ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ: «Ο συγγραφέας σήμερα τείνει να γίνει ρεπόρτερ…

Standard

Photo: © E.KE.BI, 2001. Μητρόπουλος

Η ανθρώπινη περιπέτεια, η μοναξιά, ο έρωτας, το τέλος της νεότητας, είναι ο κοινός παρονομαστής των τεσσάρων διηγημάτων που «δένουν» το βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του «Κέδρου»

«Θα έπρεπε να πω ότι το βιβλίο αυτό αν και είναι το πρώτο που βγάζω, δεν είναι με κανένα τρόπο το πρώτο που έχω γράψει. Γράφω από μικρός. Έχω γράψει χιλιάδες σελίδες, απ’ τις οποίες ευτυχώς δεν δημοσίευσε τίποτα μέχρι τώρα – ανώριμα πράγματα ή τουλάχιστον πράγματα τα οποία εμένα μου φάνηκαν ότι δεν ήταν κατάλληλα να εκδοθούν. Απ’ την άλλη, έφτασα σ’ ένα σημείο που είχα μια ανάγκη να βγάλω κάτι. Γιατί, μεγαλώνοντας και σωρεύοντας πράγματα και μέσα μου και σαν γραπτά κείμενα, άρχισα να φτάνω σ’ ένα αδιέξοδο. Έπρεπε κάποιο μέρος απ’ αυτά να βγει έξω, να δημοσιευτεί, να γίνει βιβλίο για να μπορέσω να περάσω από μια δοκιμασία (εννοώ τη δοκιμασία της δημοσιότητας), απ’ την οποία αν δεν περάσεις, πιστεύω ότι από ένα σημείο κι έπειτα δεν μπορείς να προχωρήσεις. Δηλαδή, όταν τα κείμενά σου τα δεις δημοσιευμένα για πρώτη φορά, τα αντιμετωπίζεις σαν κάτι το οποίο γίνεται απόλυτα ανεξάρτητο από σένα – κάτι ξένο – και μπορείς να το κρίνεις και να το ξαναδουλέψεις ίσως, όπως έγινε με μένα, σα να ήταν κάποιο ξένο κείμενο που σου φέρανε να διορθώσεις. Για πρώτη φορά, αυτό το πράγμα βγαίνει έξω από σένα, αποστασιοποιείσαι, κατά κάποιο τρόπο, ως προς το κείμενο αυτό και μπορείς να το δουλέψεις. Αυτή είναι και η διαφορά, τελικά, ανάμεσα στη δουλειά, που μπορεί να κάνει κάποιος, ο οποίος αρχίζει να γίνεται επαγγελματίας συγγραφέας, από κάποιον ο οποίος γράφει και κρατάει τα γραπτά του στο συρτάρι, όπως έκανα εγώ μέχρι τώρα.

