολίτευσης και της «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης». Θέλησα όμως, μόλις ξεψάρωσα, να απλώσω τα πόδια μου και σε άλλα θέματα, πράγμα που δεν εμπόδισε η μεγαθυμία του διευθυντή μας, του Μίμη. Έτσι το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου 1978 βρέθηκα για πρώτη φορά στο σπίτι του Γιώργου Ιωάννου, στο δίπατο της Αρλέτας, στα Εξάρχεια. H συνάντηση κράτησε ώρες. Έφυγα πετώντας στα σύννεφα. Πέρασα τις Γιορτές εκείνες δουλεύοντας τη συνέντευξη. Τερατώδης απομαγνητοφώνηση, αλλεπάλληλες επεξεργασίες του κειμένου, γραψίματα με το χέρι τεράστιου αριθμού χειρογράφων. Τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου παρέδωσα το κείμενο στον διευθυντή, που, παρά τις τόσες του έγνοιες, ασχολήθηκε ο ίδιος μ’ αυτό. Το άπλωσε, δόξη και τιμή, σε μια ολόκληρη σελίδα του κυριακάτικου φύλου της 22ας Ιανουαρίου 1979 – σελίδα τότε που χωρούσε ίσως και το διπλάσιο κείμενο απ’ ό,τι σήμερα.. Συνέντευξη-θάλασσα. Μεστός κι ουσιώδης ο Ιωάννου, εντυπωσιακά προβεβλημένη η συνέντευξη, διαβάστηκε, συζητήθηκε, σχολιάστηκε, ικανοποιημένος κι ο ίδιος ο συγγραφέας. Αλλά εγώ απαρηγόρητος! Γιατί ο Μίμης είχε περικόψει μπόλικα κομμάτια της – «δεν χωρούσαν», μου είπε, «αλλά, ορισμένα, για να προφυλάξω και τον Ιωάννου, και σένα». Να μ’ έσφαζες αίμα δεν θα ’βγαζα. Σήμερα τον ευγνωμονώ…

ΑΓΓΕΛΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ: «Γιώργος Ιωάννου: Για χάρη του έργου μου αναστέλλω συνεχώς τη ζωή μου…». Συνέντευξη. Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005.

ANAΣTAΣIAΔHΣ ΓIΩPΓOΣ: «Για τα απολυτρωτικά ρεμπέτικα». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. «Τα ρεμπέτικα μού προκαλούν μια ψυχική κατάσταση τόσο μελαγχολική και βαθιά ευχάριστη, που λέω πια να το αφήσω εντολή: Eτσι και πεθαίνω, δύο, τρία, πέντε ρεμπέτικα για να υποφέρω αυτές τις δύσκολες στιγμές πιο ελαφρά…» Γ. Ιωάννου (περ. «Γιατί», Οκτώβριος 1983). Η IΔIAITEPH AΓAΠH, το μεράκι και η γνώση -εν πολλοίς βιωματική- του Γιώργου Ιωάννου (Γ.Ι.) για τα καλά, τα απολυτρωτικά ρεμπέτικα τραγούδια αναδύονται μέσα από τις απόψεις που διατυπώνει για το ρεμπέτικο και τις χαρακτηριστικές αναφορές στα πεζογραφήματα του. «Την εκπομπή «Αμαρτωλών Παρηγορία», που μεταδόθηκε σε τρεις συνέχειες από το Δεύτερο Πρόγραμμα του Ραδιοφώνου», σημειώνει ο Γ.Ι. (Φυλλάδιο, 5-6, 1982), «την έφτιαξα με πολύ μεράκι και έκανε, θαρρώ, αίσθηση. Μίλησα για το ρεμπέτικο τραγούδι και για τις εποχές μέσα στις οποίες το έζησα». Ήδη σε άρθρο του στην εφ. «Καθημερινή» (31-5-1980, βλ. «Εύφλεκτη χώρα», 1983) είχε καταθέσει χρήσιμες επισημάνσεις για την ιδιότυπη κοινωνική λειτουργία του ρεμπέτικου τραγουδιού. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα: «Το ρεμπέτικο στο μικροαστικό σπίτι μπήκε μόνο με το ραδιόφωνο. Τα ρεμπέτικα όλη η οικογένεια μπορεί να τ’ άκουγε μ’ ευχαρίστηση, αλλά την ευχαρίστηση αυτή κανένας ή σχεδόν κανένας δεν την ομολογούσε. Πολύ περισσότερο δεν τα τραγουδούσε μπροστά στα άλλα μέλη της οικογένειας ή δεν αγόραζε τους δίσκους τους, όταν σπάνια υπήρχε γραμμόφωνο. […] Για τον λαό τα λόγια των δυνατών τραγουδιών ισοδυναμούν με πράξεις, και τις πράξεις των ρεμπέτικων τις φοβάται και τις ντρέπεται γιατί μόνον αυτός μπορεί να τις κάνει ή και τις κάνει. Οι άλλοι, οι χαρτογιακάδες, τα λένε πιο εύκολα, δεν τα αισθάνονται. […] Για πολλούς ανθρώπους, μορφωμένους κυρίως, το ρεμπέτικο αποτελεί σήμερα αυτό που ήταν παλιά το δημοτικό για τις αγροτικές μάζες: Τους εκφράζει, τους ελαφρώνει πραγματικά το άκουσμα και το τραγούδισμά του και επιδρά απάνω τους ενθουσιαστικά μόλις ακουστούν έστω και οι πρώτες του νότες […] Το ρεμπέτικο έχει άφθονους θιασώτες κυρίως για τη μουσική, καθώς και τα λόγια του, και πολύ λιγότερους για τον χορό του. […] Οι χορευτικές κινήσεις του ρεμπέτικου εξακολουθούν πολύ περισσότερο από τις νότες και τα λόγια του να μαρτυρούν την υποκοσμική καταγωγή του […] Χρειάζεται πολύ κέφι για να φτάσει μια εορτάζουσα οικία και ομάδα στα ρεμπέτικα, ενώ στα ταγκό και στα βαλς και στ’ άλλα φτάνει αμέσως […] Τα ρεμπέτικα ταιριάζουν πιο πολύ στη νύχτα, και όσο πιο νύχτα, τόσο κατανυχτικότερα…». «Πολλά τραγούδια» (του Β. Τσιτσάνη) -γράφει στο τελευταίο Φυλλάδιο (7-8, 1985) ο Γ. Ι.- «με παραλύουν, μου κόβουν τα γόνατα όταν τα ακούω. Θα ήθελα, έστω και από μακριά, τα κείμενα που γράφω να δίνουν σε κάποιους αυτή την αίσθηση…».

ANAΣTAΣIAΔHΣ ΓIΩPΓOΣ: «Η σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από τα μάτια του». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. «Πρέπει να ζούμε και να ξαναζούμε την ιστορία μας (…). Η πόλη αυτή -η Θεσσαλονίκη- που είναι και κάτι άλλο από την Αθήνα, και εκφράζει μια άλλη περιοχή και έχει άλλη ζωή, άλλη ιστορία, άλλο πνεύμα που απορρέει από διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές διαδικασίες – πρέπει να γίνει περισσότερο σεβαστή από τους πνευματικούς ανθρώπους της, οι οποίοι μαζί με την υψηλή τέχνη τους, καλό είναι να διασώζουν πότε-πότε και μερικά δείγματα του παλμού της (…) Σιγά-σιγά επιβάλλεται να αγγίξουμε τις πληγές μας. Να τα πούμε όλα και να τα πούμε τώρα και να μην αφήσουμε τίποτε…» (Γ. Ιωάννου). Η ANAΓNΩΣH των κειμένων του Γιώργου Ιωάννου (Γ. Ι.) και όχι μόνο των πεζογραφημάτων του αλλά και των συνεντεύξεων του σε περιοδικά και εφημερίδες νομίζω ότι μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλά χρήσιμη και ερεθιστική για τον ερευνητή της σύγχρονης ιστορίας (και ιδίως της «μικρο-ιστορίας») της Θεσσαλονίκης: Τα κείμενα αυτά θέτουν επί τάπητος, ως μεθοδολογικό προαπαιτούμενο, το αίτημα μιας επαναπροσέγγισης των σχέσεων ιστοριογραφίας και λογοτεχνίας. Ασφαλώς το λογοτεχνικό έργο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρωτογενές ιστορικό υλικό. Μπορεί όμως θαυμάσια να αξιοποιηθεί για να αντλήσουμε στοιχεία για την ατμόσφαιρα και το χρώμα της εποχής και το συγκεκριμένο βλέμμα των ανθρώπων που τη βιώνουν. Δεν θα μας «πει» π.χ. το πεζογράφημα του Γ. Ι. πότε ακριβώς και από ποιους και με ποιο σκοπό έγινε μια συγκέντρωση το 1944 στην πλατεία Αγ. Σοφίας. Θα μας δώσει όμως υλικό για να αναπλάσουμε το «κλίμα» της, τον «ήχο» και τον «απόηχό» της. Μέσα από τα κείμενα που παρέχουν το έναυσμα για μια νέα προσέγγιση, από την σκοπιά της Τοπικής Ιστορίας, στο έργο των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης: του Γ. Βαφόπουλου, του Ν. Γ. Πεντζίκη, του Β. Βασιλικού, του Τ. Καζαντζή, του Ντ. Χριστιανόπουλου, του Ν. Μπακόλα κ.ά., αναδεικνύεται μια διαφορετική θεώρηση του παρελθόντος. Μια οπτική που το ενδιαφέρον της δεν εστιάζεται στο πολιτικό προσκήνιο και στα «έργα και τις ημέρες» των «επιφανών» της εξουσίας, αλλά στο πνεύμα και στις ουσιώδεις «λεπτομέρειες» της καθημερινής ζωής των «αφανών»…

[ΑΝΩΝΥΜΟΣ]: «Ένας αργοπορημένος Βυζαντινός». Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7, 06/02/2005. «Τι κάνει τον Γιώργου Ιωάννου τόσο μακρινό σήμερα; […] Στο παρελθόν, γνωστός καθηγητής και λόγιος τον κατηγόρησε ως «επαρχιώτη». Ανοιχτοί λογαριασμοί μεταξύ Θεσσαλονικέων. Ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι. Δεν μας ενδιαφέρουν πια. Όμως υπάρχει μια αλήθεια σ’ αυτό. Ο Ιωάννου μοιάζει περιχαρακωμένος στη γενέθλια πόλη του. Γι’ αυτήν γράφει τα πικρά και τα γλυκά […] Ακόμα κι όταν η Αθήνα τον βοηθά να ξεπεράσει τις ενοχές του και να πει φωναχτά τα ντέρτια και τις προτιμήσεις του, παραμένει ένας πεζογράφος της περιφέρειας […] Αυτή η σκιά του «επαρχιώτη», που στον Παπαδιαμάντη καθαγιάζεται, εκείνον μοιάζει να τον ακολουθεί σαν κατάρα […]. Στα πρώτα του πεζογραφήματα, έκανε την αποσιώπηση και τον υπαινιγμό τρόπο ομιλίας […]. Μ’ αυτό το αποσιωπητικό, περιπατητικό, λανθάνον θυμοσοφικό και φιλοσοφημένο ύφος τον αγαπήσαμε. Να ’ναι άραγε η σημερινή γενιά έτοιμη να δεχτεί μια τέτοια εκφορά γραπτού λόγου; […] Οι ιστορίες του δεν ακουμπούν σ’ έναν αφηγηματικό καμβά που να στηρίζεται σε μια πλοκή ή σ’ έναν μύθο. Μπορεί ο ίδιος να είναι παραμυθάς και μάλιστα σπουδαίος, αλλά δεν είναι μυθοπλάστης […]. Ο ήρωας στον Ιωάννου είναι πάντα ένας, ο εαυτός του. Ένας εαυτός που κινείται ράθυμα -άλλο ένα στοιχείο που διώχνει τον εθισμένο στην ταχύτητα αναγνώστη- και ο οποίος διαρκώς εξομολογείται και αυτοαναλύεται. Υπάρχουν νέοι σήμερα που θα ήθελαν να μάθουν τι κρύβουν κάποια μνημεία ή παλιά σπίτια, πόσες μνήμες κουβαλά μια συνοικία από την Κατοχή και τον Εμφύλιο και πιο πίσω ακόμα, ώς τους βυζαντινούς χρόνους; Ποιον ενδιαφέρει σήμερα αυτή η χαμηλόφωνη, σπαραχτική πολλές φορές, περιδιάβαση σε αγρούς αίματος ή σε σαρκοφάγους εβραϊκών μνημάτων; Ακόμα και το θέμα της ομοφυλοφιλίας, όπως προβάλλει διστακτικά στην αρχή και περισσότερο απελευθερωμένα υστερότερα, μα πάντα με κάποια ντροπή στην ομολογία του, είναι ένα θέμα ξεπερασμένο για τον σημερινό Έλληνα […]. Αλλά τότε, πού πάνε οι αρετές για τις οποίες τον λατρέψαμε; Ο Ιωάννου δεν είναι μια απλή προσωπικότης. Είναι μια βαθιά διχασμένη φύση και αυτό προκαλεί το ενδιαφέρον. Ένας Θρακιώτης -και θρακιώτη συγγραφέα έχουμε να δούμε από τον Βιζυηνό- ένας αργοπορημένος Βυζαντινός στα χρόνια μας. […] Ένας γραμματικός που είναι μαζί και ποιητής. Ένας ερευνητής των λεξικών που αποδελτιώνει μαζί με τη γνώση και τα ήθη των συγχρόνων του. Ένας λαϊκός βαθιά θρησκευόμενος που ερευνά μανιακά τον Καραγκιόζη […]. Ένας πρόσφυγας, γιος σιδηροδρομικού, που συνδιαλέγεται με διανοούμενους, μα που γουστάρει περισσότερο την παρέα του γιου του μπακάλη. Ένας μεταφραστής κλασικών κειμένων που ανηφορίζει φορτωμένος ντομάτες και αγγουράκια τη λαϊκή της οδού Καλλιδρομίου[…]. Ένας μοναχός με ένδυμα κοσμικού […]. Η γλώσσα του είναι κρουστή δημοτική, καθημερινή, εμπλουτισμένη με βιταμίνες άλλων εποχών. Υποδειγματική θα έλεγα. Ίσως η τόση της ακριβολογία και ο πλούτος της να είναι πάλι η αιτία της μομφής. Σήμερα που η προφορικότητα έχει γίνει κανόνας και προϋπόθεση ώστε να μην υπάρχει ίχνος φιλολογίας και τεχνητής γλώσσας στη λογοτεχνία, η δική του φαντάζει παλιομοδίτικη […]. Ο Ιωάννου, μ’ όλες του τις ιδιαιτερότητες, είναι ενταγμένος σε μια αμιγή και ολοζώντανη ελληνική παράδοση. Μήπως είναι κι αυτό μομφή; Όταν τόσοι νεότεροι τοποθετούν τη δράση των μυθιστορημάτων τους στην Πράγα, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, η δική του εντοπιότητα μπορεί να φαντάζει ανεδαφική […]. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν 78 ετών. Δεν ξέρω πόσο οι καιροί θα τον είχαν αλλάξει, μα έχω την εντύπωση ότι θα ήταν το ίδιο μάχιμος και καυστικός εκεί όπου θα χρειαζόταν […]. Και για μένα, παρ’ όλες τις πένθιμες νότες του, παραμένει ένας χαρούμενος πεζογράφος […]. Ένας αισιόδοξος. Ας είμαστε λοιπόν αισιόδοξοι κι εμείς για την μεταθανάτια τύχη του. Εγώ τουλάχιστον που τον γνώρισα από κοντά και τον αγάπησα για το ταλέντο του, τη μοίρα του ως μετανάστη με τη διπλή έννοια, τους παιδικούς του θυμούς, τη λατρεία του για το αντρικό σώμα, το ευγενές ήθος του, ανήκω στους θαυμαστές του». *Συντομευμένη εκδοχή κειμένου που θα περιλαμβάνεται σε τιμητικό τόμο για τον Ιωάννου από τις εκδ. «Κέδρος».

ΒΑΓΕΝΑΣ N.: «Μετά είκοσι έτη. Το έργο του Ιωάννου αποτελεί κομβικό σταθμό για την πεζογραφία μας». Το Βήμα, 18/09/2005. Συμπληρώνονται φέτος είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου. Στο γεγονός δεν έχει ως τώρα δοθεί η δέουσα προσοχή, αν κρίνουμε από την αδιαφορία των περισσότερων των εφημερίδων που διαμορφώνουν με τις σελίδες τους για το βιβλίο τις συνθήκες του λογοτεχνικού μας χρηματιστηρίου αξιών. Ο λόγος είναι προφανής. «Ο Ιωάννου δεν πουλάει», δήλωνε αφ’ υψηλού προ ημερών εκδότης εθισμένος στο λογοτεχνικό είδος των μπεστ-σέλερ. Και όμως, ο Ιωάννου ως τον θάνατό του ήταν ο πλέον «ευπώλητος» από τους πεζογράφους της εποχής του. Ήταν το εμπορικό ανάλογο του πλέον επιτυχημένου Έλληνα «μπεστσελλερίστα». Γι’ αυτό και για όσους πιστεύουν ότι είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες πεζογράφους, η περίπτωση της σημερινής τύχης του θα μπορούσε να γίνει ο γνώμονας για χρήσιμες συγκρίσεις σε ό,τι αφορά τη σχέση σήμερα, στη χώρα μας, του αναγνωστικού κοινού με τη λογοτεχνική ποιότητα. «Ο Ιωάννου δεν πουλάει σήμερα», ανέλυσε ο εκδότης, «γιατί δεν εκφράζει το πνεύμα της εποχής μας». H διαπίστωση θα ήταν εύστοχη, αν ο βαθύτερος σκοπός της λογοτεχνίας ήταν η έκφραση του πνεύματος μιας εποχής…

BΛABIANOY ANTIΓONH: «Φυλλάδιο» – η επίπεδη επιφάνεια της σφαίρας. Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. ΣTIΣ 30 ΙΟΥΝΙΟΥ 1979 και ώρα 12.00 το μεσημέρι, ο δικαιούχος Γεώργιος Ιωάννου του Ιωάννου, συγγραφέας, υποβάλλει στο υπουργείο Εμπορίου διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Παπαγεωργίου το έντυπο κατάθεσης ημεδαπού σήματος (αρ. 75185) για το προς διάκρισιν προϊόν: «Φυλλάδιο – τριμηνιαίο περιοδικό με λογοτεχνική και πνευματική ύλη και με θέματα πνευματικής ζωής». Πλην όμως, το εν λόγω περιοδικό έχει ήδη κυκλοφορήσει δειλά από την άνοιξη του ’78 ένα φτενό δεκαεξασέλιδο τεύχος με βυσσινί εξώφυλλο και τρία φύλλα κισσού για βινιέτα, που ο συγγραφέας-εκδότης του σπεύδει να χαρακτηρίσει ως «αδιαμόρφωτο πρώτο τεύχος», ενώ διευκρινίζει ότι «θα δημοσιεύονται σ’ αυτό κυρίως δικά του κείμενα», χωρίς να αποκλείει «ένα τμήμα, όχι εκτεταμένο του περιοδικού να αφιερώνεται, αργότερα, σε κείμενα φίλων, λογοτεχνών και μη». Για ένα πράγμα πάντως είναι κατηγορηματικός: «Το «Φυλλάδιο» δεν θα ασχολείται ούτε με αριστουργηματολογίες ούτε με καλλιγραφίες […]. Θα καταπιάνεται με κείμενα ουσιαστικά και σοβαρά γραμμένα.» (Φυλλάδιο 1)…

ΓKONHΣ ΘOΔΩPHΣ: «Η σκάλα του Ιακώβ». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. «Όταν πρωτοπήγα, ο Δουξ του Σπρουξ είχε πελατεία από Πελοποννήσιους κυρίως. Aνθρωποι μελαχρινοί, πονηροί και σπαθάτοι. Aναφέρομαι στους νεαρούς φυσικά, γιατί τότε γέρους δεν έβαζαν στο δωμάτιό μου. Aτέλειωτες συζητήσεις κάμναμε, ξαπλωμένοι στα κρεβάτια μας. Tόσο καλές ώστε την επόμενη βραδιά μαζεύονταν νωρίς νωρίς και με περίμεναν. Προτιμούσαν τη δικιά μου παρέα και από βόλτες, κι από σινεμά κι από βρωμοέρωτες της Oμόνοιας…». «O Δουξ του Σπρουξ», H σαρκοφάγος. ΣAN TO ΘYMAPI του βουνού στεκόμουν και σε άκουγα. Kι ας λένε οι… βετεράνοι της ζωής πως οι νέοι τα αυτιά τα έχουν μόνο για σκουλαρίκια, κρίκους και χαλκάδες, πως η υπομονή, η ηρεμία και η ακοή δεν συγκατοικούν με τη νεότητα. Γαϊδουρινά αυτιά είχα ο καημένος και στόμα ορθάνοιχτο σαν χάνος. Mιλούσες με τα μάτια κλεισμένα. Eψαχνες, ταξίδευες, βούλιαζες, άκουγες και έβγαζες τις λέξεις ζωντανές, αγκιστρωμένες, φωτεινές, σπαρταριστές, μελωδίες που είχαν χρόνια ν’ ακουστούν…

ΔHMHTPIOY ΣΩTHPHΣ: «Η καρδιά του σταθερά ελκύεται από τους κακοπαθημένους». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. O ΓIΩPΓOΣ IΩANNOY είναι ο συγγραφέας που θα θέλαμε να έχουμε κοντά μας στις δύσκολες ώρες. Aφαιρεί από τη ζωή τα λαμπιόνια και τις ψευδαισθήσεις και βρίσκει την κρυμμένη ομορφιά και της πιο άχαρης ζωής. H κοινωνικότητα είναι γλυκύτερη στις φυλακές και στα μοναστήρια μάς λέει· ο βαριά άρρωστος με έναν μυστικό τρόπο βρίσκει διέξοδο. Eίναι μετέωρος ανάμεσα στη λαϊκή και στην αστική τάξη και σε ένα επίσης διφορούμενο ισχυρό εμείς – η οικογένειά του, οι Mικρασιάτες πρόσφυγες, η Θεσσαλονίκη. H καρδιά του όμως σταθερά ελκύεται από τους κακοπαθημένους…