Οι αφορμές για να γραφτούν αυτά τα τέσσερα διηγήματα είναι τα βιώματα, σ’ ένα μεγάλο μέρος. Βέβαια, δεν είναι όλα βιώματα. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο μέρος φαντασίας στο βιβλίο αλλά και η φαντασία αυτή ακόμα είναι, κατ’ αναλογία, βιώματα. Τα τελευταία χρόνια, ίσως, η πεζογραφία έχει στραφεί πάρα πολύ γύρω απ’ αυτό που λέμε «βίωμα». Κι αυτό με βρίσκει λίγο αντίθετο. Φτάσαμε να ζούμε σε μια εποχή αυτοβιογραφουμένων συγγραφέων και πέρα από κάποια έλλειψη σεμνότητας που μπορεί να έχει το πράγμα, νομίζω ότι περιορίζεται το είδος σε στενά όρια. Έχουμε χάσει τον αναβαθμό της φαντασίας στο γραπτό και ο συγγραφέας τείνει να γίνεται ένα είδος ρεπόρτερ! Αυτό δεν μ’ αρέσει αισθητικά. Και δεν μ’ αρέσει και ηθικά. Πιστεύω ότι ο συγγραφέας είναι και ήταν πάντοτε ο άνθρωπος, ο οποίος από μια κρίση τρομερού βήχα, μπορεί να περιγράψει μια κρίση φυματίωσης! Θα ‘πρεπε να είναι ο άνθρωπος, ο οποίος μπορεί απ’ τα λίγα ή πολλά βιώματά του να αποδώσει πράγματα που ίσως και να μην έχει βιώσει αλλά να τα βιώσει στο μυαλό του μεταπλάθοντάς τα. Κι αυτό, για να πω ότι ένα μεγάλο μέρος των ιστοριών που υπάρχουν στα τέσσερα διηγήματά μου, είναι «βιώματα» μ’ αυτό τον τρόπο. Είναι κατ’ αναλογία βιώματα, όπως αυτό στο οποίο μιλάει στο πρώτο πρόσωπο μια γυναίκα. Προσπάθησα να περάσω μέσα στην ψυχολογία, στη ζωή, στα αισθήματα μιας γυναίκας λίγο σαν πείραμα, λίγο σαν άσκηση…

  • Τι θα έπρεπε να απασχολεί ένα συγγραφέα σήμερα;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι το οποίο θα έπρεπε να απασχολεί κάποιο συγγραφέα. Από οποιοδήποτε ερέθισμα κι αν ξεκινάει κανείς, μπορεί να πει τα πάντα. Φτάνει ο ίδιος να έχει ένα βλέμμα αρκετά πλατύ και βαθύ ώστε να προσχωρεί στα πράγματα. Στα διηγήματα του Τσέχοφ, από μια αστεία, ασήμαντη υποθεσούλα, μια κουβέντα, μια φράση, μια λέξη, ένα συμβάν το οποίο ουσιαστικά δεν έχει καμιά εξωτερική βαρύτητα, βλέπεις να δημιουργείται ένας ολόκληρος κόσμος.

  • Πώς θα χαρακτήριζες τη γραφή σου ως προς το ύφος;

Θα τη θεωρούσα μάλλον παραδοσιακή και ρεαλιστική με πολλά στοιχεία ίσως από νεότερα ρεύματα.

  • Πώς βλέπεις το χώρο της πεζογραφίας μας;

Νομίζω ότι υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό ρεύμα νέων πεζογράφων. Η πεζογραφία έχει στο παρελθόν υπολειτουργήσει παρά τους όγκους σελίδων που έχουν γραφτεί. Ουσιαστικά, ο έλληνας λογοτέχνης δεν έχει λειτουργήσει πεζογραφικά και αυτό, πιστεύω, οφείλεται στο ότι τα τελευταία χρόνια αρχίζουμε και αποκτούμε κάποιο είδος ψυχραιμίας και κοιτάγματος του γύρω μας χώρου και, συνεπώς, αποκτούμε κάποιο είδος συνείδησης του εαυτού μας. Η πεζογραφία νομίζω ότι αυτό κυρίως μαρτυρά όταν αναπτύσσεται σε μια χώρα. Μέχρι τώρα είναι χαρακτηριστικό ότι η ποίηση κρατούσε τα σκήπτρα κι αυτό δείχνει μια στροφή προς τα μέσα, ένα αίσθημα αποκλεισμού από το σύνολο. Αντίθετα η πεζογραφία δείχνει ένα άνοιγμα του καλλιτέχνη προς τα έξω, προς το χώρο του, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ατμόσφαιρα που εκφράζεται ή τα αισθήματα που δίνονται μέσα από τα πεζά, δεν δείχνουν ένα προσωπικό δράμα, μια μοναξιά. Παρ’ όλα αυτά και μόνο το γεγονός ότι δίνονται με πεζό λόγο, δείχνει μια τοποθέτηση του συγγραφέα μέσα σ’ ένα χώρο ευρύτερα κοινωνικό, εθνικό κ.λπ.