IAKΩBIΔOY ΣOΦIA: «Η ανέφικτη πορεία προς την έξοδο από την ντουλάπα…». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. ΤO ΓIATI γίνεται λόγος στο έργο του Ιωάννου, μοιάζει να έχει εν πολλοίς απαντηθεί από την κριτική, ακαδημαϊκή και μη: είναι τέτοιος ο αριθμός των μελετών και άρθρων πάνω στο θέμα της πόλης στο έργο του, ώστε αυτό το θέμα να έχει σχεδόν απορροφήσει τυχόν άλλα και εν τέλει η σκηνογραφία να έχει προσεχθεί περισσότερο από την παράσταση. Αν, ωστόσο, θελήσουμε να εστιάσουμε στη δεύτερη, η πραγματική λογοτεχνική ταυτότητα του «συγγραφέα της Θεσσαλονίκης» θα αναδείξει τις σκιασμένες πλευρές της. Ήδη το κείμενο που ανοίγει το «Για ένα φιλότιμο», Τα κελιά, θέτει το συγγραφικό του πρόταγμα: να βγάλει τους αναγνώστες από την πλάνη…

ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΗ: «Εξομολογήσεις. Ο Γιώργος Ιωάννου, οι εφηβικές αναζητήσεις στη Θεσσαλονίκη της Κατοχής και η αγωνία του στρατιώτη μέσα από τις επιστολές σε έναν φίλο». Το Βήμα, 31/12/2000. Τους νεκρούς δεν πρέπει να τους λησμονούμε. Ιδίως τους νεκρούς λογοτέχνες, τους οποίους επιπροσθέτως πρέπει να φροντίζουμε ­ ό,τι αυτό κατά περίπτωση σημαίνει. Εξ ου και είναι πολύτιμες οι επέτειοι καθώς προσφέρουν αφορμή για μνημόνευση, με τους εκδότες περισσότερο δεκτικούς. Στις 16 Φεβρουαρίου 1985 πέθανε ο Γιώργος Ιωάννου σε ηλικία 58 ετών από μετεγχειρητική επιπλοκή σπάνιας φύσεως. Φαίνεται ότι οι κακότυχες συμπτώσεις τον κυνηγούσαν από το 1980, όταν τη μεθεπομένη των γενεθλίων του, στις 22 Σεπτεμβρίου, «κατά τις δύο παρά τέταρτο το μεσημέρι», τον χτύπησε αυτοκίνητο στην πλατεία Εξαρχείων καθώς διέσχιζε την οδό Στουρνάρα. Τότε νόμισε ότι είχε ξοφλήσει με το χρονικό Πολλαπλά κατάγματα. Ηταν έμπλεος ενθουσιασμού για τα βιβλία ­ πεζά και μελετήματα ­ που θα έγραφε με ιστορίες για την «άνω Ιερουσαλήμ», όπως αποκαλούσε τη γενέθλια πόλη. Από τότε τα βιβλία του συνεχίζουν να ανατυπώνονται. Μερικά περιοδικά παρουσίασαν αφιερώματα προς τιμήν του, ορισμένα μάλιστα κατ’ επανάληψιν. Τη χρονιά που πέθανε ο Κ. Καφαντάρης φρόντισε για το τελευταίο διπλό τεύχος του «Φυλλαδίου», του περιοδικού που ο Γ. Ιωάννου έγραφε μόνος του και έβγαζε σε άτακτα διαστήματα από την άνοιξη του 1978. Το 1995 ο Γ. Αναστασιάδης συγκέντρωσε 28 συνεντεύξεις του Γ. Ιωάννου, δημοσιευμένες από το 1974 ως το 1985. Την ίδια χρονιά η Ελ. Χουζούρη εξέδωσε τη μελέτη της Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου. Επίσης στο σερραϊκό περιοδικό «Γιατί» δημοσιεύτηκε «μία πρώτη καταγραφή» της βιβλιογραφίας Ιωάννου από τον Θ. Δ. Σαρρηγιάννη. Ολοκληρωμένη βιβλιογραφία δεν έχει ακόμη εκδοθεί, ίσως να είναι ακόμη νωρίς. Το 1996 η Α. Βλαβιανού ανέλαβε τη φωτομηχανική ανατύπωση του «Φυλλαδίου» σε έναν κομψό φάκελο, με τα δύο πρώτα μονά τεύχη, τα τρία επόμενα διπλά και ένα πρόσθετο, εισαγωγικό, δικό της. Εκδόσεις που συμβάλλουν στην καλύτερη γνωριμία με τον Γ. Ιωάννου και τα ιδιότυπα πεζογραφήματά του. Δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατο του Γ. Ιωάννου συμπληρώθηκαν εφέτος. Ηδη από τον Οκτώβριο του 1998 στο περιοδικό «Νέα Εστία» έγινε η προαγγελία της έκδοσης επιστολών του, την οποία ακολούθησε εφέτος δεύτερη προδημοσίευση, όπως επίσης η αναγγελία έκδοσης του κατοχικού ημερολογίου του, αυτή τη φορά χωρίς περικοπές. Ανακοινώσεις που εξάπτουν το ενδιαφέρον. Ισως και γι’ αυτό τα δύο ολιγοσέλιδα βιβλία να απογοητεύουν καθώς οι προσδοκίες ήταν μεγαλύτερες. Ο Γ. Ιωάννου όμως δεν ήταν Ε. Μ. Φόρστερ να φυλάσσει στο συρτάρι του «άσεμνα» διηγήματα ή ένα μεγάλο «ομοφυλόφιλο» μυθιστόρημα, εκείνο που ήδη στις επιστολές του ’50 εμπιστεύεται στον φίλο του πως συγγράφει και αργότερα κατ’ επανάληψιν μνημονεύει στις συνεντεύξεις του. Στην εισαγωγή της στο Κατοχικό ημερολόγιο η Αντιγόνη Βλαβιανού παρατηρεί: Ο Γ. Ιωάννου με τον καιρό είχε αποκτήσει «ένα αχαλίνωτο (τολμώ να πω) θάρρος να λέει απερίφραστα τα πράγματα με το όνομά τους». Στο «χωρίς περικοπές», όπως αναγράφεται εμφατικά στο εξώφυλλο, Κατοχικό ημερολόγιο οι ας πούμε αποκαλύψεις είναι άλλης τάξεως. Δεν πρόκειται για περιγραφές ερώτων της εφηβείας ­ άλλωστε αυτές απλώνονται στα πεζογραφήματά του ­ αλλά για συναισθηματικές αποχρώσεις του ψυχισμού ενός εφήβου. Μόλις είχε συμπληρώσει τα16 ο Γ. Ιωάννου όταν ξεκίνησε «το ευλογημένο όσο και λακωνικό ημερολόγιο που κρατούσε στην Κατοχή», από τις 25.11.1943 ως τις 26.3.1944. Το ημερολόγιο ενός εφήβου, χωρίς λογοτεχνικό ενδιαφέρον, όπως ο ίδιος σπεύδει να σημειώσει, θα μπορούσε θαυμάσια να αποτελέσει έναν πρόσθετο τόμο στη σειρά «Γραφές της αθωότητας», όπου ήδη φιλοξενούνται νεανικά γραπτά άλλων αποθανόντων Θεσσαλονικέων, του Νίκου Μπακόλα και οσονούπω του Τόλη Καζαντζή. Αντ’ αυτού το Κατοχικό ημερολόγιο αυτονομείται και ακολουθεί το «Φυλλάδιο» στις εκδόσεις Εστία, όπου μετά θάνατον μετοίκησε εν μέρει ο Γ. Ιωάννου. Αυτή είναι η τρίτη δημοσίευση του ημερολογίου. Η πρώτη ήταν στο πρώτο τεύχος του «Φυλλαδίου», με εισαγωγή και σημειώσεις του ιδίου, στις 8.4.1978. Η δεύτερη στην Πρωτεύουσα των προσφύγων, τη συλλογή πεζογραφημάτων που ο Γ. Ιωάννου εξέδωσε λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1984. Με αυτό το βιβλίο γιόρταζε «την τριαντάχρονη προσπάθειά του στη λογοτεχνία», που είχε ξεκινήσει τον Μάρτιο του 1954, όταν ιδίοις αναλώμασιν τύπωσε τα Ηλιοτρόπια, με τα 11 πρώτα ποιήματα. Ισως και γι’ αυτό, δίκην απολογισμού, συμπεριέλαβε το ημερολόγιο, προτάσσοντας το πεζό «Ο Χριστός αρχηγός μας…», όπου ανιστορεί τα των συσσιτίων της «Ζωής» στην Κατοχή. Πάντως αυτή η τρίτη δημοσίευση δεν είναι και η οριστική. Ο έφηβος Γ. Ιωάννου είχε εφεύρει μια συνθηματική γραφή για όσα ήθελε να αποκρύπτει. Αργότερα την αποκωδικοποίησε και ανέγραψε στο χειρόγραφο απαλά με μολύβι το μυστικό περιεχόμενο. Ωστόσο η Αντιγόνη Βλαβιανού κρίνει πως «καμία αναγκαιότητα δεν νομιμοποιεί τη γνωστοποίηση του εν λόγω περιεχομένου εδώ». Οπότε θα πρέπει να περιμένουμε μία τέταρτη δημοσίευση, εν ευθέτω χρόνω. Ας επικεντρώσουμε όμως την προσοχή μας σε ό,τι καινούργιο κομίζει αυτή η τρίτη δημοσίευση. Εκτός από την αποκατάσταση ορισμένων επί μέρους λέξεων, ουσιαστικά διαφοροποιούνται τρεις εγγραφές. Στις 14 Δεκεμβρίου 1943 ο Γ. Ιωάννου είχε παραλείψει μία αρμαθιά επτά κοσμητικών επιθέτων με τα οποία ο οργισμένος έφηβος στόλιζε τον πατέρα του. «Ο πατήρ», όπως ειρωνικά τον αποκαλούσε, ο οποίος και προεξάρχει του ημερολογίου. Στις 19 Δεκεμβρίου 1943, παρομοίως, είχε απαλείψει δεύτερη ομάδα επιθέτων που ελεεινολογούσαν τον Φραγκόπουλο. «Ο άρχων των συσσιτίων, ο μέγας και πολύς Αθανάσιος Φραγκόπουλος», όπως τον περιγράφει στο πεζό «Ο Χριστός αρχηγός μας…», δηλαδή έτερον πατρικό είδωλο. Τέλος, είχε περικόψει μιάμιση σελίδα από την εγγραφή της 13ης Φεβρουαρίου 1944, όπου ο έφηβος επαναστατεί· «ποθεί την προσωπική του ελευθερία» και «ικανοποίησι στις ορμές». Αυτολογοκρισία που προφανώς δεν έχει καμία σχέση με την ελευθεριότητα αλλά έχει να κάνει με τον σεβασμό προς τελικά προσφιλείς εκλιπόντες. Αναμφιβόλως βαρύνουσες περικοπές σε μια ψυχαναλυτική διαδικασία. Η Αντιγόνη Βλαβιανού κρίνει σκόπιμο να υποστηρίξει την «εντρύφηση» του αναγνώστη στο ημερολόγιο με εισαγωγή στην οποία παραθέτει και σχολιάζει ερμηνευτικά τις επίμαχες περικοπές, σημειώσεις, προσθετικές στις σημειώσεις του συγγραφέα, όπως και επίμετρο, με ανακοίνωσή της σε συμπόσιο περί αυτοβιογραφικού λόγου, ήδη δημοσιευμένη στο περιοδικό «Εντευκτήριο». Στο δεύτερο βιβλίο δημοσιεύονται 10 ανέκδοτες επιστολές του Γ. Ιωάννου, γραμμένες από τις 22.11.1949 ως τις 27.5.1951, προς τον συμφοιτητή του Χρήστο Σαμουηλίδη, κατόπιν ποιητή του κύκλου της «Νέας Πορείας». Πέντε από τη Θεσσαλονίκη και οι άλλες πέντε από την Κόρινθο και το Μεγάλο Πεύκο, όπου ο Γ. Ιωάννου κάνει το στρατιωτικό του, ενώ ο Χρ. Σαμουηλίδης υπηρετεί αρχικά ως στρατιώτης στη Μακρόνησο και μετά βρίσκεται με αναβολή στη Θεσσαλονίκη. Μονομερής αλληλογραφία, αφού οι απαντήσεις δεν κρατήθηκαν. Η Αντιγόνη Βλαβιανού στην εισαγωγή της διατυπώνει την άποψη: «… σε αυτά τα δέκα γράμματα (…) συμπυκνώνεται, εν είδει προσωπικού ημερολογίου, όλη η ανήσυχη προσωπικότητα του νεαρού τότε Γιώργου Ιωάννου και προοιωνίζεται η πνευματική πορεία ενός δυνάμει συγγραφέα…». Πράγματι ο Γ. Ιωάννου αναφέρει λογοτεχνικά και φιλοσοφικά βιβλία που διαβάζει, θεατρικές παραστάσεις που παρακολουθεί, επίσης κάνει νύξεις για τις ερωτικές ανησυχίες του. Και πάλι όμως έχουμε την εντύπωση ότι το γνήσιο πάθος της Αντιγόνης Βλαβιανού για το αντικείμενο της μελέτης της την παρασύρει. Λ.χ., γιατί τόση έμφαση σε μία σκέψη για αυτοκτονία του Γ. Ιωάννου; Ποιος ευαίσθητος και μοναχικός έφηβος δεν ερωτοτροπεί από καιρό σε καιρό με την αυτοχειρία; Βεβαίως πρόσφατες στατιστικές έδειξαν ότι στους ομοφυλόφιλους εφήβους οι αυτοκτονικές τάσεις είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερες. Μήπως, γνωρίζοντας τον «αποκλίνοντα» ερωτισμό του Γ. Ιωάννου, μεγεθύνουμε τη σημασία λέξεων και φράσεων υπερ-ερμηνεύοντας;…

[ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ]: «Ευλογώ το Θεό για το δημοσιοϋπαλληλίκι». Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7, 06/02/2005. *«Ο πνευματικός άνθρωπος και μάλιστα ο λογοτέχνης δεν είναι μπουτίκ για ν’ ανακαινίζεται κάθε τόσο, αλλά αν παραμένει αληθινός και ζωντανός, μόνο βελτιώνεται ή εξελίσσεται». («Θεσσαλονίκη», 1974). *«Όσοι λογοτέχνες δεν θέλησαν να ενταχθούν στο δημοσιοϋπαλληλίκι τα κάνανε πολύ χειρότερα. Εννοώ τους φτωχούς, που δεν είχανε πόρους ζωής, οι οποίοι βάλανε την πένα τους σε υπηρεσίες που δεν έπρεπε, μπλεχτήκανε με άτομα τα οποία ανέλαβαν να τους διατρέφουν έναντι υπηρεσιών, και τελικά τι απέμεινε; Γιατί έχουνε, λοιπόν, ελευθερία αυτοί, από πού; Εγώ δεν σας το κρύβω, ευλογώ το Θεό για το δημοσιοϋπαλληλίκι, μολονότι είχα επιπρόσθετους λόγους να μου είναι σκλαβιά, πολύ περισσότερους από έναν οποιονδήποτε άνθρωπο. Γιατί για μένα, δεν σήμαινε μονάχα στέρηση πνευματικής ζωής, πνευματικής εξάρσεως ή ελευθερίας, αλλά σήμαινε στέρηση ερωτική απόλυτη». («Διαβάζω» τ. 9, 1977). *«Λυπούμαι που το λέω, αλλά η ολοκληρωτική κατάργηση των αρχαίων ελληνικών από το γυμνάσιο μας βλάπτει γλωσσικά. Φτωχαίνει τη γλώσσα μας. Με το να μη θυμούνται οι παλιότεροι κείμενα απ’ αυτά που διδάχτηκαν στο γυμνάσιο, δεν σημαίνει ότι δεν είχε την αξία του το μάθημα. Η δημοτική γλώσσα έχει ανάγκη από ανάδυση ανάμεσα στις λέξεις της και πολλών λέξεων κι εκφράσεων από το παρελθόν. Αυτό το πράγμα δεν μπορεί να γίνει από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καθόλου την αρχαία». («Τα Νέα», 1981). *«Η υπόθεση της συγγραφής μυθιστορήματος στην Ελλάδα πάει τον τελευταίο καιρό όσο ποτέ κατά διαβόλου […]. Όσο για μένα, ακολουθώ το ρυθμό της ψυχής μου. Αν μου τραβήξει και έρθουν οι συγκυρίες θα επιδοθώ και στο μυθιστόρημα, το οποίο δεν ξέρω αν θα είναι καλό ή κακό, ξέρω όμως ότι δεν θα είναι «ιστοριούλα» με «μοντέρνα» παρελκόμενα και προ παντός δεν θα είναι «σύνθεση εποχής». Αρκετά! Οι ευκολίες αυτές έχουν ξεπεραστεί από την εποχή του Τολστόι… Ο λόγος που δεν γράφεται σπουδαίο μυθιστόρημα στην Ελλάδα σήμερα είναι πιθανώς ότι οι έλληνες συγγραφείς και γενικά οι επίδοξοι μυθιστοριογράφοι δεν έχουν μεγάλο πλούτο ψυχισμού και μόρφωσης». («Λέξη», 1984). *«Ο έρωτας και ο θάνατος, αυτά τα δύο μεγάλα πράγματα που αν λείψουν σβήνεται η ζωή, είναι φυσικό να με απασχολούν πάρα πολύ. Τόσο πολύ ώστε με κάνουν να βλέπω όχι βέβαια ως ανύπαρκτα, αλλά πολύ δεύτερα τα θέματα πολιτικής και άλλα σχετικά. Νομίζω ότι πρέπει ν’ απασχολούμεθα λιγάκι όταν έρθει η ώρα μας και με αυτά, αλλά όχι βρε αδελφέ, να φάμε και τη ζωή μας». («Ιχνευτής», 1985). Από συνεντεύξεις του Γ. Ιωάννου που συμπεριλήφθηκαν στον τόμο «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής», σε επιμέλεια Γ. Αναστασιάδη (εκδ. «Κέδρος»).

KAΦANTAPHΣ KΩΣTAΣ: «Τα μυθιστορήματα που δεν έγραψε». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. «AX, EXΩ ΠOΛΛA να κάνω ακόμα. Eίναι πολύ άραγε να ζητάω είκοσι χρονάκια ακόμη ζωής και δουλειάς;», έγραφε το 1982 στο Φυλλάδιο 5-6, ο Γιώργος Iωάννου, ο Γιώργος για μας που τον αγαπήσαμε και τον αγαπάμε και θα τον αγαπάμε και ως άνθρωπο και ως συγγραφέα. (Στην περίπτωσή του δεν ξεχώριζε το ένα από το άλλο). Kαι είχε πολλά, πάρα πολλά να ζήσει και να πράξει και να γράψει ο Γιώργος. Λίγες μέρες προτού να μπει στο Σισμανόγλειο Nοσοκομείο για μια απλή εγχείρηση προστάτη, που στάθηκε, δυστυχώς, μοιραία, εξαιτίας μιας σπάνιας επιπλοκής, ο Γιώργος έγραψε σε ένα μικρό χαρτί τα εξής: 1. Δουλειά, 2. Δράσις, 3. Eρωτας. Σε αυτά, με τούτη τη σειρά, θα επικεντρώνονταν ύστερα από τη συνταξιοδότησή του, έχοντας τον χρόνο στη διάθεσή του άφθονο. Λογάριαζε να βγει στη σύνταξη μέσα στο 1985. Όσον αφορά το πρώτο, τη δουλειά, το γράψιμο δηλαδή, ο Γιώργος είχε κατά νουν ουκ ολίγα πράγματα. Σχεδίαζε, πρώτα απ’ όλα, να γράψει μια σειρά από μυθιστορήματα. Όχι γιατί θα έκανε το χατίρι σε μερικούς μίζερους και κακορίζικους, που, ναι μεν, αναγνώριζαν τη μεγάλη πεζογραφική του αξία – μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς; Τα βιβλία του Γιώργου Για ένα φιλότιμο, H σαρκοφάγος, H μόνη κληρονομιά, Eπιτάφιος θρήνος και Kαταπακτή είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα κλασικά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας -αλλά τόνιζαν, με κάποια χαιρεκακία, δεν είχε γράψει μυθιστορήματα, λες και το γεγονός από μόνο του ότι γράφεις μυθιστορήματα- πώς;… με τρόπο μαγικό;- σε καθιστά αυτομάτως σημαντικό ως συγγραφέα… Μυθιστορήματα: Θα έγραφε μυθιστορήματα για τι το ζητούσε η ψυχή του: «Oσο για μένα, ακολουθώ τον ρυθμό της ψυχής μου. Διότι για την ψυχή μου κατά πρώτο λόγο γράφω», έλεγε σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό H Λέξη, τον Nοέμβριο του 1984. O Γιώργος ποτέ δεν έγραφε για κάτι που δεν είχε έρθει η ώρα του, ποτέ δεν έγραφε για κάτι που δεν το ήξερε καλά, κάτι για το οποίο δεν αισθανόταν έτοιμος. Προετοιμαζόταν να γράψει τρία μυθιστορήματα. Kαι στα τρία είχε δώσει, όπως έλεγε ο ίδιος, «συνθηματικούς» τίτλους. Στο πρώτο είχε δώσει τον τίτλο Aίμα στην αρένα, που, μάλλον, θα ήταν και ο τελικός του τίτλος. Tο θέμα του, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο θα ξετυλιγόταν το μυθιστόρημα αυτό, ήταν η σφαγή το 390 μ.X. στον Iππόδρομο της Θεσσαλονίκης, κατόπιν διαταγής του Mεγάλου Θεοδοσίου, κατ’ άλλους εφτά χιλιάδων και κατ’ άλλους δεκαπέντε χιλιάδων κατοίκων της πόλης, που είχαν στασιάσει. Kάποια σύγχρονά του πρόσωπα με τα οποία ο Γιώργος είχε έρθει σε αντιπαράθεση, γιατί του είχαν επιτεθεί εντελώς αναίτια, θα παρελαύνανε μέσα στο μυθιστόρημα με το ανάλογο ιστορικό ένδυμα. Στο δεύτερο μυθιστόρημα που ήθελε να γράψει, είχε δώσει τον συνθηματικό τίτλο Kάτω στις ακτές της Aφρικής – έχει γράψει ένα ομώνυμο πεζογράφημα. H μαγιά θα ήταν τα βιώματά του στη Bεγγάζη της Λιβύης, όπου έζησε και δίδαξε για δύο χρόνια στο εκεί ελληνικό γυμνάσιο. Στο τρίτο μυθιστόρημα ο συνθηματικός τίτλος ήταν Συμπόσιο. Θα είχε τη μορφή πλατωνικού διαλόγου – το Συμπόσιον του Πλάτωνος, που το μελετούσε στην εξαιρετική έκδοση του I. Συκουτρή, τον οποίο είχε περί πολλού ως κλασικό φιλόλογο, θα ήταν το «πρότυπό» του και το μυθιστόρημά του θα είχε το ίδιο θέμα με αυτό. Hθελε η πρώτη του φράση να είναι αυτούσια η πρώτη, ένα κομμάτι της για την ακρίβεια, εξαιρετική στην απλότητα και την καθαρότητά της, φράση από την Πολιτεία του Πλάτωνος: «Kατέβην χθες εις Πειραιάν…». Πατριώτης: Σχετικά με τη δράση, όποιος μελετήσει το Φυλλάδιο, από το τεύχος 3-4 και μετά, θα διαπιστώσει την αυξανόμενη έγνοια του Γιώργου για τα εθνικά ζητήματα. Eκείνο που τον απασχολούσε περισσότερο -θα ήταν ορθότερο να γράψω τον ανησυχούσε, και όλες οι μετέπειτα εξελίξεις τον δικαίωσαν- ήταν το Σκοπιανό. Σαν για να προλάβει μερικούς καλοθελητές, επαγγελματίες αριστερούς και προοδευτικούς, έγραφε στο Φυλλάδιο 7-8: «Eγώ δεν είμαι εθνικιστής, είμαι πατριώτης. Mε την έννοια της πατρικής γης και πάντων των εν αυτή. Σήμερα θάλλει ο πατριωτισμός, τέρμα η εθνικοφροσύνη». Στο περιοδικό Γιατί των Σερρών τον Oκτώβριο του 1984, τότε που κανείς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έβλεπε μπροστά, δημοσίευσε το κείμενο O Mακεδονικός Aγώνας δεν έληξε. Eπί υπουργίας Δημ. Mαρούδα ο Γιώργος είχε αποσπαστεί από το υπουργείο Παιδείας στο υφυπουργείο Tύπου, στη Zαλοκώστα, για να συγγράψει ένα κείμενο για το Mακεδονικό. Πράγματι ο Γιώργος έγραψε ένα κείμενο εκατό τουλάχιστον, ίσως και παραπάνω, σελίδων, με τον τίτλο O Mακεδονικός Aγώνας, που ποτέ όμως δεν εκδόθηκε. O Γιώργος πίστευε πως αυτοί που του το είχαν παραγγείλει το είχαν θεωρήσει αιχμηρό και επιθετικό και γι’ αυτό δεν προχώρησαν στην έκδοσή του. Προσωπικά δεν γνωρίζω πού βρίσκεται – ο Γιώργος δεν είχε κρατήσει αντίγραφό του. Mήπως θα έπρεπε να αναζητηθεί και να εκδοθεί έστω και τώρα; Kι αν δεν μπορεί ή δεν είναι πρόθυμη η ελληνική Πολιτεία να το εκδώσει, μήπως θα ήταν καλύτερο, αφού ανευρεθεί, να δοθεί σε κάποιον ιδιωτικό εκδοτικό οίκο για έκδοση; Το μέλλον τού ανήκει: Eίκοσι χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του ο Γιώργος δεν διαβάζεται ανάλογα με την αξία του. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό με συγγραφέα του κύρους και της αξίας του, Eλληνα ή ξένο. O Γιώργος, ο Γιώργος Iωάννου ανήκει στη χορεία των μεγάλων Eλλήνων συγγραφέων -ξέρω πολύ καλά πως ο χώρος δεν είναι ο κατάλληλος για να αποδείξω του λόγου μου το αληθές- στέκεται επάξια και ισάξια δίπλα στους Γ. Bιζυηνό και A. Παπαδιαμάντη (σύμπτωση: ούτε ο Γ. Bιζυηνός έγραψε μυθιστορήματα, ενώ η αξία του A. Παπαδιαμάντη έγκειται στα διηγήματά του) και αν σε μερικούς φανούν υπερβολικά τα λόγια μου και ξινίσουν τα μούτρα, τους προτείνω τότε να βάλουμε ένα αλά Πασκάλ -τρόπον τινα- στοίχημα: Tο μέλλον ανήκει στον Γιώργο Iωάννου. Στο μέλλον οι Eλληνες αναγνώστες θα διαβάζουν Γιώργο Iωάννου. Tο μέλλον θα δείξει πόσο μεγάλος πεζογράφος ήταν, είναι και θα εξακολουθήσει να είναι ο Γιώργος Iωάννου.

KΟΚΟΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ: «Βίωμα θανάτου στον Γ. Ιωάννου: ποιητική και πεζογραφική εκδοχή». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. ΟI ΦIΛOΛOΓIKEΣ κριτικές και λογοτεχνικές καταθέσεις του Γιώργου Ιωάννου συγκροτούν ένα έργο σημαντικό και πολύπτυχο. Πυρήνας της συνεισφοράς του Ιωάννου είναι τα πεζογραφήματά του, τα οποία τοποθετούν τον δημιουργό τους σε εξέχουσα θέση του μεταπολεμικού λογοτεχνικού μας κανόνα. Η πεζογραφία τού Ιωάννου είχε και έχει υψηλόβαθμη απήχηση στους αναγνώστες, στους μελετητές, αλλά και σε συνομηλίκους και νεοτέρους ομοτέχνους του. Ωστόσο, ο Ιωάννου ξεκίνησε ως ποιητής και είναι κοινός κριτικός τόπος ότι η πεζογραφική παραγωγή του ενέχει και αρκετά ποιητικά στοιχεία. Η αίσθηση της αμαρτίας, η εξομολογητικότητα, η ανάγκη ανθρώπινης επαφής, η λειτουργία της μνήμης αποτελούν δομικούς άξονες τόσο της ποιητικής όσο και της πεζογραφικής παρουσίας του συγγραφέα, ενώ εντοπίζονται βιώματα που ως θέματα τα έχει επεξεργαστεί και σε ποιητική, και σε πεζογραφική εκδοχή. Απλώς αναφέρουμε, για παράδειγμα, αφού ακόμη και οι τίτλοι σκιαγραφούν τη θεματική σύγκλιση, το ποίημα «Ομίχλη πέφτει» από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (α΄ εκδ. 1963) και το διήγημα «Ομίχλη» από τη Μόνη κληρονομιά (α΄ εκδ. 1974)…

ΚΟΝΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ: «Μια βραδιά καρναβαλιού». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. ΟI AΠOKPIEΣ άρεσαν πολύ στον Γιώργο Ιωάννου. Και από την άποψη του ξέφρενου γλεντιού (που πάντα φανταζότανε) και από την άποψη της λαογραφίας, που μελετούσε και ερευνούσε. Eτσι λοιπόν μια χειμωνιάτικη βραδιά του Φλεβάρη (η διήγησή μου θα έχει τη μορφή παραμυθιού, γιατί πέρασαν χρόνια και γιατί μερικά πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια είναι παραμυθένια), ήρθαν οι αποκριές. Η Αθήνα πάντα ωραία το χειμώνα, με αεράκι παγωμένο να κόβει μύτες και αφτιά. Μια νύχτα κρυστάλλινη με ψιλόβροχο, σ’ ένα σπίτι στο Κολωνάκι έγινε σύναξη μεταμφιεσμένων. Μόνο που σε αυτές τις θεατρικές παραλλαγές, σκηνοθέτης και ενδυματολόγος ήτανε ο Γιάννης Τσαρούχης. Eδινε εντολές, οδηγίες και περιγραφές. Eτσι λοιπόν ο Γιώργος Μανιώτης έγινε για ένα βράδυ ο Μπαλζάκ, με ένα πολύ μυτερό κοτιγιόν, που ομοιοκαταληκτούσε με το βάρος του! Η Σαπφώ Νοταρά, κυρία με τις καμέλιες, με λευκά, με τούλια, με καπελάκι εποχής και τα απαραίτητα τσιγάρα Sante στο χέρι, να φουμάρει συνέχεια και σε τακτά διαστήματα να εκδηλώνει έναν επίμονο τσιγαρόβηχα. Ο Ιωάννου να μου λέει στο αφτί: «Τι τσιγάρα, Θεέ μου, τι τσιγάρα!». Η δε βραχνή και χαρακτηριστική φωνή της να δίνει και να παίρνει. Ο Αλέξης Σαβάκης, ναύτης νοσταλγικός. Η πάντα ωραία Αλίκη Γεωργούλη νοσοκόμα, με έναν πλαστικό πισινό, που όλο σήκωνε τη λευκή στολή για να φαίνεται και να προκαλεί ένα κύμα γέλιου όταν τον φανέρωνε με νάζι και σκέρτσο. Ο Γιώργος Ιωάννου από την προηγουμένη μάζευε ρούχα, παπούτσια, κάλτσες, περούκα, κραγιόν, πούδρες, χτενάκια, σκουλαρίκια και μολύβια για ψεύτικες ελιές. Του είχε πει, ο ζωγράφος: «Εσύ θα ντυθείς Πολίτισσα και θα τους φάμε όλους», με εκείνη τη φωνή τη χαμηλή και τόσο μουσική που όλοι αγαπούσαμε και περιμέναμε να μας απευθύνει το λόγο…

ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ Δ. N.: «Γιώργος Ιωάννου. Είχαν, υποθέτω, τον λόγο τους οι επιμελητές του αφιερωτικού τόμου να με αποκλείσουν ευγενώς από τις συνεργατικές τους επιλογές». Το Βήμα, 19/03/2006. Συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Γιώργου Ιωάννου, χαρισματικού αφηγητή στη ζωή και στα γραφτά του. Με πλούσιο και πολύπλευρο συγγραφικό έργο, στο κέντρο του οποίου δεσπόζει, ποσοτικά και ποιοτικά, η πεζογραφική του παραγωγή (αφηγήματα, δοκίμια, ημερολόγια, φυλλάδιο, συνεντεύξεις), διαβαθμισμένη στη δωδεκαετία 1964 – 1985. Προηγήθηκαν δύο ευαίσθητες ποιητικές καταθέσεις και μεσολάβησαν έγκυρες μεταφραστικές και συλλεκτικές αποτυπώσεις – λογοτεχνικές, φιλολογικές, ιστορικές και λαογραφικές. Ως φιλόλογος εξάλλου ο Ιωάννου δίδαξε για κάποια χρόνια στη Βεγγάζη και στην Κυνουρία. H γενέθλια ωστόσο Θεσσαλονίκη (της κατοχικής και μετακατοχικής κυρίως περιόδου) σφράγισε ανεξίτηλα τη ζωή και το έργο του. Δίκαιη και συγκινητική επομένως η πρωτοβουλία του «Κέδρου» να τιμήσει τη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου με τριπλή εκδήλωση την περασμένη Τετάρτη στο φιλόξενο Μπενάκειο επί της Πειραιώς. Κυκλοφορήθηκε τη μέρα εκείνη αφιερωτικός τόμος, που τον επιμελήθηκαν ο Νάσος Βαγενάς, ο Γιάννης Κοντός και η Νινέτα Μακρυνικόλα, υπό τον τίτλο «Με τον ρυθμό της ψυχής» (έκφραση αντλημένη από κείμενο του Ιωάννου). Στο έντυπο αυτό αφιέρωμα συνεισφέρουν είκοσι εννέα ποιητές, πεζογράφοι και δοκιμιογράφοι, μοιρασμένοι στα δύο: προηγούνται συνοπτικότερες αναφορές, φορτισμένες με έντονη προσωπική συγκίνηση· έπονται διεκταμένα δοκίμια, επικυρώνοντας τον ανεπιφύλακτο έπαινο. Το βράδυ εξάλλου της ίδιας μέρας, μίλησαν ένθερμα, μπροστά σε πυκνό ακροατήριο, για τον συγγραφέα και την τέχνη του ο Παναγιώτης Μουλάς, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Κωστής Γκιμοσούλης. Ενώ στην απέναντι αίθουσα του αμφιθεάτρου είχαν εκτεθεί έργα τριάντα δύο καλλιτεχνών – εικαστικά σήματα, εμπνευσμένα από το έργο και τη μορφή του Γιώργου Ιωάννου. Είχαν, υποθέτω, τον λόγο τους οι επιμελητές του αφιερωτικού τόμου να με αποκλείσουν ευγενώς από τις συνεργατικές τους επιλογές. Προφανώς σεβάστηκαν το μένος του Ιωάννου για τις τέσσερις επιφυλακτικές επιφυλλίδες μου, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο «Βήμα», το καλοκαίρι του 1977. Μένος που προκάλεσε τότε την έκδοση του «Φυλλαδίου» και αποτυπώθηκε με ανυποχώρητη εμπάθεια στους θυσάνους του. Φαντάζομαι ωστόσο πως δικαιούμαι να μη συμμεριστώ, ύστερα μάλιστα από είκοσι οκτώ χρόνια, την έμπρακτη αυτή επιφύλαξη των επιμελητών του τόμου, που μαρτυρεί μια, βολική μάλλον, μέθοδο αποχής σε επίμαχες περιπτώσεις…

MΠOYKAΛAΣ ΠANTEΛHΣ: «Μεταφράζοντας Στράτωνος “Μούσα Παιδική”, ως αντίδοτο». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. ME THN ΠOIHΣH ο Γιώργος Iωάννου ξέκοψε νωρίς, πιο νωρίς κι απ’ όσο ξέκοψε με τη ζωή. H πρώτη του ποιητική συλλογή (που υπήρξε και η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα) εκδόθηκε το 1954, με τον τίτλο «Hλιοτρόπια». H δεύτερη -και τελευταία- το 1963, «Tα χίλια δέντρα» (3η έκδοση το 1988, με τον τίτλο «Tα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα»). Oι ποιητικές ανθολογίες πάντως, γενεαλογικές είτε αλφαβητικές, δεν δείχνουν ιδιαίτερη βιασύνη να τον ανθολογήσουν· αν ωστόσο τον ανθολογούσαν, το πιο πιθανό, σχεδόν βέβαιο, είναι ότι το όνομά του θα βρισκόταν αμέσως πριν από το όνομα του Kωνσταντίνου Kαβάφη, ώστε καλά να ταιριάζει. Tο πραγματικό του όνομα (Σορολόπης) θα τον ξεμάκραινε από τον Aλεξανδρινό. Mια κουβέντα είναι βέβαια το «ξεκόβω», ιδίως το «ξεκόβω από την ποίηση». Aν σε πότισε έγκαιρα τα φάρμακα και τα φαρμάκια της, ο δεσμός αντέχει διά βίου – ένας γόρδιος εσαεί άκοπος. Kαλά το λέει λοιπόν ο συντοπίτης του συγγραφέας Tόλης Kαζαντζής πως ο «Iωάννου δεν είναι στεγανά ο ποιητής ή ο πεζογράφος. Eίναι και τα δύο μαζί». Kι εν τούτοις, όσα κοινά στοιχεία κι αν έχουν οι δύο υποστάσεις του λόγου, η ποίηση και η πρόζα, παραμένουν διακριτές, ενίοτε δε καταντούν πολέμιες. Σε περιπτώσεις μάλιστα όπως του Iωάννου, όπου ο πεζογραφικός εαυτός επιβάλλεται και αναγνωρίζεται με την ιδιοτυπία και την αξιοσύνη του, ο ποιητικός «προκάτοχος» ή «πρόγονος» αργά ή γρήγορα σκιάζεται, υποχωρεί, σχεδόν ξεχνιέται. Tο «σχεδόν» τίθεται επειδή η λησμοσύνη πλήττει συνήθως, αν όχι αποκλειστικά, τον αναγνώστη, όχι τον γράφοντα. Aυτός δεν γίνεται να παραγράψει τα εισόδιά του στη γραφή. Kαι, όσο ξεμακρυσμένος, αναζητεί το ενδιάμεσο έστω και επιχειρεί την αναψηλάφηση, την ανακατάκτηση. Mια μέθοδος αναψηλάφησης και ανακατάκτησης της ποιητικής ρίζας είναι η στιχουργική που προορίζεται να γίνει τραγούδι – και ο Iωάννου έγραψε πράγματι στίχους για τραγούδια, για το «Kέντρο Διερχομένων», δίσκο καλά δουλεμένο από τον Nίκο Mαμαγκάκη. Mια άλλη μέθοδος, εσωτερικότερη και τόσο κοπιαστική που κανένα όφελος δεν μπορεί να ισοσκελίσει την ασκητική μοναχικότητά της, είναι η μετάφραση. Kαι ο Iωάννου μετέφρασε. Δεν μετέφρασε πολύ πάντως. Iερό Aυγουστίνο, Tάκιτο, τον Tσέχο ποιητή Πετρ Mπέζρουτς, και βέβαια αρχαία ποίηση, αλλά και πάλι επιλεκτικά: την «Iφιγένεια εν Tαύροις» του Eυριπίδη, το δωδέκατο Bιβλίο της Παλατινής Aνθολογίας, που εκδόθηκε υπό τον τίτλο «Στράτωνος Mούσα Παιδική», και ορισμένα επιτύμβια, ερωτικά και προτρεπτικά επιγράμματα, από την Παλατινή Aνθολογία επίσης, δημοσιευμένα στο «Φυλλάδιό» του…

ΠAΠAΣΠYPΟY ΣTAYPΟYΛA: «Αν γλιτώσω, θα γίνω άλλος άνθρωπος». Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 19/11/2000. Δύο βιβλία με ανέκδοτες επιστολές και σελίδες από το ημερολόγιο του Γιώργου Ιωάννου αποκαλύπτουν απωθημένα, σκέψεις και όνειρά του. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρημένος είμαι, πόσο κενός γεμάτος νευρικότητα. Τώρα που σου γράφω νιώθω τα χείλη μου σκασμένα και καίνε. Δεν έχω πυρετό πραγματικό, ούτε άρρωστος είμαι. Είναι απ’ αυτό. Απ’ τη σκασίλα και τη στενοχώρια που μου δίνει το αναίτιο αυτό πνίξιμο, η ανομοιότητα από τους άλλους και η μάταιη αναζήτηση λίγης κατανόησης». Οι φράσεις αυτές είναι γραμμένες από το Γιώργο Ιωάννου, πριν από μισό αιώνα. Τότε ακόμα δεν είχε δημοσιεύσει γραμμή, ούτε ποίηση ούτε πεζό. Ήταν 22 χρόνων. Κι είχε μόλις ξεκινήσει μια αλληλογραφία με τον -αριστερών πεποιθήσεων- φίλο και συμφοιτητή του Χρήστο Σαμουηλίδη, που υπηρετούσε τη θητεία του στη Μακρόνησο εκείνα τα χρόνια. Η ανέκδοτη αυτή αλληλογραφία δημοσιεύεται τώρα από το «Βιβλιοπωλείο της Εστίας», φωτίζοντας καλύτερα την προσωπικότητα ενός από τους πιο προικισμένους μεταπολεμικούς μας συγγραφείς. Δέκα γράμματα έγραψε όλα κι όλα μέσα σε μια τριετία ο Ιωάννου στον Σαμουηλίδη, αλλά πόσα του εξομολογήθηκε! Σ’ αυτόν πρωτομίλησε για τις ερωτικές του αποκλίσεις, για την οδύνη και την αηδία που του προκαλεί ο «έρωτας ο σαρκικός», για τη μοναξιά, για τα διαβάσματα και τις συγγραφικές του ανησυχίες. Από το 1949 ήδη το ’χε βάλει σκοπό: «Θα προκόψω πολύ στα γράμματα» δήλωνε. «Αν γλιτώσω, θα είμαι πια εντελώς άλλος άνθρωπος. Η πείρα συσσωρεύεται μέσα μου ζυμωμένη με πόνο και δάκρυα που δεν τα’ αφήνω πεισματικά να τρέξουν. Αποφάσισα να νικήσω». Τον Φεβρουάριο συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από τον θάνατο του Ιωάννου. Ο ίδιος δεν πολυσυμπαθούσε τις «επετείους». Κι όμως καμιά φορά αποδεικνύονται τόσο χρήσιμες!

ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ: «Ο λογοτέχνης των ταπεινών». Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7, 06/02/2005. Σε μια από τις τελευταίες του συλλογές με πεζογραφήματα, την «Καταπακτή», την πιο καλογραμμένη κατά την άποψή του, ο Γιώργος Ιωάννου ομολογούσε τη λαχτάρα του ανοιχτά: θα ’θελε να διαβάζεται με πάθος κι όταν πια δεν θα υπήρχε. Θα ’θελε οι αναγνώστες να συζητούν τα έργα του σαν να είχαν μόλις εκδοθεί, να στέκονται με στοχαστικότητα στις σημαδιακές του φράσεις, ν’ αντλούν απ’ αυτόν κουράγιο. Όχι να προσπερνούν, όπως έφτασε να κάνει κι ο ίδιος, τις απεγνωσμένες εκκλήσεις ορισμένων για μετά θάνατο αγάπη και προσήλωση. Είκοσι χρόνια, εντούτοις, μετά τον θάνατο του Ιωάννου, κι ενώ ο πανεπιστημιακός και ποιητής Νάσος Βαγενάς ετοιμάζεται να τον υπερασπιστεί ως τον κορυφαίο, ίσως, έλληνα πεζογράφο του 20ού αιώνα, η κίνηση των βιβλίων του δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του -«φθίνει διαρκώς» μηνύουν απ’ τον «Κέδρο». Η σιωπή που περιέβαλε τον δημιουργό του «Για ένα φιλότιμο» και της «Σαρκοφάγου», της «Μόνης κληρονομιάς» και του «Εφήβων και μη», ερμηνεύσιμη ίσως για τα πρώτα χρόνια της απουσίας του, «παρατείνεται ανησυχητικά» λέει ο Γιώργος Κορδομενίδης, καθώς επιμελείται σχετικό αφιέρωμα του «Εντευκτηρίου». Όσο για τα έξι διηγήματά του που έχουν περάσει στο βιβλίο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του λυκείου από το ’99, εξαιρούνται συνήθως από τη διδακτέα ύλη -δεν συμπεριλήφθηκαν ούτε καν φέτος…

ΡΟΥΒΑΛΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ: «Ο Γιώργος Ιωάννου εμπνέει. Μία έκθεση και ένας τόμος για τον Θεσσαλονικιό συγγραφέα». Ελευθεροτυπία, 10/03/2006. «Ο Ιωάννου δεν πουλάει», σημειώνει με κάθε αυστηρότητα ο Νάσος Βαγενάς στο προλογικό σημείωμα της αφιερωματικής έκδοσης «Με τον ρυθμό της ψυχής» (εκδόσεις «Κέδρος»). Κι αν όντως ο Γιώργος Ιωάννου δεν συμπεριλαμβάνεται στην τρέχουσα λίστα των ευπωλήτων, το έργο του παραμένει στο πνεύμα της εποχής καθώς «διαμόρφωσε έναν νέο, σύγχρονο πεζογραφικό λυρισμό, διαφορετικό από τον εξωστρεφή λυρισμό της έως τις ημέρες του πεζογραφίας μας, μια ποιητικότητα εσωτερικής καύσεως, που δεν χρειάζεται λυρικές λέξεις για να αρθρωθεί και που παράγει τη θέρμη της…». Ο Παναγιώτης Μουλλάς, εκ των ομιλητών στην προχθεσινή εκδήλωση στο κατάμεστο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138), επιβεβαίωσε την άποψη επισημαίνοντας τον κομβικό χαρακτήρα της εργογραφίας του Γιώργου Ιωάννου αλλά και τη διαχρονική αξία της. Η εκδήλωση μνήμης και τιμής στον Θεσσαλονικιό συγγραφέα πραγματοποιήθηκε με την αφορμή συμπλήρωσης είκοσι χρόνων από τον θάνατό του (16 Φεβρουαρίου 1985). Δεν ήταν μόνο η διάθεση του εκδοτικού οίκου να δοκιμάσει, τινί τρόπω, την αντοχή των έργων του Γιώργου Ιωάννου στον χρόνο αλλά και η ανταπόκριση ομοτέχνων του, ποιητών και πεζογράφων, όσο και εικαστικών δημιουργών, οι οποίοι συνέβαλαν στο επετειακό πνεύμα με σειρά κειμένων και ζωγραφικών έργων που παραπέμπουν στην ευαίσθητη όσο και ρεαλιστική φωνή του, στον στοχασμό που ξεπερνάει την αυτοβιογραφική θεώρηση του τόπου και του τοπίου, στη χαμηλότονη διατύπωση ανθρώπινων παθών, αναγκών, τρόπων. Σ’ αυτό το πνεύμα μίλησε ο Κωστής Γκιμοσούλης, μ’ αυτή την αφορμή κι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μίλησε για μία από τις πολλές πτυχές του Ιωάννου, στη γραφή στίχων για λαϊκά τραγούδια, αφού «δεν ήτανε διανοούμενος αλλά συγγραφέας ζυμωμένος στο κοινωνικό ρεφενέ, στην καθημερινότητα, στον ερωτικό γκαϊλέ, στον αποκλεισμό, στην πολλαπλή αγωνία της επιβίωσης μαζί με την πειθαρχημένη, χαλκέντερη προσπάθειά του να κάνει έργο…». Την έκδοση του συλλογικού τόμου συνοδεύει η έκθεση ζωγραφικής με τη συμμετοχή τριάντα δύο καλλιτεχνών (Μουσείο Μπενάκη, διαρκεί: 8-15 Μαρτίου), οι οποίοι εμπνεύστηκαν τα έργα τους από τα ποιήματα («Ηλιοτρόπια») είτε τα πεζά του («Για ένα φιλότιμο»). Ιθύνοντες νόες της έκθεσης είναι οι ζωγράφοι Αλέξης Κυριτσόπουλος και Γιάννης Ψυχοπαίδης και οι ποιητές Γιάννης Κοντός και Νάσος Βαγενάς. Συμμετέχουν, μεταξύ των άλλων, οι Γιάννης Αδαμάκης, Παναγιώτης Γράββαλος, Δημήτρης Καλοκύρης, Κυριάκος Κατζουράκης, Τάσος Μαντζαβίνος, Χρήστος Μποκόρος, Εδουάρδος Σακαγιάν, Σωτήρης Σόρογκας. Τα έργα διακρίνονται από την ενθουσιώδη διάθεση «συνομιλίας» μεταξύ της εικαστικής γλώσσας και της εσωτερικής φωνής του συγγραφέα. Κατ’ αντιστοιχίαν, οι συμμετέχοντες λογοτέχνες προσφέρουν διαφορετικές οπτικές γωνίες στον άνθρωπο και στον δημιουργό με κείμενα άλλοτε προσωπικού χαρακτήρα κι άλλοτε φιλολογικού. Χαρακτηριστικά η Μάρω Δούκα σημειώνει ότι «είναι ένας ευφυής παραμυθάς που αξιώθηκε, όσο ελάχιστοι, να υποτάξει λειτουργικά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην αντικειμενική ιστόρηση, πλάθοντας ένα Εγώ λιωμένο στο Εμείς…». Ανάμεσα σ’ άλλους υπογράφουν οι Βασίλης Βασιλικός, Θανάσης Βαλτινός, Θανάσης Νιάρχος, Γιάννης Βαρβέρης, Μένης Κουμανταρέας, Χριστόφορος Μηλιώνης.

ΣΕΛΛΑ OΛΓΑ: «Κεράκι για τον Γιώργο Ιωάννου. Έργα εμπνευσμένα από την προσωπικότητα του συγγραφέα, στο Μουσείο Μπενάκη». Η Καθημερινή, 01/03/2006. «Eνα κεράκι αναμμένο στη μνήμη του» Γιώργου Iωάννου θα φωτίσει το βράδυ της 8ης Mαρτίου, στις 8 μ.μ., στο Mουσείο Mπενάκη της οδού Πειραιώς. Tριάντα δύο Eλληνες εικαστικοί εμπνέονται από το έργο και την προσωπικότητα του συγγραφέα Γιώργου Iωάννου, και είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του συγκεντρώνονται και λένε: «Kαλησπέρα σας, κύριε Iωάννου». Oι εικαστικοί Γιάννης Aδαμάκης, Tζούλια Aνδρειάδου, Mαριλίτσα Bλαχάκη, Aλκης Γκίνης, Παναγιώτης Γράββαλος, Δημήτρης Kαλοκύρης, Xρίστος Kαράς, Kυριάκος Kατζουράκης, Aλέξης Kυριτσόπουλος, Kώστας Λαχάς, Aλέκος Λεβίδης, Mιχάλης Mανουσάκης, Tάσος Mαντζαβίνος, Xρήστος Mαρκίδης, Γιάννης Mιχαηλίδης, Aνδρέας Mπέλιας, Xρήστος Mποκόρος, Xρόνης Mπότσογλου, Σπύρος Oρνεράκης, Aσπασία Παπαδοπεράκη, Eδουάρδος Σακαγιάν, Tάκης Σιδέρης, Γιάννης Σκαλτσάς, Σωτήρης Σόρογκας, Bασίλης Σπεράντζας, Mάριος Σπηλιόπουλος, Nίκος Στεφάνου, Aννα – Mαρία Tσακάλη, Aλέκος Φασιανός, Mανώλης Xάρος, Eρατώ Xατζησάββα, Γιάννης Ψυχοπαίδης εικονογραφούν την Oμόνοια, το γραφείο του, την ομίχλη, παιδιά της Kατοχής στην ουρά για το συσσίτιο, μερικές φιγούρες από τα πρόσωπα των ηρώων του, τις γειτονιές που περπατούσε, σώματα ανδρών και γυναικών, εξώφυλλα βιβλίων, ό,τι αφήνει πίσω του ένας περίπατος. Tη διαδρομή, τα ίχνη και, τέλος, την πατρίδα του Γιώργου Iωάννου αποτυπώνουν οι εικαστικοί…

ΣABBOΠOYΛOΣ ΔIONYΣHΣ: «Είχε το δώρο των σπλάχνων». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005. Ο ΙΩΑΝΝΟΥ είναι ο αγαπημένος μου πεζογράφος. Υπέροχος! Τον έχω κυριολεκτικά κάτω απ’ το μαξιλάρι μου. Αυτόν και τον Παπαδιαμάντη. Σκέπτομαι τώρα ότι και οι δύο αντιμετωπίσθηκαν ενίοτε συγκαταβατικά, ως ηθογράφοι. Μα όταν ζωγραφίζεις τόσο μεθυστικά το περιβάλλον και την εποχή σου, εστιάζοντας την ίδια στιγμή στη λαχτάρα και στη μοναξιά των προσώπων, τότε αυτό δεν είναι ηθογραφία αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό, που δεν αντιλαμβάνονται δυστυχώς μερικοί «φωταδιστές», όπως θα έλεγε και ο Ζουράρις. Τον θαύμαζα. Του το έλεγα απερίφραστα και το χαιρόμουν που μπορούσα να του το λέω. Και τον Ν. Α. Ασλάνογλου, σε έναν άλλο τομέα, θαύμαζα και τον Κυριάκο Κρόκο και τον Στρατή Τσίρκα, αλλά δεν μπόρεσα να τους το πω όσο ζούσαν. Στη συναναστροφή μας νιώθαμε σαν μετέωρα, σαν νησιά, ενώ ο Ιωάννου ήταν τόσο βολικός μες στην κοινωνικότητά του που του το ’λεγες κατευθείαν: «Τρέχω και παίρνω τα βιβλία σου μόλις βγουν, είσαι θαυμάσιος Γιώργο, είσαι οι δεσμοί μας, η μνήμη μας, oι ιστορίες σου μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια». Xαμογελούσε ως χαμηλοβλεπούσα κι έριχνε την σπόντα του: «Μερικοί δεν συμφωνούν. Είδες τι μου γράφει ο Μαρωνίτης στο Βήμα;». Τον Ιωάννου μπορεί να τον λάτρευα, γιατί είχε το δώρο των σπλάχνων, δεν ήθελα όμως να ρίξω λάδι στη φωτιά. Ξεχνούσα πόσο έξαλλος γινόμουν εγώ όταν εισέπραττα δηλητηριώδεις κριτικές και χτυπήματα κάτω από τη μέση και καμωνόμουν τώρα τον Αγγλοσάξονα: «Δεν είναι ανάγκη να μεγαλοποιείς το θέμα», του ’λεγα, «συμβαίνουν αυτά, ο χρόνος θα δείξει». Τίποτε. Παρέμενε απαρηγόρητος και υπέροχος. Δεν δεχόταν τίποτε λιγότερο από την αγάπη και τον θαυμασμό γιατί και ο ίδιος δεν έδινε τίποτε λιγότερο…

ΣAPHΓIANNHΣ Θ.Δ.: Γιώργος Ιωάννου 1927-1985: Ημερομηνίες από τη ζωή και το έργο του». Η Καθημερινή / Επτά Ημέρες, 13/02/2005.

ΣΠΙΝΟΥ ΠΑΡΗ: «Ο Ιωάννου όπως τον γνώρισαν». Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7, 05/03/2006. «Γιώργο μου, έχω να σε δω είκοσι χρόνια. Κοιτάζω τις φωτογραφίες και τα βιβλία σου. Κείμενα ήθους και ομορφιάς της ελληνικής γλώσσας. Σε θαύμαζα (και πάντα θα σε θαυμάζω)…» Με αυτό τον χαιρετισμό ο ποιητής Γιάννης Κοντός απευθύνεται στον Γιώργο Ιωάννου στο αφιέρωμα με τίτλο «Με τον ρυθμό της ψυχής» που ετοίμασε ο «Κέδρος» -το 2005 συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τον θάνατο του Ιωάννου. Μαζί του, 29 συγγραφείς και κριτικοί (από τον Νάσο Βαγενά και τον Θανάση Βαλτινό μέχρι τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, τη Νένα Κοκκινάκη, τον Μένη Κουμανταρέα και τον Γιώργο Μανιώτη) σκέφτονται τον εξομολογητικό λογοτέχνη που «συνέθεσε την τοιχογραφία του καιρού του», τον εσωστρεφή «ασκητή» που έγραφε στο ημιφωτισμένο δωμάτιό του. Το πορτρέτο του όμως κάνουν και 32 ζωγράφοι με ισάριθμα έργα που θα παρουσιαστούν, μαζί με το βιβλίο την Τετάρτη το βράδυ στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς. Οι Κ. Κατζουράκης, Α. Κυριτσόπουλος, Χρ. Μποκόρος, Χρ. Μπότσογλου, Α. Παπαδοπεράκη, Εδ. Σακαγιάν, Σ. Σόρογκας, Αλ. Φασιανός, Μ. Χάρος, Γ. Ψυχοπαίδης και πολλοί άλλοι αποτύπωσαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ιωάννου, επηρεάστηκαν από την ατμόσφαιρα των ποιημάτων του ή βάδισαν στα μέρη όπου σύχναζε κι αυτός…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Ταξιδεύοντας στις… διαστάσεις ενός ατυχήματος

Standard
Να μια συνομιλία που είχα κάποτε με τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου και που δεν έχει περάσει στη βιβλιογραφία. και δράττομαι της ευκαιρίας για να σημειώσω ότι πάντα θα υπάρχουν ελλείψεις – είτε από άγνοια των πηγών είτε από έλλειψη χρόνου είτε εσκεμμένα!

Ο συγγραφέας χρειάζεται πάντα τόλμη ή, αν θέλετε, όπως λέμε όταν πρόκειται περί λόγου, χρειάζεται παρρησία…». Ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου την έχει και την τόλμη και την παρρησία και μιλάει για τα Πολλαπλά κατάγματα[1], το τελευταίο βιβλίο του και για ένα σωρό άλλα πράγματα της κοινωνικής και πνευματικής ζωής μας. Γιώργος Ιωάννου, λοιπόν, και καταρχήν, τα Πολλαπλά κατάγματα:

Αυτό το βιβλίο στηρίζεται σ’ ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη στο τέλος του 1980. Με χτύπησε ένα αυτοκίνητο και είχα μια μεγάλη ιστορία, μ’ όλα τα σχετικά με τα νοσοκομεία, τους γιατρούς, τις περιθάλψεις και τα φάρμακα. Συνάμα έζησα και, μάλιστα, για πρώτη φορά, όλες αυτές τις σχετικές εμπειρίες του πόνου, του κινδύνου, της ανησυχίας, του φόβου αλλά και της λειτουργίας των ελληνικών νοσοκομείων και υπηρεσιών. Όλα αυτά τα πράγματα, ένιωσα την ανάγκη, ακόμη από τότε που ήμουν στο κρεβάτι, να τα γράψω, σ’ ένα κείμενο, που δεν ήξερα τι έκταση θα πάρει.

Τελικά, έγινε αρκετά μεγάλο – πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι νόμιζα και γι’ αυτό το λόγο το έδωσα να βγει σε βιβλίο, γιατί προηγουμένως φανταζόμουν ότι δεν θα είναι τόσο εκτενές και θα μπορέσει να δημοσιευτεί στο περιοδικό που βγάζω πότε-πότε, το προσωπικό μου περιοδικό, το Φυλλάδιο[2], το οποίο γράφω εγώ ολόκληρο και επειδή πιστεύω πως δεν είναι δυνατό βασικά γεγονότα της ζωής μας να μη μας επηρεάζουν και να μη φαίνονται μέσα στο έργο μας, ήθελα να φανεί – ήθελα κατά κάποιο τρόπο, να δηλώσω μια αναφορά στους αναγνώστες μου γι’ αυτή την ιστορία και πώς ένιωσα τα πράγματα εκ των έσω. Αυτό, κυρίως, ήταν. Βέβαια, θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Σταμάτησα τη διήγηση στην ημέρα που έβαλα ξανά τα πόδια μου και επιχείρησα τα πρώτα βήματα. Δεν έγινα καλά από κείνη την ημέρα. Απλώς, περπατούσα υποτυπωδώς – δυο βήματα μέσα στο σπίτι. Επιπλέον, το βιβλίο θα μπορούσε να έχει περισσότερες παρατηρήσεις, αποκαλύψεις μπορώ να πω, για όσα είδα από κοντά, τα οποία μπορεί να είναι πολύ συνηθισμένα για άλλους, αλλά εμένα μου έκαναν εντύπωση. Το σταμάτησα, λοιπόν, εκεί γιατί η ιδέα μου ήταν να δώσω, κυρίως, τις εξωτερικές και εσωτερικές εμπειρίες ενός ανθρώπου από το ατύχημά του.

Τα ατυχήματα είναι πάρα πολύ συχνά σήμερα – ατυχήματα από μηχανές, από τα μηχανικά δηλαδή μέσα που χρησιμοποιούμε – και ενώ είναι ένα πράγμα τόσο συχνό ίσως, δεν υπάρχουν ανάλογα κείμενα που να δίνουν και τις περιστάσεις αλλά και τις εσωτερικές εμπειρίες γιατί ό,τι και να πούμε, ό,τι και να πει ένας τρίτος, ένας επιδέξιος δημοσιογράφος που τρέχει και μαζεύει πληροφορίες για ένα ατύχημα ή δυστύχημα, πάλι δεν μπορεί να μπει μέσα στο πετσί του ανθρώπου ο οποίος το έπαθε.

Επειδή, βέβαια, αυτοί που σκοτώνονται δεν μιλούν, τουλάχιστον να μιλήσουν αυτοί που τραυματίστηκαν βαριά και που, τέλος πάντων, σώθηκαν με… σώας τας φρένας και μπορούν να τα περιγράψουν. Σκέφτηκα, δηλαδή, ότι εδώ πέρα πηγαίνουν ένα ταξίδι και μετά κάθονται και γράφουν ένα βιβλίο. Λοιπόν, γιατί να μη γράψω εγώ αυτό το πράγμα, το οποίο και για μένα και για πάρα πολύ κόσμο που το παθαίνει, που φοβάται να μη το πάθει, που τέλος πάντων έχει μυαλό και σκέφτεται, είναι πολύ σπουδαιότερο από ένα ταξίδι…

  • Δηλαδή, στην περίπτωση τη δική σας, έχουμε ένα ταξίδι, ένα οδοιπορικό ενός ατυχήματος;

Ναι. Ταξίδι μέσα στους χώρους και τις εσωτερικές διαστάσεις ενός ατυχήματος. Και βγαίνοντας, τρόπον τινά, από κει, περιέγραψα τα πράγματα. Δεν ξέρω τώρα πόσο τα δίνω, διότι διαρκώς πιστεύεις πως όχι μόνο σου ξέφυγαν αλλά πιθανώς άλλοι έχουν πιο ισχυρές εμπειρίες από σένα. Εγώ παρουσίαζα και μια εξαιρετική αντοχή στον πόνο – κάτι που δεν το περιμένει κανείς – αλλά, τέλος πάντων, προσπάθησα να καταγράψω πραγματικά, παραλείποντας τα επουσιώδη. Παράλληλα, προσπάθησα να δώσω κι ένα χρονικό της κοινωνίας που περιβάλλει ένα σημερινό λογοτέχνη που ζει στην Αθήνα. Τι έκανε αυτή η κοινωνία για μένα;

Μέσα στο βιβλίο μου έω και πολλά ονόματα και μικρά περιστατικά από ανθρώπους που μου παραστάθηκαν ή και από άλλους που δεν μου παραστάθηκαν… Με πολλή διακριτικότητα – έτσι, λιγάκι, για να τους πειράξω. Σκέφτηκα πως αν είχαμε σήμερα ένα χρονικό τέτοιο, από ένα παλιό λογοτέχνη, ας πούμε του 19ου αιώνα, που να μας περιέγραφε μια ασθένειά του, όχι μονάχα τις εμπειρίες του που, επιτέλους, αυτές είναι ανθρώπινες και μπορούν να ξαναϋπάρξουν μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο, οποιαδήποτε εποχή, αλλά να μας έλεγε πώς αντέδρασε το κοινωνικό περιβάλλον, γύρω του, οι άλλοι λογοτέχνες, οι αναγνώστες, οι συγγενείς, οι φίλοι. Νομίζω πως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον – όσο δηλαδή σήμερα μπορεί να φαίνεται κάπως τετριμμένο ένα τέτοιο πράγμα – εγώ δεν το άφησα να είναι ολότελα τετριμμένο.

Προσπάθησα να θυμηθώ καίριες λεπτομέρειες και βασικές συναισθηματικές κινήσεις και σκέψεις που μου δημιούργησε η επίσκεψη και η παρουσία ανθρώπων πνευματικών ή φίλων, εντούτοις, νομίζω πως θα έχει κάποτε κάποιο ενδιαφέρον. Η βασική μου κίνηση δεν ήταν ούτε η απόδοση της κοινωνικής μας πραγματικότητας και της ευαισθησίας ούτε οι αποκαλύψεις μιας νοσοκομειακής πραγματικότητας, η οποία όντως είναι πολύ διαφορετική κάτω από την επιφάνειά της. Ήταν η διάσωση της εμπειρίας από την ίδια τη στιγμή του δυστυχήματος, της εσωτερικής εμπειρίας και απ’ όλες, μετά, τις φάσεις της θεραπείας.

  • Μέσα στο συγγραφικό σας έργο, γραμματολογικά, τι θέση θα δίνατε στα «Πολλαπλά κατάγματα»;

Το βιβλίο αυτό το είπα «αφήγηση διδακτική και ψυχωφελής». Βέβαια, το «ψυχωφελής» είναι λιγάκι κωμικό. Πάντως, είναι μια αφήγηση που, όπως είπα, ιστορεί το ταξίδι μου μέσα στο ατύχημα. Όσο μπόρεσα κοίταξα από μέσα το πράγμα. Δεν ξέρω τι να πω. Οπωσδήποτε δεν έχει και μεγάλο βάθος, απ’ ό,τι συνήθως φανταζόμαστε, μια τέτοια εμπειρία. Ίσως μάλιστα στο ίδιο το θύμα δεν φαίνεται τόσο τρομερό όσο γίνεται στους άλλους.