  • Πώς εξηγείς τον εκδοτικό καταιγισμό;

Αυτό αφορά λίγο πολύ τον αναγνώστη. Δηλαδή, αυτός έχει, αβοήθητος, να παλέψει και να επιλέξει ανάμεσα από ένα πλήθος βιβλίων, τα οποία μπορεί πάντοτε να μην είναι καλά ή να είναι λιγότερο καλά από άλλα. Αλλά, πάλι αυτό δείχνει, σ’ ένα πολύ γενικότερο επίπεδο, ότι ο κόσμος ασχολείται με τη λογοτεχνία κι αυτό κάνει το κοινό πιο πολύ δεκτικό στην τέχνη και τη λογοτεχνία. Άλλωστε, ισχύει πάντοτε ότι, τελικά, από τα πολλά βιβλία που βγαίνουν, μένουν λίγα.

  • Στην προκειμένη περίπτωση, ποια είναι ή θα έπρεπε να είναι η συμμετοχή του κριτικού, που υποτίθεται ότι έχει την υποχρέωση να επιλέγει;

Η κριτική στην Ελλάδα είναι ένας τομέας, που εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, δεν λειτουργεί καθόλου. Ασκείται αναρμοδίως από πρόσωπα που δεν έχουν ούτε την κατάλληλη παιδεία ούτε την κατάλληλη διάθεση ή ταλέντο να κάνουν αυτή τη δουλειά. Είναι ένας εντελώς ξεχωριστός κλάδος, πολύ σημαντικός, ο οποίος στο εξωτερικό ασκείται πάρα πολύ υπεύθυνα. Χρειάζεται τερατώδη μόρφωση, ευρύτητα και βάθος γνώσεων του κριτικού και μια προσωπική ευαισθησία που στην Ελλάδα δεν μοιάζει να υπάρχει.

Ο Αλέξης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ο πατέρας και η μητέρα του είναι γνωστοί συγγραφείς της Γενιάς του 30. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος με ειδίκευση το ναυτιλιακό δίκαιο. Δημοσίευσε σχετικά αργά το πρώτο του βιβλίο, το 1982. Ως σήμερα έχει εκδώσει έναν τόμο με νουβέλες, τρία μεγάλα μυθιστορήματα και έναν τόμο με δοκίμια και άρθρα. Έχει αρθρογραφήσει σε μεγάλες εφημερίδες γύρω από θέματα τόσο της τέχνης όσο και της πολιτικής και έχει γράψει λογοτεχνική κριτική για σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά. Παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, μοιράζει τον χρόνο του, από το 1996 και μετά, μεταξύ Αθήνας και του νησιού της Πάρου, όπου συχνά αποσύρεται για να γράψει. Έχει μεταφράσει με ιδιαίτερη επιτυχία βιβλία από τα αγγλικά και τα γερμανικά. Εκτός από την λογοτεχνία οι ασχολίες του περιλαμβάνουν και μια ιδιαίτερα μεγάλη συλλογή δίσκων κλασικής μουσικής, με την οποία έχει πολύ ιδιαίτερη σχέση, αφού άλλωστε η αρχική του φιλοδοξία ήταν να γίνει μουσικός. Η μουσική κατέχει σημαντική θέση και στα λογοτεχνικά του έργα. Εργογραφία: Ιστορίες με σκύλους, τέσσερις νουβέλες. 1982. Σελ. 281. Η Μεγάλη Πομπή, μυθιστόρημα. 1985. Σελ. 400. Βραδυές Μπαλέτου, μυθιστόρημα. 1991. Σελ. 448. Δοκιμαστικές πτήσεις, δοκίμια. 1993. Σελ. 246. Ζαϊδα ή Η καμήλα στα χιόνια, μυθιστόρημα. 1996. Σελ. 601.

[Εξόρμηση, αρ. φύλλου 273, 25-26 Ιουνίου 1983]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s