  • Πιστεύετε ότι αξιοποιήθηκε λογοτεχνικά η περίοδος της δικτατορίας;

Θα το έλεγα έτσι: πόσο καταγράφηκε η αντίδρασή μας, η αντίστασή μας και η απέχθειά μας στη δικτατορία! Είναι αλήθεια ότι ακόμη δεν έχει περάσει μέσα στα λογοτεχνικά έργα. Συνήθως, νομίζω, δεν περνάνε τόσο γρήγορα τα πράγματα, όχι διότι πιστεύω στα δόγματα που λένε ότι πρέπει να περάσει πάρα πολύς χρόνος δεν πιστεύω καθόλου σ’ αυτά. Στο δικό μου το έργο άρχισε να περνάει από κείνη την εποχή που ήταν η δικτατορία. Στα δυο βιβλία μου με πεζογραφήματα που τα ‘γραψα και τα τύπωσα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, υπάρχουν πολλά στοιχεία που υπαινίσσονται την κατάσταση – ιδίως η «Σαρκοφάγος» που βγήκε το 1971 όταν είχε τελειώσει η προληπτική λογοκρισία και που αρκετά κομμάτια της είναι σήμερα ακατανόητα.

Θυμάμαι τότε τη χαρά που έβλεπα σε πολλούς ανθρώπους γι’ αυτά τα ελάχιστα πραγματάκια που τολμούσαμε, τη χαρά που μου εξεδήλωναν, που τη διαπίστωσα κατόπιν κι από εξόριστους που είχαν διαβάσει το βιβλίο. Προσπαθούσα να συμβιβάσω τα ασυμβίβαστα, γινόμενος βιρτουόζος των υπαινιγμών και, ξέρετε, ένα τέτοιο πράγμα σου μένει, στο τέλος, ως… κουσούρι! Ασκείσαι πάρα πολύ. Δεν είναι μονάχα επί 21ης Απριλίου που έπρεπε να είμαι υπαινικτικός. Και στην προηγούμενη εποχή. Ακόμη και στην επόμενη – όχι, βέβαια, πολύ. Σε θέματα όχι μονάχα πολιτικά αλλά και ιδιωτικής ζωής. Έπρεπε να είμαι υπαινικτικός διότι υπήρχε ένα πλέγμα στημένο από τις προηγούμενες έκτακτες περιστάσεις και το οποίο λειτουργούσε ακόμη. Άρχιζε από τον Γυμνασιάρχη – μην πω από τον συνάδελφό σου! – και τον Επιθεωρητή. Δεν ήταν ανάγκη να πάει πιο ψηλά. Εάν πήγαινε έως τον Επιθεωρητή, ήταν αρκετό. Αυτός έφτιαχνε τις εκθέσεις κι όλα αυτά. Ήταν αρκετοί για να σου κάνουν κακό. Πάντως, πρέπει να πω ότι δεν σώπασα ποτέ μου. Βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι έκανα και τον νταή, αλλά δεν σώπασα ποτέ!

  • Πέρα όμως από την προσωπική σας συμμετοχή…

Δεν είμαι απόλυτα έτοιμος να σας πω. Υπάρχει διάσπαρτο υλικό και θα ‘πρεπε να γίνει μια έρευνα.

  • Γιατί;

Είναι αλήθεια ότι η απέχθεια του συνόλου των πνευματικών ανθρώπων προς τη χούντα ήταν μεγάλη και γνήσια. Έτσι πιστεύω εγώ. Άλλωστε, εκείνο το καταπληκτικό φαινόμενο, δίχως να υπάρξει προσυνεννόηση, πάψαμε αμέσως με την επιβολή της δικτατορίας να δημοσιεύουμε αυτομάτως. Ελάχιστοι είναι αυτοί που εξακολούθησαν. Από εκείνο που με ρωτάτε, εμένα περισσότερο αυτό μ’ ενοχλεί: ότι πολλοί από αυτούς που κράτησαν αυτή τη στάση, δεν έχουν υποστεί ουδεμία κύρωση, στιγματισμό ας πούμε, με κάποια ευκαιρία όπως είναι αυτές οι επέτειοι. Το ίδιο είχε γίνει και στην εποχή του Μεταξά. Εκείνο είναι πια που δεν πέρασε στη λογοτεχνία. Έχω βρει στο Μοναστηράκι ένα τεύχος ενός περιοδικού[3] που εξακολουθεί να βγαίνει και έκανε αφιέρωμα για το θάνατο του Μεταξά – πρόλαβε! Ο Μεταξάς πέθανε Φλεβάρη και στις 6 Απρίλη μας επιτέθηκαν οι Γερμανοί. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα πρόλαβε να βγάλει τεύχος αφιερωμένο στην προσωπικότητα του Μεταξά, με αφορμή το θάνατό του, στο οποίο φιγουράρουν ονόματα που θα φρίξετε – πολλά απ’ αυτά ζουν ακόμη, παριστάνουν τους πολύ δημοκρατικούς κ.λπ. Θα φρίξετε για τα ονόματα αυτά που κλαίνε τον δικτάτορα.

Στη Θεσσαλονίκη, ένα πλάσμα το οποίο μάλιστα λέει πως έκανε και αντίσταση, γιατί του κατέσχεσαν μια φορά το περιοδικό, λόγω μεγάλων χυδαιοτήτων που περιείχε – το ’73 νομίζω έγινε αυτό – σηκώθηκε και έκανε, την Πρωτομαγιά του ’68, έναν απολογισμό σε μια εβδομαδιαία εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, όπως άλλωστε συνηθίζεται κάθε χρόνο: πόσα βιβλία βγήκανε, ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, δοκίμια κ.λπ. Κι έβγαλε το συμπέρασμα: τι αποχές και τι αποχές και σαχλαμάρες, τα βιβλία στον αριθμό τους είναι πάλι ίδια: Είχε μαζέψει τη σάρα και τη μάρα – κάποιοι γελοίοι που νόμιζαν ότι θα ξεπεράσουν τους πολιτικούς και θα γίνουν δεν ξέρω κι εγώ τι! Βγήκε, λοιπόν, έκανε τον απολογισμό ότι και πάλι στο λογαριασμό είμαστε στα ίδια και καλύτερα. Αυτό το πλάσμα τώρα, όλα καλά κι άγια κι εξακολουθεί να ειρωνεύεται.

  • Όμως – εμείς επιμένουμε – αποδόθηκε αυτή η περίοδος λογοτεχνικά;

Οπωσδήποτε δεν αποδόθηκε. Ως νύξεις και αποδοκιμασίες πέρασαν αρκετά πράγματα μέσα στη λογοτεχνία. Έργα, ομολογώ, δεν θυμάμαι. Αποδοκιμαστικά της δικτατορίας έργα ίσως να βγήκαν την ίδια εκείνη εποχή. Ο «Λοιμός» του Φραγκιά, λόγου χάρη. Περισσότερα, τότε βγήκαν. Πάντως, υπάρχουν αρκετά κείμενα και νομίζω ότι κάποτε πρέπει να γίνει και η καταγραφή και καμιά έκδοση. Γιατί, τώρα, γίνονται αφιερώματα αλλά είναι πάντοτε αφιερώματα των ομάδων που η μια προσπαθεί να σκεπάσει την άλλη. Δυστυχώς, δημοκράτες-δημοκράτες αλλά και κλικαδόροι – κλικαδόροι! Εδωπέρα δεν έχει έλεος. Είναι ομάδες που λένε, να, η ομάδα μας αποδοκίμασε και τους άλλους τους παρασιωπούν. Λοιπόν, αν μπορέσουν να βρεθούν αυτοί οι άγιοι άνθρωποι που θα μαζέψουν όλα τα καλά και να τα περιλάβουν σε μια μεγάλη έκδοση, θα ‘ναι πολύ καλό αυτό το πράγμα. Αλλά πιστεύω πως θα γραφτούν κι άλλα. Ο Βασιλικός επίσης έχει γράψει πολλά.

  • Σκεφτόμαστε ότι η ώρα περνάει, ο Ιωάννου έχει πάρει φωτιά και μιλάει ακατάπαυστα, η συνέντευξη παίρνει μάκρος, η κασέτα βέβαια γράφει κι ο συγγραφέας μας κεντρίζει.

«Μ’ αρέσει αυτή η κουβέντα γιατί μου θυμίζει εκείνη την εποχή που μας συνείχε όλους το ίδιο πνεύμα – τους πιο πολλούς. Ε, αυτό ήταν συντριπτικό…».

  • Μέσα στο μυαλό μας στριφογυρίζουν χίλια δυο πράγματα που θέλουν μια θέση στην ημερήσια διάταξη της συζήτησης με τον Ιωάννου. Αδυνατούμε – ξέρουμε το λίγο χώρο που διαθέτει η εφημερίδα – να κάνουμε την επιλογή κι αναρωτιόμαστε δυνατά για το πώς αντιμετωπίζεται στις μέρες μας ο συγγραφέας…

Αντιμετωπίζεται ανάλογα μ’ αυτά που γράφει. Όχι μονάχα από το κατά πόσο προβάλλεται αλλά μ’ αυτά τα ίδια που γράφει και φαίνεται πια ότι αρκετός κόσμος διαβάζει – περισσότερος από παλιότερες εποχές. Δηλαδή, ο κόσμος σου δείχνει μεγάλη αγάπη όταν εκφράζεις πράγματα που τον αγγίζουν. Ο συγγραφέας χρειάζεται να έχει τόλμη. Σε όλες τις εποχές χρειάζεται τόλμη. Η τόλμη είναι κάτι το πολυσύνθετο. Ο συγγραφέας χρειάζεται πάντα τόλμη ή, αν θέλετε, όπως λέμε όταν πρόκειται περί λόγου, χρειάζεται παρρησία. Όταν έχεις βέβαια μια εκφραστική ικανότητα, μια δύναμη – φυσική, επίκτητη, δεν ξέρω και, επιπλέον, τα πράγματα που σε καίνε εσένα συμπίπτουν, δηλαδή εκφράζεις τους άλλους. Γι’ αυτό σας είπα προηγουμένως και για τα «Πολλαπλά κατάγματα». Λογάριασα πολύ κι αυτό το πράγμα. Ότι θα στηριχτώ μεν στην εμπειρία μου – γιατί πού να στηριχτώ; – ακόμη και η ψυχολογία στην αυτοπαρατηρησία στηρίζεται κατά το ένα σκέλος της. Θα στηριχτώ, λοιπόν, εκεί αλλά ταυτόχρονα θα εκφράσω και πάρα πολύ κόσμο. Και τους συγγενείς αυτού του κόσμου. Σου δείχνουν αγάπη – αγάπη κι έναν ιδιότυπο σεβασμό. Εγώ, βέβαια, δεν έχω και πολύ σεβάσμια όψη και γι’ αυτό το λόγο το σεβασμό τον βλέπω κάπως αλλιώς.

Δηλαδή, με κοιτάνε με πολλή συμπάθεια. Διότι εγώ, με το λέγε-λέγε και με τις φωτογραφίες και με τις συνεντεύξεις, έχω γίνει γνωστός χωρίς καλά-καλά να το έχω καταλάβει. Το βλέπω στο δρόμο. Οι περισσότεροι συμβαίνει να μη μου μιλάνε. Βλέπω όμως μια ιδιαίτερη συμπάθεια στο πρόσωπό τους κι αυτό μου δίνει θάρρος. Πρέπει να πω ότι δεν κάνω φορμαλιστικές παραχωρήσεις για να είμαι κατανοητός. Δεν το σκέφτομαι το κοινό. Κατά σύμπτωση όμως βλέπω ότι το κοινό είναι σε συμφωνία, σε ανταπόκριση με το έργο μου. Το χαίρομαι αυτό. Δεν θα ήθελα, βέβαια, να κυνηγώ θέματα που συγκινούν το κοινό αλλά εάν θεραπεύω τον εαυτό μου έτσι, δηλαδή βγάζω τη φωνή μου για το πράγμα που αισθάνομαι να φωνάξω, να αφηγηθώ ή να γελάσω κι αυτό ανακουφίζει τους άλλους, αυτό με συγκινεί και θαρρώ το βλέπω και παίρνω διάθεση για να δουλέψω και να γράψω πολλά ακόμη πράγματα. Δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω.

  • Τι θα θέλατε να γράψετε;

Θέλω να γράψω πράγματα μεγαλύτερα σ’ έκταση – ας πούμε μυθιστορήματα. Ακόμη όμως δεν ξεκαθαρίζεται το έδαφος από, άποψη χρόνου. Έλεγα να τελειώσει το ’81 και μετά θα δοθώ σ’ αυτά τα καινούργια που θέλω, να πάψω να κατατέμνομαι, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο.

  • Τελευταία, είχατε γράψει το «Αυγό της Κότας»[4], ένα θεατρικό έργο που παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο. Αυτό σημαίνει ότι άνοιξε για σας ο δρόμος της θεατρικής συγγραφής;

Εκτός από τα μυθιστορήματα που βλέπω – διότι δεν είναι μόνο να τα θέλεις, πρέπει και να τα βλέπεις, δηλαδή πρέπει να αισθάνεσαι μέσα σου ότι αυτά που έχεις να πεις, δεν λέγονται σε μικρά κομμάτια αλλά σε μεγαλύτερα – θέλω πολύ και τη θεατρική μορφή να δοκιμάσω. Με το «Αυγό της Κότας» και τη «Μεγάλη Άρκτο»[5], τα πράγματα ήταν ενθαρρυντικά. Το «Αυγό της Κότας» ήταν μια πολύ ωραία παράσταση, η οποία όμως μπήκε στα παιδικά και εορταστικά του Εθνικού Θεάτρου και παίζεται πότε-πότε…

  • Δηλαδή, πήρατε θάρρος για να συνεχίσετε στο θέατρο;

Ασφαλώς. Βλέπω τη νέα μου περίοδο σε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, που κατά κάποιο τρόπο είναι λιγάκι μυθιστορήματα και μ’ έχει πιάσει και μια νέα… λόξα, να γράφω τραγούδια, τα όμως θέτω όρο στους συνθέτες ότι θα τα τονίσουν σε ρυθμούς ρεμπέτικους. Ήδη ένας δίσκος[6] ηχογραφείται τώρα με τον Μαμαγκάκη και γράφω στίχους και για έναν άλλο συνθέτη.

  • Για ποιον;

Ας ευοδωθεί πρώτα η δουλειά και μετά τα λέμε!

  • Γιατί αυτή η ιδιαίτερη αγάπη στο ρεμπέτικο;

Μα εγώ είμαι λαϊκός άνθρωπος. Λαϊκότατης καταγωγής. Αυτά τα πράγματα άκουγα – δεν μπορώ να πω στο σπίτι μου γιατί, ξέρετε, τα λαϊκά σπίτια είναι πιο συντηρητικά ακόμη από τα αστικά. Τ’ ακούγαμε στις γειτονιές, τα βλέπαμε προπαντός να χορεύονται. Ήταν σπάνιο πράγμα να βάλουνε τραγούδια σε ταβέρνα και να μη σηκωθεί κάποιος να χορέψει. Μας εξέφραζαν αυτά τα τραγούδια. Όταν εγώ ακούω το τραγούδι «Πάλιωσε το σακάκι μου, θα σβήσω απ’ το μεράκι μου…», αυτό το τραγούδι το τοποθετώ στην εποχή εκείνη που πραγματικά ήταν μεγάλο ντέρτι ν’ αρχίσουν να λιώνουν τα ρούχα σου. Αντίθετα, εθεωρείτο κοινωνική άνοδος το να έχεις ένα καλό κοστούμι. Υπάρχουν κι άλλα τραγούδια που το εκφράζουν αυτό. Λίγο μετά τον πόλεμο που τ’ όνειρο των νεαρών παιδιών ήτανε να μπορέσουν ν’ αποκτήσουν ένα μακρύ παντελόνι διότι έβλεπες ολόκληρους μαντράχαλους που γυρίζανε με κάτι κοντά… Το φαινόμενο των μπαλωμένων ρούχων ήταν συνηθέστατο.

Μάλιστα, κάποτε, μάθαινα γερμανικά και είχε μια βλακώδη ερώτηση το βιβλίο που έλεγε «πόσα μάτια έχετε» κι εγώ είπα στη δασκάλα ότι έχω… τέσσερα μάτια! Μου λέει: «Πώς έχεις τέσσερα μάτια;». Κι εγώ: «Έχω δυο εδώ και δυο πίσω στο παντελόνι μου…». Είχα δυο μεγάλα μπαλώματα. Δεν σας κρύβω ότι πάρα πολύ τα συμπαθώ εκείνα τα ρούχα. Σας βεβαιώνω ότι είμαι ικανός να φορέσω τέτοια ρούχα, καθαρά – η καθαριότητα ήταν, τότε, μεγάλη διότι δεν υπήρχαν, πρώτον, τα πλυντήρια και, δεύτερον, τα βγάζανε στον ήλιο, τους βάζανε κάτι σταχτόνερα και τέτοια. Και οι φίλοι μου, άνθρωποι που συμπαθούσα γενικά, φορούσαν μπαλωμένα ρούχα και για μένα ήταν κάτι το τελείως φυσικό. Λοιπόν, όταν ακούω αυτό το τραγούδι, δεν έχει σημασία αν μου πεις ότι γράφτηκε σε μιαν άλλη εποχή, το ’70 ας πούμε. Εγώ θα το τοποθετούσα εκεί. Διότι, αν γράφτηκε, είναι κάποια ανάμνηση κάποιου, δεν μπορεί να εκφράζει αυτή την εποχή.

  • Η κουβέντα περνάει στον Καραγκιόζη. Μια μακρά αφήγηση για το πώς οδηγήθηκε στην έκδοση των τριών τόμων για τον Καραγκιόζη…[7]

Κι ο Καραγκιόζης είναι δουλειά της κατοχής, της Χούντας δηλαδή. Τότε δεν βιαζόμαστε να δημοσιεύσουμε. Είχαμε παρατήσει και τη μέριμνα της προβολής. Ήμασταν ένα είδος καλόγεροι, όπου παρακαλούσαμε μάλιστα να μη προβληθούμε πουθενά. Μας κυνηγούσαν όμως να μας βάλουν στην τηλεόραση και με δελεαστικό τρόπο. Μου στέλνανε γράμματα που μου λέγανε πόσες εκπομπές θέλω κι αν τις θέλω ζωντανές, φιλμαρισμένες, πόσες ώρες κ.λπ. κι εγώ δεν απαντούσα. Δεν τη θέλαμε την προβολή. Για τον Καραγκιόζη αισθάνομαι μια συμπάθεια. Όταν ήμουνα μικρός ήταν πιο ζωντανός και μερικές φορές μας είχε ψυχαγωγήσει. Εμείς – μιλώ και για την οικογένειά μου – ήμασταν άνθρωποι, προλετάριοι της μεγάλης πόλης, του κέντρου των πόλεων κι αυτά ήταν πράγματα των συνοικιών, των χωριών, όπως διαπίστωσα αργότερα. Αλλά νιώθω συγκίνηση. Ανακάλυψα, λοιπόν, ένα πακέτο με τα πρώτα-πρώτα φυλλάδια που εκδόθηκαν του Καραγκιόζη, τα οποία είχε προμηθευτεί ο Στίλπων Κυριακίδης[8], του Ξάνθου και μερικών άλλων. Άρχισα να τα διαβάζω.

Είδα ότι είναι πολύ σοβαρότερα απ’ αυτά που βγαίνανε μέχρι τότε. Δεν ήξερα από Καραγκιόζη. Κάθισα κι εγώ, τα διάβασα καλά κι έτσι άρχισα να καταρτίζομαι στον Καραγκιόζη. Ήμουν τότε στη Θεσσαλονίκη. Είχα στη διάθεσή μου το σπουδαστήριο της Λαογραφίας – μπαινόβγαινα εκεί μέρα νύχτα και μελετούσα. Έπιασα φιλίες με τον καραγκιοζοπαίχτη Μιχόπουλο, ερχόμουνα στην Αθήνα, με κατατόπιζε, τον ρωτούσα και, τελικά, έγραψα την εισαγωγή με πολύ περιορισμένες φιλοδοξίες. Η φιλοδοξία μου ήτανε να φωτίσω αυτά τα κείμενα, τα οποία θα δημοσίευα. Η προσωπική μου συμβολή είναι ένα κεφάλαιο για το ποιοι λογοτέχνες έχουν εμπνευστεί από τον Καραγκιόζη κι έχουν γράψει έργα. Είναι δική μου έρευνα. Από τότε έχουν γράψει μερικοί. Μια άλλη συμβολή μου είναι η ερμηνεία, η κοινωνιστική θα έλεγα, που δίνω στον Καραγκιόζη και σ’ αυτό που εκφράζει το πνεύμα του Καραγκιόζη, σ’ όλα σχεδόν τα έργα, που γίνεται πιθανώς ασύνειδα από τους καραγκιοζοπαίχτες, δηλαδή η αντίθεση της φτώχειας με τον πλούτο, ο ξυλοδαρμός του φτωχού και, συγχρόνως, η διαφθορά, η ανυπόφορη κατεργαριά του, τα μίσθαρνα όργανα των πλουσίων… Ο καραγκιοζοπαίχτης που με καθοδηγούσε με βεβαίωσε ότι συνειδητά βάζει το σαράι και την καλύβα και θέτει εξαρχής το κοινωνικό πρόβλημα.

  • Ξανά η συζήτηση περιστρέφεται στο ρόλο του συγγραφέα και τη θέση του στη σημερινή κοινωνία, στο βιβλίο και τη σημασία του.

Ανεξάρτητα απ’ όσα λέγονται κατά καιρούς, δηλαδή ότι το βιβλίο πάει πια, έσβησε και σήμερα ο κόσμος προτιμά να βλέπει σε εικόνα ή να ακούει, νομίζω ότι ο συγγραφέας έχει να προσφέρει πάρα πολλά πράγματα. Ακόμη κι αυτά που λένε ότι αντικατέστησαν το βιβλίο, δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς το βιβλίο. Το βιβλίο δεν έχει υποκατασταθεί – δεν υποκαθίσταται με τίποτα. Υπάρχουν πράγματα που δεν εικονογραφούνται και δεν προκαλούν την καλλιέργεια στον αναγνώστη όταν δίδονται κατ’ άλλον τρόπο. Του έλληνα συγγραφέα η θέση πρέπει να ενισχυθεί – είναι, νομίζω, αυτό ένα αίτημα.

  • Καλά, με ποια όμως κριτήρια;

Δεν ξέρω τι να σας πω. Πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος. Είναι κι αυτό βασικό. Να ενισχύεται ένας συγγραφέας όταν πάει το μήνυμα στο Υπουργείο Πολιτισμού πριν πεθάνει, να πρέπει να νοσηλευτεί κάπου και του κόβουν, όπως-όπως, μια σύνταξη για να πληρώνει το νοσοκομείο και να μη πεθάνει στους δρόμους, αυτό δεν έχει καμιά σημασία για τον πολιτισμό. Έχει σχέση μόνο με τον ανθρωπισμό. Δεν έχει με το έργο του. Το μόνο που γίνεται είναι ότι κάνει ένα θάνατο αξιοπρεπέστερο. Θεωρώ ότι πρέπει ο συγγραφέας να ενισχύεται από νωρίς. Εγώ έπεσα στο δημοσιοϋπαλληλίκι και μόνο στο ότι υπήρξα τρομερά ανθεκτικός, μπόρεσα να συνεχίσω.

Η δουλειά που κάνω τώρα δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ εκείνη που έγραψα τα πιο πολλά μου βιβλία. Δεν μπορείτε να φανταστείτε! Να δουλεύω 5-6 ώρες την ημέρα στο σχολείο που, βέβαια, έπρεπε και να ετοιμάζομαι, να διορθώνω τα τετράδια των μαθητών, να πηγαίνω στο σπίτι και να μη μπορώ ούτε να χαιρετήσω απ’ τον πρησμένο λαιμό, τον ξαναμμένο από τις ομιλίες και να έχω το πρόγραμμα, τόση ώρα θα φάω, τόση ώρα θα ξαπλώσω, ξαπλωμένος θα διαβάσω την εφημερίδα και μετά θα καθίσω από τότε έως τότε και πολλές φορές περνούσα και τις νόρμες αυτές, θα καθίσω να κάνω οτιδήποτε. Δεν είσαι βέβαιος πάντοτε τι θα γράψεις αλλά τουλάχιστον να ξαναγράψεις αυτά που είχες. Να κάνεις δουλειά γραφείου. Πάρα πολύ δύσκολα. Δεν σας κρύβω… Ουδεμία βοήθεια από καμιά κατάσταση. Μάλλον αγγαρείες πολλές. Στην αρχή προσπάθησαν να μας φιμώσουν με διάφορους τρόπους. Να μας ειρωνεύονται, να μας ρίχνουνε μπηχτές, να βλέπουν καμιά δυσμενή κριτική και μόνον αυτή να διαδίδουν μέσα στα γραφεία, να καταλαβαίνεις ότι τα λένε…

  • Η κριτική με τους κριτικούς σας απασχολεί;

Δεν με απασχολεί το θέμα. Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που δεν θα ήθελα να τους πικράνω.

  • Δεν τη θεωρείτε απαραίτητη την κριτική;

Πώς! Τη θεωρώ απαραίτητη, αλλά δεν την επιδιώκω.

  • Κάποτε, πριν από χρόνια, είχατε πει ότι πρέπει να ’χουμε κριτική που να παίρνει κεφάλια. Το ξαναλέτε;

Σωστά. Και πάλι το πιστεύω. Έχω την ίδια άποψη. Δεν μ’ ενδιαφέρει όμως! Είναι πολύ σχετικά τα πράγματα. Την θέλω την κριτική – σε δευτερεύοντα πράγματα με διαφωτίζει. Αν προσέξουν τη δουλειά σου σε βάζουν σε περισσότερες υποψίες. Κι αυτό είναι θετικό. Νομίζω πως έχουν αφήσει να εισχωρήσουν πολλοί άνθρωποι που έπρεπε να έχουν σταματηθεί. Υπάρχει πληθώρα ανθρώπων που γράφουν. Ιδίως ποίηση. Πάντοτε ήταν αυτό το φαινόμενο. Θυμάμαι τότε που είχαμε βγει εμείς και γράφαμε. Πάλι τραβάγανε τα μαλλιά τους οι τότε ιθύνοντες ας πούμε, όπως ο Άλκης Θρύλος, με τις πολλές ποιητικές συλλογές. Αυτό όμως που γίνεται τώρα δεν έχει ξαναγίνει.

  • Ποιος θα ξεκαθαρίσει τα καλά από τα σκάρτα;

Είναι δύσκολο πράγμα. Κι αυτό είναι δουλειά της κριτικής. Όταν όμως οι περισσότεροι κριτικοί κάνουν και δημιουργική λογοτεχνία, δεν γίνεται, δεν μπορεί να είσαι και κριτικός. Χρειάζονται άτεγκτοι και αφοσιωμένοι κριτικοί. Υπάρχουν αλλά δεν το κάνουν απολύτως. Το να γράφεις δοκίμια περί κριτικής και να λες θεωρίες της κριτικής, ε, είναι χρήσιμο πράγμα αλλά δεν είναι τόσο συγκεκριμένο. Το άλλο είναι η μάχη στην πρώτη γραμμή. Να πιάνεις ένα βιβλίο και να το ξετινάζεις. Να παίρνεις την ευθύνη. Να δοκιμάζεσαι – πολύ περισσότερο, η κρίση και το γούστο σου. Αυτό όμως δεν το βλέπω.

Φτάσαμε αισίως τις δυο ώρες και το 27ο χειρόγραφο. Η κουβέντα με το Γιώργο Ιωάννου συνεχίζεται… Η συνέντευξη έγινε τη Δευτέρα 19 Απριλίου 1982 στο σπίτι του Γιώργου Ιωάννου, στην οδό Δεληγιάννη 3, στα Εξάρχεια και δημοσιεύτηκε στην Εξόρμηση (24-25 Απριλίου 1982).

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Γιώργος Ιωάννου [αρχικά Σορολόπης] γεννήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη [ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας] και ήταν ο πρωτότοκος από τα τέσσερα παιδιά της μικροαστικής οικογένειάς του. Τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια τα έζησε στη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση το διάστημα της Κατοχής, όταν για να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς, αυτός και τα αδέλφια του κατέφυγαν στη Χαλκιδική και στη συνέχεια στην Αθήνα. Η περίοδος της Κατοχής έχει σημαδέψει έντονα τη ψυχή του και επανέρχεται συχνά στο συγγραφικό του έργο. Το 1947 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. απ’ όπου αποφοίτησε το 1950. Στη συνέχεια εργάστηκε για λίγο καιρό ως φιλόλογος και τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή τα Ηλιοτρόπια. Το 1954 διορίστηκε βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Παραιτήθηκε όμως γρήγορα (1955) και προσελήφθη στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου δίδαξε ένα χρόνο. Την περίοδο 1956-1959 δίδαξε σε ιδιωτικά γυμνάσια της Αθήνας και της επαρχίας, ενώ παράλληλα ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Διαγώνιος, στο οποίο το 1959 δημοσίευσε 18 ποιήματα. Το 1960 διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση και τοποθετήθηκε στο Καστρί Κυνουρίας. Το 1961 άρχισε να γράφει τα πρώτα του πεζά έργα και αποσπάστηκε στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. Από τη Λιβύη επέστρεψε στην Κυνουρία το 1963. Το 1964 κυκλοφόρησε το Για ένα φιλότιμο, το πρώτο του βιβλίο με πεζογραφήματα. Τον Σεπτέμβριο του 1971 μετατίθεται στην Αθήνα και μένει στο σπίτι της τραγουδίστριας Αρλέτας, στην οδό Δεληγιάννη 3, στα Εξάρχεια. Μετά το 1974 έγινε βασικό μέλος της επιτροπής που ετοίμασε το Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού και ο εισηγητής των περισσότερων κειμένων που ανθολογήθηκαν από το 1975 στα Νεοελληνικά αναγνώσματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το 1979 μετατέθηκε ως γυμνασιάρχης στο Καρλόβασι της Σάμου, αλλά παρέμεινε αποσπασμένος στο υπουργείο Παιδείας. Το 1980 ο Ιωάννου κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο πεζογραφίας για το βιβλίο του Το δικό μας αίμα. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1980 τον χτυπάει ένα αυτοκίνητο στην πλατεία Εξαρχείων. Νοσηλεύεται στο ΚΑΤ επί 4 περίπου μήνες. Το 1982 στίχοι του γίνονται τραγούδια στο δίσκο «Κέντρο Διερχομένων» σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη. Το 1983 ο Ιωάννου διαβάζει τα κείμενά του «Οι τσιρίδες», «Τα κεφάλια», «Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα», «Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας», «ομίχλη» στην κασέτα «Γιώργος Ιωάννου, διηγήματα». Παραγωγή, μουσική επιμέλεια: Ρηνιώ Παπανικόλα. Το ποιητικό του έργου εκτός από τα Ηλιοτρόπια περιλαμβάνει: Τα χίλια δέντρα (Διαγώνιος Θεσσαλονίκη 1963), Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα 1954-1963 (Ερμής, 1973). Πεζογραφία: Η σαρκοφάγος (1971)· Η μόνη κληρονομιά (1974)· Το δικό μας αίμα (1978)· Ομόνοια (1980)· Επιτάφιος θρήνος (1980)· Κοιτάσματα (χρονογραφήματα πρωτοδημοσιευμένα στην εφημερίδα «Πρωινή Ελευθεροτυπία», 1980)· Πολλαπλά κατάγματα (1980), Εφήβων και μη (1982), Καταπακτή (1982), Εύφλεκτή χώρα (1982), Η πρωτεύουσα των προσφύγων (1984). Θεατρικά: Το αυγό της κότας και Η Μεγάλη Άρκτος (θεατρικός μονόλογος, περιοδικό «Θέατρο», τ. ΙΑ’, αρ. 67/68, σσ. 59-61, 1981). Μεταφράσεις: Ευριπίδη Ιφιγένεια η εν Ταύροις (1969)· Τάκιτου Γερμανία (στο περιοδικό «Εκηβόλος», αρ. τεύχους 8-9, 1980)· Παλατινή Ανθολογία. Στράτωνος Μούσα παιδική (1980). Φιλολογικά: Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας (1965)· Τα δημοτικά μας τραγούδια (1966)· Μαγικά παραμύθια του Ελληνικού λαού (1966)· Παραλογές (1970)· Καραγκιόζης (3 τόμοι, 1973)· Παραμύθια του λαού μας (1973)· Αλεξάνδρεια 1916, Ημερολόγιο Φίλιππου Δραγούμη (φιλολογική επιμέλεια, 1984). Περιοδικά: Φυλλάδιο, τεύχη 1-6, 1978-1982, και τα τεύχη 7-8 σε επιμέλεια του φιλολόγου Κώστα Καφαντάρη. Παιδικά: Ο Πίκος και η Πίκα (1986). Δοκίμια: Ο της φύσεως έρως (Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης, 1986). Το 2000 εκδόθηκε «Το κατοχικό ημερολόγιο χωρίς περικοπές» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή, σχόλια και επίμετρο της φιλολόγου Αντιγόνης Βλαβιανού. Επίσης: «Τα δέκα ανέκδοτα γράμματα στον Χρήστο Σαμουηλίδη 1949-1951» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή και σχόλια επίσης της Αντιγόνης Βλαβιανού. Στις 6 Φεβρουαρίου 1985 εισάγεται στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο για απλή εγχείρηση προστάτη. Πεθαίνει στις 16 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 58 ετών. Στις 18 Φεβρουαρίου 1985 κηδεύεται στη Θεσσαλονίκη, από το ναό της Αγίας Σοφίας. Η ταφή του έγινε στο νεκροταφείο της Αναστάσεως.


[1] Γιώργος Ιωάννου, Πολλαπλά κατάγματα. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» – Ι.Δ. Κολλάρου και Σία. Πεζογραφία αρ. Ι. Αθήνα 1982, σελ.204.

[2] «Φυλλάδιο». Τρίμηνο περιοδικό πνευματικής ζωής. Ο Γ. Ιωάννου λέει γι’ αυτό: «Το τυπώνω εγώ ο ίδιος και μου κοστίζει ένα διάβολο λεφτά. Τ’ όνειρό μου είναι να μπαίνουν στο «Φυλλάδιο» κείμενά μου που θα μπορούν να δημοσιευτούν μόνο σ’ αυτό. Δηλαδή, ένα διήγημα, όταν μπορεί να δημοσιευτεί και σ’ άλλα έντυπα – και, δόξα τω Θεώ, τα θέλουνε τα κείμενά μου – Δε βλέπω το λόγο γιατί να δημοσιευτεί στο «Φυλλάδιο». Μέσα σ’ αυτό δημοσιεύω τα πολύ προσωπικά μου, τα πολύ τολμηρά μου, τα ξεκάρφωτα…».

[3] Εδώ, ο Ιωάννου υπονοεί το περιοδικό «Νέα Εστία» που διηύθυνε τότε ο Πέτρος Χάρης και που είχε κάνει ένα αφιέρωμα στον Ιωάννη Μεταξά στο τεύχος Φεβρουαρίου ή Μαρτίου του 1941.

[4] Το «Αυγό της Κότας» παρουσιάστηκε από το Παιδικό Θέατρο του Εθνικού Θεάτρου στην Κεντρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία Γιώργου Μεσσάλα, σκηνικά –κοστούμια Μίνωα Αργυράκη, μουσική – τραγούδια Μίμη Πλέσσα, χορογραφίες Ντόρας Τσάτσου – Συμεωνίδη και μουσική διδασκαλία Έλλης Νικολαϊδη. Τους ρόλους ερμήνευσαν οι ηθοποιοί: Βάνα Μπλαζουδάκη, Ελένη Χαλκούση, Βίλμα Κύρου, Μπάμπης Γιωτόπουλος, Κάρμεν Ρουγγέρη και Σοφία – Μαρία Πυρουνάκη.

[5] Η «Μεγάλη Άρκτος» είναι θεατρικός μονόλογος και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θέατρο» (περ. Γ΄, τόμ. ΙΑ΄, τ. 67/68, Μάης – Αύγουστος 1981, σσ. 59 – 61). Γράφει σχετικά στο «Δίμηνο» ο Κώστας Νίτσος: «Ο Γιώργος Ιωάννου, ο πιο διαβαστερός – ο πιο αβίαστος, θα λέγαμε, – πεζογράφος μας. Σε παρασύρει και σε μαγεύει με το καθημερινό τίποτα. Τερερίζει το καθετί. Του δίνει υπόσταση, διαστάσεις, προεκτάσεις, ασύλληπτες ευαισθησίες και μέσα πλούτος…» Η «Μεγάλη Άρκτος» έχει όλες τις αρετές του γραφτού του. Προπάντων ιερή, αφοπλιστική ειλικρίνεια. Δεν έχει ιδιαίτερα θεατρικά χαρακτηριστικά. Μια φλύαρη ρουφηχτική λεπτομέρεια κ’ ένα κατακόρυφο σπαραχτικό τέλος…».

[6] Πρόκειται για το δίσκο με τίτλο «Κέντρο Διερχομένων» (Λύρα, 3758), μουσική Νίκου Μαμαγκάκη και στίχοι Γιώργου Ιωάννου, που κυκλοφόρησε το 1982 με εξώφυλλο του Γιάννη Τσαρούχη από τα «Ζεϊμπέκικα»: «Ναύτης χορεύει ζεϊμπέκικο με δύο καπέλα κρεμασμένα», γκουάς, 1981. Τραγουδούσαν οι Δημήτρης Ψαριανός, Δημήτρης Κοντογιάννης και η Ελευθερία Αρβανιτάκη.

[7] Αναφερόμαστε στο τρίτομο έργο των εκδόσεων Ερμής, σειρά Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη «Ο Καραγκιόζης», επιμέλεια Γιώργου Ιωάννου.

[8] Ιστορικός και λαογράφος ο Στίλπων Κυριακίδης (Κομοτινή 1887 – Θεσσαλονίκη 1964) θεωρείται ως ο εισηγητής και εκπρόσωπος της «ιστορικής μεθόδου» στην ελληνική λαογραφία (Ευτυχία Βουτυρά, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών).

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: «Ονειρευτήκαμε πολύ για ένα άλλο φως…»!

Standard

Με την ευκαιρία της μεγάλης εκδήλωσης για τον ποιητή μας Νικηφόρο Βρεττάκο, ανέσυρα μια από τις συνεντεύξεις που του είχα πάρει σε παλιότερους καιρούς. Ήταν λίγο μετά την μεγάλη πολιτική Αλλαγή που είχε συντελεστεί στη χώρα μας. και με την ευκαιρία της κυκλοφορίας ενός βιβλίου του.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος κυκλοφόρησε το τελευταίο βιβλίο του με τον τίτλο Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη[1]. Οι απόψεις τού δημιουργού για το έργο του παρουσιάζουν πάντοτε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Απαντώντας στην «Ε» ο ποιητής λέει:

Θα έπρεπε να σας πω, πριν απ’ όλα, πως αυτό το βιβλίο απασχόλησε πολύ την ψυχή μου και τη σκέψη μου. Η ταραγμένη εποχή της γενιάς μου υπήρξε πολύ μακριά. Ζήσαμε δύσκολες ώρες, αποχτήσαμε τραγικές εμπειρίες, αναζητώντας και παλεύοντας σ’ αυτό τον κόσμο. Ονειρευτήκαμε πολύ για ένα άλλο φως με το οποίο θα καταυγαζόταν η ανθρωπότητα. Προπαντός – νομίζω πως μπορώ να μιλήσω και για λογαριασμό των άλλων συναδέλφων μου – αγαπήσαμε αυτό τον τόπο. Χρειάστηκαν, λοιπόν, όλα αυτά για να συνειδητοποιήσουμε τη μοναδικότητά του. Όχι μόνο τη μοναδικότητα του φυσικού του περιβάλλοντος γιατί αυτή μας μάγεψε και μας έπεισε απ’ όταν ανοίξαμε τα μάτια μας. Εννοώ και τη μοναδικότητά του σα φορέα υψηλής προσφοράς προς την ανθρωπότητα. Συνειδητοποιώντας τα πεπραγμένα του πνεύματος και της αρετής του ελλαδικού χώρου, γίναμε περήφανοι και πιστέψαμε ακόμη περισσότερο στην αξία της ζωής και των αγώνων της. Αν ό,τι έγινε εδώ, γινόταν μια φορά, θα μπορούσε να ειπεί κανείς πως γινόμαστε θύματα αυταπάτης, ελπίζοντας σε μια καινούργια ελληνική αναγέννηση.

  • Κι ασφαλώς ο σκοπός της «Λειτουργίας…», απ’ ό,τι έχουμε συμπεράνει, πρέπει να είναι η αφύπνιση της εθνικής μας συνείδησης και η αγάπη προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον…

Βεβαίως. Είμαστε υποχρεωμένοι να διατηρήσουμε την ταυτότητα αυτού του τόπου, όχι από αγωνιστικό εθνικισμό αλλά από πατριωτικό και ανθρώπινο ταυτόχρονα χρέος. Όπως βλέπετε, το πηγαίνω πιο πέρα από το «πατριωτικό». Μιλώ και για το «ανθρωπινό». Το φως δεν χρειάζεται για να επιδειχτούμε αλλά να φωτίσουμε και την ανθρωπότητα στις δύσκολες ώρες της. Ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι, αυτή τη στιγμή, ένα πολιορκημένο Μεσολόγγι, από τα τρομακτικά όπλα της αλογιστίας κι εμείς γνωρίζουμε από εξόδους. Ξέρουμε να βγαίνουμε απ’ το σκοτάδι.

  • Θα θέλαμε να μας πείτε κάτι για τη γενική σύλληψη του θέματός σας…

Προσπάθησα να κλείσω σ’ ένα κύκλο όλες τις λαμπρές στιγμές της ελληνικής ιστορίας, απ’ την αρχή της ως τα σήμερα, μια ιστορία που διακρίνεται από το πολύ αίμα κι απ’ το πολύ φως. Και θέλησα να σημάνω, με τα όσα έγραψα, ένα είδος συναγερμού που δεν προξενεί φόβο αλλά θάρρος και χαρά. Ν’ ανυψωθούμε και να ενωθούμε πάνω από τα πάθη μας. Να επικοινωνήσουμε με τις ρίζες μας και ν’ αποκτήσουμε τη συνεκτική ενότητα που μας λείπει. Σε μια συνέντευξη που μου πήρανε, τελευταία, στην ιταλική εφημερίδα «Κοριέρε ντέλα Σέρα», είπα πως αν ο κ. Παπανδρέου πετύχει την εθνική μας ενότητα, θα έχει προσφέρει τη μεγαλύτερη υπηρεσία που πρόσφερε ποτέ πρωθυπουργός σ’ αυτή τη χώρα. Νομίζω πως προς αυτή την κατεύθυνση κάτι προσφέρω με τη «Λειτουργία…» μου, που έχει πολλές ελπίδες να παρουσιαστεί στο Ηρώδειο από τον Μάνο Κατράκη και στα κέντρα του απόδημου ελληνισμού.

  • Η συζήτησή μας, κύριε Βρεττάκο, οδηγεί κατευθείαν στο θέμα της ίδιας της ποίησης. Είναι φυσικό το ερώτημα: Τι ακριβώς, κατά τη δικιά σας άποψη, είναι ποίηση;

Δε νομίζω πως υπάρχει ορισμός, ο οποίος ν’ ανταποκρίνεται με κάποια, έστω και σχετική, πληρότητα, σ’ αυτό το ερώτημα. Οι διαδικασίες που προηγούνται της ποιητικής έκφρασης κρύβουν και κάποιο μυστήριο θα έλεγα γιατί συντελούνται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί συναντώνται η λογική και το συναίσθημα και γεννούν το άνθος αυτό του λόγου που δεν πεθαίνει ποτέ. Ενός λόγου που υποβάλλει και επιβάλλεται. Γι’ αυτό και οι παρεξηγήσεις πάνω σ’ αυτό το θέμα είναι πολύ εύκολες. Συχνά συγχέουμε τον προχειρολόγο ρήτορα με τον ποιητή.

  • Ποια μέτρα νομίζετε πως μπορεί να πάρει σήμερα η Πολιτεία για την προαγωγή των Γραμμάτων και των Τεχνών στη χώρα μας – γιατί, οπωσδήποτε, πρέπει κανείς να περιμένει περισσότερη κατανόηση από την Κυβέρνηση της Αλλαγής…

Η προσπάθεια για την ανάπτυξη των Γραμμάτων και των Τεχνών θα πρέπει ν’ αρχίσει από τη φωτισμένη παιδεία. Οι νέοι μας που θα διδαχτούν και θ’ αγαπήσουν τα Γράμματα και τις Τέχνες, με την αγάπη και το σεβασμό τους προς τους δημιουργούς, θα τους προσφέρουν τα πρώτα φτερά για την άνοδό τους σε υψηλότερα επίπεδα. Οι δημιουργοί χρειάζονται κατανόηση από το κοινό και αντικειμενική συμπεριφορά από την εξουσία απέναντί τους. Να μπουν στην πάντα τα κομματικά κριτήρια και να επεκταθούν τα προστατευτικά μέτρα που θεσπίστηκαν τα τελευταία αυτά χρόνια. Να ενοποιηθούν τα λογοτεχνικά σωματεία για να επανακτήσουν το χαμένο τους κύρος.

  • Θα ήθελα να σας ρωτήσω σχετικά με το βιβλίο, με την ευκαιρία της έκθεσης που γίνεται στο Ζάππειο, αλλά απ’ όσα μας είπατε μπορούμε να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Προϋπόθεση αποτελεί η δημιουργία ενός ευρύτερου κοινού που θα προέλθει από τους νέους μας. Αλλά γι’ αυτούς τους νέους, τη νεολαία μας, θα θέλαμε ν’ ακούσουμε τη γνώμη σας!

Έχω ένα και μοναδικό τρόπο να κάνω τις συγκρίσεις μου. Θυμάμαι τη νεολαία της εποχής μου κι όταν με επισκέπτονται ομάδες μαθητών από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια, μόνο δάκρυα δεν μου ’ρχονται στα μάτια, αναλογιζόμενος τη στέγνια της εποχής μου. Ο δρόμος πάει καλά. Αύριο, είμαι βέβαιος πως θα έχουμε ένα νέο πνευματικό κόσμο στη χώρα μας. Τα παράθυρα ανοίγουν και η πνευματική μιζέρια παραχωρεί τη θέση της στο φως…

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με παιδιά μουσικούς – χορωδούς του Πολιτιστικού Συλλόγου της γενέτειράς του. Φωτογραφία από το βιβλίο του Πέτρου Λιακάκου «Η Μικρή μας Πόλη» (Κροκεές -Λεβέτσοβα)

Η συνέντευξη έγινε την Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 1981 στα γραφεία της Εξόρμησης [Χαρ. Τρικούπη 48] και δημοσιεύτηκε στην Εξόρμηση (αρ. φύλλου 192, 5-6 Δεκεμβρίου 1981).

[1] Εκδόσεις Τρία Φύλλα, Αθήνα 1981, σελ. 48.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: Η δημιουργία είναι απλή, σαν φυσική λειτουργία!

Standard
Την προτελευταία μέρα του Μάρτη του 2005 έφυγε ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης. Σκαλίζοντας πρόσφατα το φωτογραφικό αρχείο μου, βρήκα και κάτι φωτογραφίες μαζί του όταν είχαμε συναντηθεί για τη συνέντευξη που ξαναδημοσιεύω σήμερα…

Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και ο δημοσιογράφος Νίκος Λαγκαδινός

Στη φωτογραφία: Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και ο δημοσιογράφος Νίκος Λαγκαδινός

Διακριτικά κυκλοφόρησαν, σε δεύτερη έκδοση, μέσα στο 1982, τα Χρωμοτραύματα του Μίλτου Σαχτούρη, για να καταδειχτεί, τουλάχιστον έτσι, πως ο ποιητής, που δεν συνεστιάζεται στα σαλόνια της αγοράς και των κάθε λογής λογίων, ζει ανάμεσά μας, παρότι είναι κλεισμένος στη μοναξιά ενός τυπικά αθηναϊκού δρόμου – Ίμβρου 2, δεύτερος όροφος. Στην Πλατεία Αμερικής. Δεκάξι χρόνια τώρα κατοικεί το διαμέρισμα αυτό που χωράει ένα κρεβάτι, ράφια με αρκετά βιβλία, κάποιες προσφιλείς φωτογραφίες στους τοίχους. Η βαλίτσα κάτω απ’ το τραπέζι-γραφείο σα να σημειώνει την προετοιμασία, ανά πάσα στιγμή, για την ποιητική περιοχή – μια περιοχή με «ανθρώπους, χρώματα, ζώα, μηχανές».

Και παρ’ όλα αυτά, ένας άνθρωπος και ποιητής μοναχικός και ακέραιος στη μοναξιά του. Ψηλός, ευθυτενής, διστακτικός μέχρι ν’ ανιχνεύσει τον επισκέπτη του. Ύστερα, γίνεται κοντινός, οικείος, δικός. Μακριά όμως πάντα από κάθε σκέψη να βρεθεί σε χορούς και πανηγύρια, σε κοσμικές συγκεντρώσεις και κάθε εκδήλωση που σηματοδοτεί τη ματαιότητα ενός κόσμου που αναλίσκεται χωρίς λόγο… Δεν βγαίνει και δεν κυκλοφορεί γιατί έτσι μπορεί να αισθάνεται καλύτερα και να λειτουργεί καλύτερα.

Άρχισα να γράφω πεζογραφήματα και, αιφνίδια, το ’41, πριν μπουν οι Γερμανοί, μέσα σ’ ένα μήνα, έγραψα πολλά ποιήματα που αποτέλεσαν μια συλλογή – αυτή την οποία έχω αποκηρύξει τώρα και την οποία βρήκε ο κ. Δάλλας[1] Αυτή τη δουλειά δεν την υπολογίζω. Θεωρώ ότι αρχίζει η παραγωγή μου από το ‘43-44 που έγραψα τα πρώτα ποιήματα, αυτά που ύστερα περιελήφθησαν στη συλλογή μου Η Λησμονημένη, το 1945. Οι εμπνεύσεις μου ήταν από την Κατοχή. Από κει άντλησα την ποίησή μου και, φυσικά, για τη Λησμονημένη και για όλες σχεδόν τις συλλογές μου. Όλες οι εμπειρίες της Κατοχής πέρασαν μέσα από την ποίησή μου. Τα Χρωμοτραύματα είναι η κατάληξη από μια μεγάλη περιπέτεια τόσων ετών. Προηγήθηκαν περίπου δέκα συλλογές. Όλα τα τελευταία χρόνια των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών στον τόπο μας έχουν επιδράσει, οπωσδήποτε, στην ποίησή μου αλλά όχι άμεσα. Έχουν επιδράσει έμμεσα. Γιατί ο ποιητής έχει ένα όραμα, δικό του πάντα, το οποίο επηρεάζεται, βέβαια, από τα γεγονότα αλλά είναι κι ένας κόσμος δικός του, τον οποίο εκφράζει. Εσωτερικός κόσμος… Είναι αυτό που έλεγε ο Ρίλκε ότι και σε μια φυλακή ακόμα αν είναι, θα γράφει πάντα ο ποιητής. Δεν μπορεί να μη γράψει. Δεν είναι άμεση η επίδραση…

  • Τι είναι, λοιπόν, ποίηση;

Σ’ αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει απάντηση. Τι είναι ποίηση; Ξέρω γω! Έχω να πω πάντως ότι η ποίηση δεν είναι επάγγελμα. Είναι αποστολή. Κι ο Ρίλκε, πάλι, στη μελέτη του για τον Ροντέν λέει ότι ο δρόμος των δημιουργών είναι ένα μονοπάτι γεμάτο αγριάγκαθα. Γιατί όλα τα δίνουνε στην τέχνη τους.

  • Τι συνέβη ώστε ν’ ασχοληθείτε με την ποίηση;

Όταν αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με την ποίηση, έκαψα τα βιβλία της Νομικής – διάβαζα τότε για το πτυχίο. Αυτό είναι αλήθεια. Δεν είναι συμβολικά, όπως αφήνει να υπονοηθεί, νομίζω, ο Δάλλας[2] Έπαιξε ρόλο, βέβαια, η Κατοχή και η αρρώστια μου – πέρασα μια φυματίωση βαριά που τότε θέριζε. Και μια ερωτική απογοήτευση. Αυτά τα τρία πράγματα παίξανε ρόλο σ’ αυτή μου τη μεταστροφή. Η αρρώστια, η Κατοχή και μια ερωτική απογοήτευση…

  • Πώς σας δέχτηκαν σαν ποιητή;

Ήταν αρνητικοί όχι μόνον οι παλαιοί αλλά και οι σύγχρονοι, οι μοντέρνοι ποιητές της εποχής. Εκτός, βέβαια, από τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο. Αυτοί οι δυο μου δώσανε θάρρος κι απαρχής με πίστεψαν. Οι άλλοι ήταν αρνητικοί και οι πολλοί λογοτέχνες και κριτικοί πέρασαν πολλά χρόνια για να με παραδεχτούνε.

  • Είναι, φυσικά, σημαντικά όσα γράφτηκαν από τον Μαρωνίτη και τον Δάλλα…

Ίσως αυτή η αργοπορημένη αναγνώριση να έπρεπε να είχε γίνει. Μια γενιά νεότερη να με καταλάβει. Η δική μου γενιά δεν με κατάλαβε. Ούτε οι παλιότεροι.

  • Οι νέοι, σήμερα, καταλαβαίνουν την ποίησή σας;

Νομίζω ότι με τους νέους επικοινωνώ. Έρχονται και με βρίσκουν άσχετοι άνθρωποι, που συγκινήθηκαν από την ποίησή μου και που γνωριστήκαμε από μια τυχαία ακρόαση σε μια διάλεξη… Έτσι έχω γνωρίσει δυο φίλους.

  • Τι πιστεύετε για τους νέους ποιητές;

Υπάρχουν πολλά παιδιά τα οποία έχουν ταλέντο και παρουσιάστηκε το φαινόμενο να είναι αρκετά κορίτσια, κάτι που δεν συνέβαινε άλλοτε. Πολλές γυναίκες ποιήτριες. Πάντως, είναι σε μια ακμή η ποιητική παραγωγή.

  • Αυτή η ποιητική παραγωγή εκφράζει κάτι συγκεκριμένο;

Είναι μια αγχώδης ποίηση, η οποία εκφράζει την εποχή που ζούμε.

  • Η κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα της κάθε εποχής πρέπει να περνάει στην ποίηση;

Εγώ δεν πιστεύω άμεσα ότι πρέπει να περνάει γιατί η ποίηση είναι ένα εσωτερικό πράγμα. Αλλά, οπωσδήποτε, έμμεσα περνάει.

  • Πόσο η ποίηση γίνεται κατανοητή από τον πολύ κόσμο;

Εν γένει, λίγοι καταλαβαίνουν. Σε όλες τις εποχές, λίγοι καταλαβαίνουν ποίηση. Οι περισσότεροι επηρεάζονται απ’ αυτούς τους λίγους και απλώνεται η φήμη για ένα όνομα. Δηλαδή, σήμερα διαβάζοντας Σολωμό, θαυμάζουν την αντίσταση του Μεσολογγίου. Την ποίηση που υπάρχει σ’ αυτά τα ποιήματα πολύ λίγοι την αντιλαμβάνονται.

  • Τι γίνεται, τελικά, σε σχέση με τον κόσμο – θα υπάρχει πάντα αυτή η απόσταση;

Θα υπάρχει πάντοτε. Είναι άσχετο με τη μόρφωση. Ο πρώτος μου θαυμαστής ήταν ένας τσαγκάρης, με γνώσεις Δ΄ Δημοτικού, ο οποίος καταλάβαινε τα ποιήματά μου. Πολλοί μπορεί να είναι καθηγητές πανεπιστημίου και να μην καταλαβαίνουν και να είναι απλοί άνθρωποι στους οποίους να μιλάει η ποίηση. Έχει τους ακροατές της η ποίηση, τους αναγνώστες της. Πάντοτε ένα κοινό που καταλαβαίνει, άσχετα με τη μόρφωση που έχει.

  • Η ελληνική ποίηση έχει κάποιο πρόσωπο στον παγκόσμιο χώρο;

Υπάρχει πρόβλημα γλώσσας. Η γλώσσα μας μιλιέται από λίγους ανθρώπους. Αλλά σαν επίτευγμα η ποίηση είναι υψηλά. Γιατί στην Ευρώπη υπάρχει μια παρακμή. Στη Νότια Αμερική υπάρχουν ποιητές καλοί. Η Ευρώπη έχει κορεστεί.

  • Γιατί στη Νότια Αμερική;

Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Η καταπίεση δημιουργεί ίσως ένα ποτάμι που βγαίνει. Οι δυτικοί έχουν φθαρεί, από τον τεχνολογικό τους πολιτισμό, από τις εύκολες εξωτερικές απολαύσεις. Δεν έχουν πράγματα πια να πούνε.

  • Έχει μέλλον η ποίηση στον τόπο μας;

Με τις νέες προοπτικές, ασφαλώς έχει μέλλον γιατί, τον δικό μου καιρό, τα βιβλία δεν πουλιόντουσαν καθόλου. Το τρίτο μου βιβλίο, που είναι ένα από τα καλύτερα, το «Με το πρόσωπο στον τοίχο», πούλησε μόνο πέντε αντίτυπα! Έτσι και τ’ άλλα – πενήντα το πολύ, εξήντα, αντίτυπα. Βέβαια, τα συγκεντρωμένα ποιήματά μου, στην έκδοση του Κέδρου πουλήθηκαν και είναι τώρα στην πέμπτη χιλιάδα. Τέλος πάντων, σήμερα πουλιούνται οι νέοι ποιητές. Πουλιέται η ποίηση, κυκλοφορεί.

  • Εσείς, πώς γράφετε ένα ποίημα;

Μου έρχεται έμπνευση εκεί που δεν την περιμένω. Τα ποιήματά μου, τα περισσότερα, τα έχω γράψει στην Κατοχή, στα καφενεία τα άδεια και παγωμένα, στο δρόμο. Το βράδυ που κοιμάμαι, ξυπνάω αιφνιδίως και μου έρχεται μια ιδέα. Είναι η έμπνευση. Πρώτα γράφω την κεντρική ιδέα. Ύστερα από πολλές μέρες την επεξεργάζομαι. Άμα περάσει μια βδομάδα και δεν έχει βγει, το σκίζω ή το παραμερίζω. Αλλιώς, το βάζω κατά μέρος, στα ποιήματα που έχω υπό έκδοση.

  • Από την πρώτη σας εμφάνιση στην ποίηση, είχε κάποιους σταθμούς η πορεία σας;

Δεν είχε σταθμούς. Ήταν, θα μπορούσα να πω, ένα ημερολόγιο υποσυνείδητο της ζωής μου. Έζησα, γράφοντας αυτά τα ποιήματα. Ήταν η τροφή μου.

  • Είχατε κάποιους δασκάλους στην ποίηση;

Πάρα πολλούς. Δεν είχα έναν ή δυο. Διάβασα πολλή ποίηση. Και νομίζω ότι οι νέοι πρέπει να διαβάζουν πολύ., κι όπως είχε πει ο Σεφέρης «παρθενογένεση στην ποίηση δεν υπάρχει». Είναι συνέχεια οι ποιητές, αλυσίδα. Με τη διαφορά ότι οι καλοί ποιητές τρέφονται και οι κακοί μιμούνται με τα πρότυπα που διαβάζουν.

  • Υπάρχουν ποιητές που γράφουν… ποταμούς, ενώ εσείς είστε ολιγογράφος…

Είναι η ιδιοσυγκρασία τους να γράφουν έτσι. Εγώ, ναι, είμαι ολιγογράφος. Και πιστεύω για τον εαυτό μου ότι, τελικά, κερδίζει με την ολιγογραφία. Με τα πολλά ποιήματα μπερδεύεται. Ο Παλαμάς είναι πολύ καλός ποιητής αλλά οι νέοι δεν τον αγαπάνε γιατί δεν μπορούν να βρουν, μέσα στο χάος των ποιημάτων που έχει γράψει, τα καλά. Εξαρτάται, λοιπόν, από τον καθένα. Πάντως, για μένα, η δημιουργία είναι απλή, σαν φυσική λειτουργία!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1919 στην Αθήνα και, καταγόμενος από την Ύδρα (δισέγγονος του ναυάρχου του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη), παραμένει δημότης της. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας (1937-40). Δημοσίευσε δέκα ποιητικές συλλογές: Η Λησμονημένη (1945), Παραλογαίς (1948), Με τον πρόσωπο στον τοίχο (1952), Όταν σας μιλώ (1956), Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958), Ο Περίπατος (1960), Τα στίγματα (1962), Σφραγίδα ή η όγδοη Σελήνη (1964), Το σκεύος (1971), Χρωμοτραύματα (1980) και μια συγκεντρωτική έκδοση με τίτλο Ποιήματα, 1945-1971. Πέθανε στις 29 Μαρτίου του 2005, σε ηλικία 86 ετών.

[Εξόρμηση, 11-12 Δεκεμβρίου 1982]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γ. Δάλλας: «Υπάρχει μια προϊστορία αποκηρυγμένων, ακόμη και μια παρασιωπημένη συλλογή – Μίλτου Χρυσάνθη: Η μουσική των νησιών μας – του 1941».

[2] Γ. Δάλλας: «Όταν πέθανε το 1939 ο πατέρας του και ξέσπασε στη συνέχεια ο πόλεμος του ’40, αδυνατώντας να υπηρετεί σε δυο κυρίους, αποφάσισε να διακόψει τις πανεπιστημιακές του σπουδές και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ποίηση. Έκαψε μάλιστα όλα τα νομικά του βιβλία. Τυπικά ανεκδοτολογική απόφαση και χειρονομία, που ίσως θέλει να υποδηλώσει πως έτσι έκοψε και τελετουργικά τις γέφυρες με τη θεσμοθετημένη σύμβαση των ανθρωπίνων σχέσεων…»

ΑΡΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ: Η γλώσσα μας κινδυνεύει!

Standard
Νίκος Λαγκαδινός και Άρης Φακίνος σ’ �να στιγμιότυπο από τη συν�ντευξη του 1983.

Στη φωτογραφία: Νίκος Λαγκαδινός και Άρης Φακίνος σ’ ένα στιγμιότυπο από τη συνέντευξη του 1983.

Πολλοί οι Έλληνες του εξωτερικού που εμφανίζονται με φωτοστέφανο αλλά ολίγοι οι εκλεκτοί που αξίζουν αν όχι το φωτοστέφανο τουλάχιστον την εκτίμησή μας. Κι αυτό το σημειώνουμε γιατί τα τελευταία χρόνια πολλοί «πλασαρίστηκαν» στην ελληνική πνευματική αγορά με τίτλους καθηγητικούς που δεν είχαν και με άλλα στοιχεία στο βιογραφικό τους που ποτέ δεν απόκτησαν.

«Με βάση τη διήγηση του παππού μου Βαγγέλη – λέει ο Φακίνος – που πέθανε το 1970 εκατοχρονίτης και πάνω, θέλησα να ιστορήσω έναν αιώνα ελληνικής πραγματικότητας, όπως την έζησε και την κατάλαβε ένας φτωχός, αγράμματος αλλά πάνσοφος χωριάτης πριν αρχίσει ο «εξευρωπαϊσμός» μας. Γράφοντας απλά, λιτά, χωρίς φολκλορισμούς ή διανοουμενίστικες επιφάσεις. Κανένας δεν μας μίλησε, ποτέ, ούτε το σχολείο ούτε το πανεπιστήμιο, ούτε καν η λογοτεχνία μας, όπως μου μίλησε ο Βαγγέλης γι’ αυτό τον τόπο, για τη γη και τους ανθρώπους, που την αγαπούσαν και τη δούλευαν, για τους φτωχούς και τους πλούσιους, για τους αφέντες και τους δούλους, για την Ελλάδα που χάνεται – που χάθηκε ίσως…».

Μερικές σελίδες της Ιστορίας μιας χαμένης γης –έγραφαν πριν λίγο καιρό τα Λογοτεχνικά Νέα του Παρισιού– θυμίζουν τον Καζαντζάκη, άλλες τον Παπαδιαμάντη. Ίσως γιατί ο Φακίνος έχει ψυχή χωριάτη. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι του καιρού μας όταν γράφει, τα πόδια του είναι χωμένα στη γη του τόπου του.

Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πόσο δύσκολα μπορεί κανείς να κρατήσει την Ελλάδα μέσα του όταν βρίσκεται μακριά της. Άλλοι μπορεί να πουν ότι είναι εύκολο και να προτάξουν το στίχο του Σεφέρη, που έμμεσα είναι η έγνοια τους: «Όπου και να πάω, η Ελλάδα με πληγώνει»!

Η έκφραση «Έλληνας του εξωτερικού» – θα μας πει ο Φακίνος – στη δική μου περίπτωση είναι κάπως δύσκολο να εφαρμοστεί για τον απλούστατο λόγο ότι έχω δημιουργήσει γύρω μου ένα μικρόκοσμο ελληνικό, ζώντας και δουλεύοντας για την Ελλάδα. Το υλικό μου σαν συγγραφέας είναι η Ελλάδα. Το γλωσσικό υλικό μου είναι η γλώσσα μας. Το ιστορικό υλικό μου είναι η ιστορία μας… Αλλά και σαν δημοσιογράφος, η Ελλάδα είναι η τροφός μου. Είναι δύσκολο να πει κανείς ότι ζω αποκομμένος από την Ελλάδα.

  • Μετά το κλείσιμο της εκπομπής «Εδώ Παρίσι», το 1976, ο Φακίνος θα σταματήσει τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα.

Ο αντιδικτατορικός αγώνας κάποια μέρα τέλειωσε. Άρχισε η διαδικασία της αλλαγής. Επομένως έπρεπε να αλλάξουν και οι χώροι όπου δίνονταν οι μάχες. Έτσι βρέθηκα στο πολιτιστικό κανάλι της Γαλλικής Ραδιοφωνίας, όπου από το ’77 ξεκίνησα μια δουλειά γνωριμίας όχι μόνο του γαλλικού αλλά και του δυτικοευρωπαϊκού κοινού με την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Γιατί μπορώ να πω ότι μέχρι τότε, ελληνική μουσική για τους Γάλλους ήταν… μπουζούκι, συρτάκι αλά Ζορμπά κ.λπ.

  • H ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη;

Μέχρι την περίοδο της δικτατορίας, οι έλληνες συγγραφείς που είχαν ξεπεράσει τα σύνορα της πατρίδας ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι το ευρωπαϊκό κοινό γνώρισε συγγραφείς που δεν ήξερε. Βέβαια, υπάρχουν πολλά εμπόδια στη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας και ένα απ’ αυτά είναι η γλώσσα μας, η οποία δεν μιλιέται εύκολα. Άλλωστε, κι εμείς οι ίδιοι έχουμε αρχίσει να την κακοποιούμε εδώ στην Ελλάδα. Άλλος λόγος είναι η έλλειψη ικανών μεταφραστών. Παρ’ όλα αυτά, λοιπόν, τα πράγματα τελευταία έχουν αρχίσει να αλλάζουν παρήγορα. Το αναγνωστικό κοινό αυξάνεται και το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία μας μεγαλώνει. Η Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή, για τον δυτικοευρωπαίο, ένας χώρος όπου παίζονται πολλά πολιτιστικά παιχνίδια και, φυσικά, πολιτικά. Είναι η Ελλάδα ένα είδος εργαστηρίου όπου γίνονται πολλά πειράματα. Σήμερα, ένα από τα μεγάλα ατού που έχει η Ελλάδα και που ακόμα είναι ανεκμετάλλευτο, είναι η πολιτιστική της παρουσία. Αυτό, ίσως, να το έχουμε υποτιμήσει. Δεν έχουμε καταλάβει ότι θα δοθούν πολλές μάχες στον πολιτιστικό τομέα. Εάν η Ελλάδα μπορέσει να εκμεταλλευτεί αυτή την αίγλη που έχει ώστε να προωθήσει τη γλώσσα της, την τέχνη της, νομίζω ότι και σε άλλα επίπεδα θα προωθήσουμε θέσεις που σήμερα δεν προωθούμε.

  • Και το επίπεδο της λογοτεχνίας μας;

Δεν είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Εκείνο όμως που με κάνει γενικά αισιόδοξο είναι ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία της λογοτεχνίας μας, αρχίζει να έχει διεθνείς διαστάσεις. Θέλω να πω ότι στα προβλήματα καταφέρνουμε να τους δίνουμε τέτοιες διαστάσεις ώστε και ο Ιρλανδός ακόμα να καταλαβαίνει ότι είναι και δικά του προβλήματα. Μέχρι σήμερα η λογοτεχνία μας ζούσε σε κάποιο γκέτο. Η γενιά του τριάντα μιλούσε για πράγματα που μόνο αυτή καταλάβαινε. Η γενιά του εμφύλιου και η δική μου γενιά μιλούσαν για παγκόσμια προβλήματα αλλά δίνοντάς τους μονάχα ελληνικό χαρακτήρα. Σήμερα, διαπιστώνω ότι οι έλληνες συγγραφείς αρχίζουν να δίνουν στα βιβλία τους μια διεθνή διάσταση.

  • Ο Φακίνος ευαισθητοποιείται –ένας έλληνας αυτός του εξωτερικού– στο θέμα της γλώσσας;

Δεν έχουμε ίσως ακόμα καταλάβει πως η γλώσσα μας κινδυνεύει. Βλέπεις, στην Αθήνα ή το Ηράκλειο, εννιά στις δέκα επιγραφές ξενόγλωσσες. Περπατούσα και κάποιος με σκούντησε στο δρόμο και αντί, λόγου χάρη, να μου πει «με συγχωρείτε», μου λέει «σόρι». Κι ήταν έλληνας στο… Σύνταγμα! Η γλώσσα είναι κάτι που πρέπει να προστατεύσουμε μ’ όλη μας τη δύναμη και τα μέσα που διαθέτουμε. Θα έπρεπε να φτάσουμε και σε ακραίες λύσεις. Είναι βέβαιο, αργά ή γρήγορα, ότι θα υποχρεωθούμε να απαγορεύσουμε στους καταστηματάρχες να γράφουνε το ζαχαροπλαστείο patisserie – για ποιο λόγο; Ο γάλλος τα βλέπει τα γλυκά – δεν πρόκειται να πάρει το ζαχαροπλαστείο για… ραφτάδικο!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Άρης Φακίνος, που γεννήθηκε στο Μαρούσι το 1935, σπούδασε στην Αθήνα και τη Λοζάνη, δίδαξε στο Γαλλικό Ινστιτούτο, δημοσίευσε το πρώτο μυθιστόρημά του το 1964. Ήταν το Εκέκραξα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φέξη. Τον Μάη του 1967 θα καταφύγει στο Παρίσι και θα δουλέψει στην ελληνική εκπομπή «Εδώ Παρίσι» της Γαλλικής Ραδιοφωνίας. Το 1969 δημοσιεύει στις εκδόσεις «Σέιγ» τη Μαύρη Βίβλο της δικτατορίας στην Ελλάδα. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο θα κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Οι τελευταίοι βάρβαροι. Θ’ ακολουθήσουν η Επιτηρούμενη Ζώνη (1972), οι Παράνομοι (1976), ο Άνθρωπος που τάιζε τα περιστέρια (1980), η Αθήνα (1980). Και πρόσφατα κυκλοφόρησε η Ιστορία μιας χαμένης γης. Ο Άρης Φακίνος πέθανε στο Παρίσι από πνευμονικό οίδημα, σε ηλικία 63 ετών.

[Εξόρμηση, 16-17 Ιουλίου 1983]

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ: Ο «Θρήνος» ενός τόπου όπου τα πεύκα βογκάνε και τα μάρμαρα κλαίνε…

Standard

Στη μεγάλη πια πόλη των ιδεών μας πολλά τεκταίνονται, αλλά λίγα είναι εκείνα που αξίζουν την προσοχή μας. Κι αν πρέπει κανείς να περιμένει κάτι καινούργιο, θα ήταν άσκοπο να ψάχνει σε αραχνιασμένα ληξιαρχεία γιατί η νέα ζωή σφύζει γύρω. Και στο χώρο της πεζογραφίας, λοιπόν, για να πάμε κατευθείαν στο θέμα μας, τα πράγματα δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι ρόδινα. Εν πάση περιπτώσει, αγγίζουμε πλησίστιοι το «Θρήνο» του 37χρονου Γιάννη Σπανδωνή, που απέσπασε το Α΄ Βραβείο κατά τον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας και Ποίησης του «Φ.Σ. Παρνασσός». Και σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης της Κριτικής Επιτροπής: «Η αφηγηματική σύνθεση έχει πολύ μεγάλες φιλοδοξίες. Αποτελεί μια εξιστόρηση, δοσμένη από τη σκοπιά ενός Νέγρου Οθωμανού δούλου στην Αθήνα του 1790-1810, που υπήρξε στο μεταξύ και υπηρέτης του Βύρωνος, σχετικά με την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα από τον Ελγίνο… Ένα άριστο κείμενο… Το διήγημα βρίσκεται πολύ κοντά σε μια αξιοζήλευτη εντέλεια…».

Ο «Θρήνος», ένα βιβλίο 94 σελίδων, καλαίσθητο όσο και οι εκδόσεις «Καλέντη» που το κυκλοφόρησαν, δίχως αμφιβολία οπλίζει τη νέα μας πεζογραφία. Και η «κλασική» συνέντευξη με το συγγραφέα το μόνο που επιδίωξε ήταν να δώσει κάποια στοιχεία γνωριμίας με τον ίδιο αλλά και το έργο του. Προσωπικά, μας άρεσε το βιβλίο και το εκφράζουμε. Κι ο συγγραφέας:

«Μου λες πως σ’ άρεσε ο Θρήνος. Τι να σου πω; Πως χαίρομαι γι’ αυτό; Ε, ναι, χαίρομαι. Χαίρομαι με το ματαιόδοξο ναρκισσισμό του κάθε δημιουργού, αλλά χαίρομαι και γιατί τούτο σημαίνει πως δεν έχω πάρει λάθος δρόμο. Τι εννοώ μ’ αυτό: Απλώς, το είδος γραφής που διάλεξα, το ιστορικό μυθιστόρημα δηλαδή, είναι κάτι που μπορεί ν’ αρέσει στον Έλληνα αναγνώστη, όπως αρέσει και σ’ εκατομμύρια αναγνώστες σ’ όλο τον κόσμο.

»Μιλάω για το σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα, με τις προεκτάσεις και τις αναφορές στη σύγχρονη ζωή, όπως είναι τα έργα, ας πούμε, του Τζέιμς Μίτσενερ. Αυτός ο κύριος, είναι ο πιο διαβασμένος συγγραφέας σ’ όλη την υφήλιο αυτή τη στιγμή. Κάπου 80 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων του έχουν πουληθεί σ’ όλο τον κόσμο κι έχουν μεταφραστεί σ’ ένα σωρό γλώσσες, εκτός βέβαια απ’ τα ελληνικά. Η μοναδική δική μας επαφή με τα έργα του ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Σαγιονάρα και η τηλεοπτική απόδοση του «Σεντένιαλ». Και τα δυο αυτά έργα μιλάνε για την ιστορία, όπως άλλωστε κι όλα τα του γραφτά.. Για μια παλιότερη ή νεότερη ιστορία, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως δίνουν μια πλοκή συναρπαστική, που τα κάνει να ρουφιώνται – και ταυτόχρονα προσφέρουν ένα σωρό πληροφορίες που κρισαρισμένες από την κρίση και το αισθητήριο του αναγνώστη μπορούν να τον κάνουν να δει κάπως πιο διαφορετικά τη ζωή, να πάρει πιο έγκυρες αποφάσεις. Γιατί, λαός που δεν ξέρει την ιστορία του, δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του. Αυτό το πιστεύω ακράδαντα. Κι έτσι κι εγώ, βάλθηκα να σκαρώσω τέτοιου είδους αναγνώσματα…».

Η πρώτη απόπειρα του Γιάννη Σπανδωνή ήταν το βιβλίο Κάποτε στο Αιγαίο (Βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη), όπου με κεντρικό ήρωα ένα κυκλαδίτικο αγαλματάκι, σκαλισμένο πριν από τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, που περνά από χέρι σε χέρι, μέσα στους αιώνες για να καταλήξει στις μέρες μας, δίνει ένα δημοσιογραφικό πανόραμα της ιστορίας του Αιγαίου. Με τις χαρές και τα πάθη, τους έρωτες και τα μίση, τους πολέμους και τα γλέντια των απλών ανθρώπων. Αλλά και τα μεγαλόσχημα όνειρα των επώνυμων συντελεστών της ιστορίας που στον τόπο μας, απ’ τη βαθιά αρχαιότητα μέχρι σήμερα, έχουν πάντα το ίδιο μοτίβο: λευτεριά, κοινωνική αναμόρφωση, δύναμη…

«Για να γράψω αυτό το βιβλίο, ερευνούσα τις πηγές (Πλούταρχο, Σάθα, Αμπελά, Κανελλόπουλο, Κορδάτο κ.λπ.) ενάμισι χρόνο. Ψάχνοντας, λοιπόν, για να βρω για το Αιγαίο, έπεσα πάνω σε μια αληθινή σπηλιά του Αλή Μπαμπά. Σ’ ένα πολύτιμο, ατίμητο θησαυρό. Στην καθημερινή, δηλαδή, ιστορία των απλών ταπεινών ανθρώπων που διηγούνται οι θρύλοι και οι παραδόσεις και οι υποσημειώσει της «επίσημης» ιστορίας. Ένα από τα λαμπρότερα πετράδια αυτού του θησαυρού, ήταν κι ο παλιός αθηναϊκός θρύλος για την κλοπή της Καρυάτιδας και των μαρμάρων του Παρθενώνα από τον Λόρδο Έλγιν. Κι αυτός ο θρύλος, μεταγραμμένος από τον υποφαινόμενο, είναι ο Θρήνος. Ο θρήνος ενός τόπου όπου “τα πεύκα βογκάνε και τα μάρμαρα κλαίνε”, όπως λέει με δέος ο αφηγητής της ιστορίας, ο μαύρος σκλάβος απ’ τη Ζιμπάμπουε, ο Μαξούτ…».

  • Γιατί διάλεξες έναν μαύρο για να βάλεις στο στόμα του μια ελληνική ιστορία;

Μα, για δυο λόγους: Πρώτα απ’ όλα, δεν είναι ούτε Φράγκος που θέλει να λεηλατήσει, ούτε ντόπιος που πονάει την κληρονομιά του ή θέλει να την ξεπουλήσει. Άρα είναι ένα πρόσωπο τρίτο και, κατά συνέπεια, αμερόληπτο. Και δεύτερο, γιατί τούτος ο μαύρος έχει κάτι το πολύ κοινό με τους Έλληνες: Έρχεται από μια χώρα με παμπάλαιο πολιτισμό που τη λεηλάτησαν και την κατάστρεψαν οι ξένοι, σκλαβώνοντας το λαό της. Μην απορείς. Στη Μαύρη Αφρική γεννήθηκαν στο διάβα των αιώνων πολιτισμοί περίλαμπροι, που τώρα μόλις τους ανακαλύπτουμε. Κι αν μπορέσουμε να παραμερίσουμε για λίγο την αλαζονεία της λευκής μας φυλής, θα βάλουμε κάποτε τα πέτρινα παλάτια της Ζιμπάμπουε δίπλα στη ρομαντική αρχιτεκτονική και τα γλυπτά της δυτικής Αφρικής δίπλα στα κυκλαδίτικα εδώλια.

  • Εκείνο που, επιπλέον, εντυπωσιάζει στο «Θρήνο» είναι και η λιτότητα της γραφής σου και η καθαρότητα των ελληνικών σου…

Δεν είναι κάτι που έγινε συγγνωστά, μελετημένα – ούτε το κείμενο του Θρήνου είναι κάτι που χτενίστηκε ξανά και ξανά μέχρι να φτάσει στο σημείο που το διάβασες. Ο Θρήνος γράφτηκε μέσα σε τρεις νύχτες. Από τη στιγμή που έπεσε πάνω στην καταγραφή του θρύλου της Καρυάς που κάνει ο Καμπούρογλου στα Αθηναϊκά Διηγήματα, ο σπόρος του μπήκε μέσα μου. Κυοφορήθηκε – και ήρθε η στιγμή του τοκετού. Και βγήκε αυτό που διάβασες. Έτσι, αβίαστα, ο Θρήνος, δεν είναι δημιούργημα δικό μου. Είναι γέννημα τούτου του τόπου, τούτου του ήλιου, τούτης της θάλασσας. Ξέρεις, δεν είναι οι Έλληνες που φτιάχνουν την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι που φτιάχνει τους Έλληνες. Είναι ένα χωνευτήρι τούτη η γωνιά της γης, που αναλώνει καθετί που θα πέσει μέσα του: Άτομα μεμονωμένα και φυλές ολόκληρες. Και τ’ αποτελέσματα, το κράμα, το αμάλγαμα, είναι πάντα Ελλάδα. Κι Έλληνες. Από το «Ζήτω ο Θεμιστοκλής» μέχρι το «Θάνατος στον Θεμιστοκλή», ώς το «Ανθ’ ημών ο Γουλιμής», για να μην έρθω στα πιο πρόσφατα…

Η συζήτηση με τον Γιάννη Σπανδωνή θα εστιαστεί στο «μοναδικό ελληνικό πρόβλημα» που είναι το «πρόβλημα της Παιδείας». Προσπαθώ – θα πει – να δώσω κι εγώ με τα γραπτά μου στο λαό μας ό,τι δεν του είχε δώσει το επίσημο κράτος αλλά κι αυτό που είχα την τύχη να ανακαλύψω ο ίδιος: την ιστορία του, το πορτρέτο του ανά τους αιώνες και χθες και σήμερα. Να φέρω στην επιφάνεια όλες αυτές τις καταβολάδες χιλιετιών που τις κουβαλάμε ασυνείδητα μέσα στα χρωμοσώματά μας. Και να τις κάνω συνείδηση. Συνείδηση Ελλάδας, αλλά και συνείδηση παγκοσμιότητας. Διαβάζουμε, δα, ξένους συγγραφείς. Έλληνες, όμως, διαβάζουμε; Όλοι μας έχουμε διαβάσει τους Τρεις Σωματοφύλακες και ξέρουμε τα πάντα για το περιδέραιο της Άννας της Αυστριακής, για τον Πόλεμο της Σφενδόνης, για τον Ρισελιέ. Πόσοι από μας όμως ξέρουν για την Άννα Νοταρά, τη μνηστή του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, που κατέφυγε στη Δύση και ίδρυσε στην Ιταλία το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο; Ή για τους γεμάτους περιπέτειες αγώνες των Ελλήνων της διασποράς εκείνης της περιόδου, για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πατρίδας. Σου ορκίζομαι πως τούτα τα «παραμύθια» είναι εξίσου συναρπαστικά με τους Τρεις Σωματοφύλακες. Κι ακόμα: Για τους θρησκευτικούς πολέμους της Δύσης, το Λούθηρο και τον Καλβίνο, ξέρουμε τα πάντα. Και το θεωρητικό και το κοινωνικό τους νόημα. Για τους πολέμους της Εικονομαχίας στο δικό μας χώρο, τι ξέρουμε; Ακόμα και σήμερα, τα σχολικά βιβλία της ιστορίας αναφέρονται σ’ αυτούς με μια-δυο σελίδες. Συμπέρασμα: Παίρνουμε τα ερεθίσματα της Δύσης – ή της Ανατολής, αν θες να μιλήσουμε και για μουσική, που λέει κι ο Μίμης Πλέσσας – και, κακοχωνεμένα, προσπαθούμε να το κάνουμε τρόπο ζωής. Κι έπειτα φωνάζουμε για χαμένες ταυτότητες, για γλώσσα που αργοπεθαίνει κι άλλα τέτοια. Ε, λοιπόν, περαστικά μας!

  • Εσένα, προσωπικά, ποιοι συγγραφείς σε επηρέασαν;

Διαβάσματα τριάντα τόσων χρόνων άφησαν όλα τους πάνω μου κι από μια σφραγίδα. Μπορώ, λοιπόν, να πω πως μ’ επηρέασαν όλοι οι συγγραφείς που έχω διαβάσει. Όλοι τους άφησαν το κατιτί τους. Μα πιο πολύ ξεχωρίζω τον Καζαντζάκη, τον Καββαδία και το πνεύμα του Σεν Ζιστ. Και πάνω απ’ όλα τον Καβάφη. Τον ποιητή αυτόν της παρακμής, που έσκυψε με αγάπη πάνω στην ιστορία της φυλής, την έκανε κρεβάτι και πλάγιασε πάνω της. Γιατί; Μα, για δες το λίγο: Δυο χιλιάδες χρόνια και πάνω παρακμάζει τούτη η ράτσα μας. Και δεν λέει να σβήσει. Δεν είναι τούτο αντίθετο με κάθε νομοτέλεια που λέει πως ό,τι παρακμάζει μοιραία κάποτε πεθαίνει; Εμείς, ωστόσο, τη ζούμε καθημερινά τούτη μας την παρακμή, εδώ και είκοσι τρεις αιώνες. Και επιζούμε σαν ένας λαός που γλεντάει μελαγχολικά – πάρε όλα μας τα δημοτικά τραγούδια και τους χορούς που στάζουν μελαγχολία… Και πολεμάει με κέφι, φωνάζοντας «Αέρα» και γκρεμίζοντας ό,τι βρει μπροστά του, καλό ή κακό αδιάκριτα. Γέννημα αυτού του οξύμωρου φαινομένου είναι ο Θρήνος μου, όπως ήταν και το Κάποτε στο Αιγαίο, όπως θα είναι και όλα εκείνα που ελπίζω πως θα τ’ ακολουθήσουν. Γέννημα μιας Ελλάδας που τα κατάφερε, επιτέλους, να με κάνει Έλληνα, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες «φορέων» και «παραγόντων». Ειδικά για το Θρήνο, πάντως, μπορώ να σου πω και τούτο: Θα ήταν υπερφίαλο εκ μέρους μου να πω πως το βιβλίο μου θα συμβάλει στην επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Ωστόσο, όποιος το διαβάσει, μπορεί να πει: «Κρατήστε τα, κύριοι, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Μα, κρατήστε τα με όνειδος και ντροπή. Γιατί τώρα ξέρω πώς και γιατί τα πήρατε»!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Γεννημένος στην Αθήνα το 1947, δημοσιογράφος κι απόγονος δημοσιογράφων, ο Γιάννης Σπανδωνής εργάστηκε σ’ επιτελικές θέσεις μεγάλων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και στην τηλεόραση. Το 1985 οργάνωσε με τη συνεργασία κι άλλων δημοσιογράφων το πρώτο ηλεκτρονικό αρχείο δημοσιογραφικών πληροφοριών, για λογαριασμό του Ιδρύματος Προαγωγής της Δημοσιογραφίας Μπότση. Με το πρώτο του βιβλίο Κάποτε στο Αιγαίο αποσπά το βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη για τον καλύτερο νεοεμφανιζόμενο συγγραφέα του 1983. Ακολούθησαν (1984, Α Βραβείο Παρνασσού), Οι Γραικοί (1985, Α Βραβείο Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών – Ροταριανού Ομίλου), το Προς άγνωστη κατεύθυνση (1986, προηγούμενος τίτλος του Έτσι τα ‘φερε η μοίρα) και η μυθιστορηματική βιογραφία Ρήγας Βελεστινλής. Ο επαναστάτης με τα τραγούδια (Ωκεανίδα, 1995). Οι λογοτεχνικές μεταφράσεις του Γιάννη Σπανδωνή, εξάλλου, έχουν αποσπάσει ευμενή σχόλια κι επαίνους τόσο από τους κριτικούς όσο κι από πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας και του εξωτερικού. Πιστεύοντας ότι «λαός που δεν γνωρίζει το παρελθόν του δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του», ο Σπανδωνής ασχολείται κυρίως με το διαχρονικό ιστορικό μυθιστόρημα.

[Εξόρμηση, 22 Ιουνίου 1984]