ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ: «Η αληθινή ποίηση οφείλει να είναι δύσκολη»

Standard
  • Ο πληθωρισμός στην εκδοτική δραστηριότητα τι αποτελέσματα μπορεί να έχει στο αναγνωστικό κοινό;

Με τον όρο «πληθωρισμός» εννοούμε, σίγουρα, κάτι κακό. Στα εκδοτικά δεν σημαίνει απλώς να βγαίνουν πολλά βιβλία, ενόψει μάλιστα ενός κοινού που δεν μπορεί να τα παρακολουθήσει, ούτε – περισσότερο – να τα απορροφήσει αγοραστικά. Σημαίνει, επιπλέον, να βγαίνουν βιβλία δίχως εκδοτική φροντίδα, σε πρόχειρες ή κακές μεταφράσεις και, πάνω απ’ όλα, εν πλήρη συγχύσει κριτηρίων περί του τι χρειάζεται να βγει. Μ’ ένα λόγο, υποτίμηση του βιβλίου ως αξίας πνευματικής. Τα αποτελέσματα; Το «κοινό» στέκεται σαστισμένο μπρος στους πάγκους, μη ξέροντας κατά πού να τραβήξει. Στο σημείο αυτό αρχίζει η άγρευση. Αφού ο αναγνώστης δεν μπορεί ν’ αποφασίσει, θα αποφασίσουν άλλοι (οι έμποροι) γι’ αυτόν. Και τότε αρχίζει η κατρακύλα: Ο κριτικός αναγνώστης θα κατέβει στον «επαρκή αναγνώστη» κι όταν ούτε γι’ αυτό θα επαρκεί, θα καταντήσει ο «αναγνώστης – μου τη δίνει». Ο αναγνώστης, δηλαδή, που το μοναδικό του «επιχείρημα» για την εκλογή του βιβλίου που διαβάζει είναι πως «τη βρίσκει» μαζί του. Πρόκειται περί του σημείου μηδενός της ανάγνωσης.

  • Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης επηρεάζει την εκδοτική κίνηση;

Πιο αποκαλυπτικό θα ήταν το ερώτημα αν διατυπωνόταν ως εξής: Υπάρχουν σήμερα εκδότες που δεν επηρεάζονται από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης; Γιατί περί αυτού πρόκειται. Εκδότες – σαν τον Φίλιππο Βλάχο των «Κειμένων» – που να αποφασίζουν οι ίδιοι, κι όχι η συγκυρία της αγοράς, τι θα βγει, είναι ζήτημα αν μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Συνεπώς, ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης δεν επηρεάζει απλώς αλλά κατευθύνει την εκδοτική κίνηση, η οποία με τη σειρά της ενδυναμώνει ορισμένες πλευρές (τις πιο εμπορικές) της ζήτησης αυτής, και κυρίως εκείνες που ερεθίζουν περισσότερο το κοινό, χωρίς να ζητούν από αυτό καμιά – πέραν της οικονομικής – καταβολή προσωπικής συμμετοχής και, κυρίως, σκέψης. Πρόκειται για το είδος του αισθητικού-αισθησιακού βιβλίου: μιας κατηγορίας που συνοψίζει όλα τα είδη του «φανταστικού», «καταραμένου», «καταδικασμένου», «απόκρυφου», «περιθωριακού», «πορνό» («αξιώσεων»), «κλίματος», «ατμόσφαιρας» κ.λπ. Γι’ αυτό είναι στη μόδα συγγραφείς σαν τον Σαντ, τον Μπουκόφσκι, τον Μπατάιγ, τον Ζενέ και τα εν Ελλάδι κακέκτυπά τους, ενώ δυναμάρια της ευρωπαϊκής σκέψης και λογοτεχνίας, όπως ο Νίτσε, ο Γκιγιό, ο Σοπενάουερ, ο Μπέρξον, ο Σεστόβ, ο Μαν, ο Γκόγκολ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπερντιάγεφ και τόσοι άλλοι, ή δεν διαβάζονται καθόλου ή ζητιούνται ελάχιστα.

  • Υπάρχει αναγνωστικό κοινό τόσο που θα δικαιολογούσε τον εκδοτικό πληθωρισμό;

Πολύ κρίσιμο το ερώτημά σας. Στον εκδοτικό χώρο κυριαρχεί η εξής πρωτοφανής «λογική»: «στην πάνω βόλτα να βρεθώ με τους περισσότερους τίτλους»! Που σημαίνει, να βρεθεί ο εκδότης – που χειμάζεται μέσα στη χρόνια πια (και εξαιτίας της υπερπαραγωγής) κρίση του βιβλίου – τη στιγμή της μεγάλης ανάκαμψης (που όλο την εξαγγέλλουν και ποτέ δεν φτάνει), με όσο το δυνατόν περισσότερους τίτλους βιβλίων, ώστε να είναι ο πλέον ανταγωνιστικός και να τους θάψει όλους! Με τέτοια «κριτήρια» βγαίνουν τα βιβλία στην Ελλάδα και, βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει κοινό τόσο που να δικαιολογεί (εκτός απ’ το πολιτιστικό αλαλούμ) αυτή την εκδοτική πληθώρα. Αλλά κι αυτό που υπάρχει – αν εξαιρεθούν δυο τρεις χιλιάδες άνθρωποι – είναι εξαιρετικά υποτελές και καθημαγμένο.

  • Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι καθημερινά σχεδόν κυκλοφορούν ποιητικά βιβλία 25-30 σελίδων;

Το φαινομενικά περίεργο δεν βρίσκεται τόσο στον αριθμό των σελίδων όσο στο «καθημερινά». Πράγματι, ένα πλήρες ελληνικό ποιητικό έτος έχει περισσότερες συλλογές από… μέρες. Υπάρχουν ένα σωρό λόγοι που, εν συνδυασμώ, εξηγούν το φαινόμενο, αν και πιθανόν να μην το εξαντλούν. Ως πρώτο και κυριότερο πιστεύω την έλλειψη άλλης παράπλευρης εκφραστικής καλλιτεχνικής δυνατότητας με το κύρος και την παράδοση της ποιητικής. Αν λ.χ. είχαμε την ποιητική παράδοση της Γερμανίας (συν τα ωδεία, τις ορχήστρες, τις ακαδημίες, τις εκδηλώσεις κ.λπ.) ή την ζωγραφική παράδοση της Γαλλίας ή της Ιταλίας (με τους ανάλογους κοινωνικούς θεσμούς), η ευαισθησία των νέων μας δεν θα κατέφευγε σε τέτοιο βαθμό και τόσο εύκολα στην ποίηση του χαρτιού και του μολυβιού. Η ποίηση αποτελεί την πιο χτυπητή μας «δόξα» και δεν θα πρέπει να μας ξενίζει που έχει τόσους πολλούς έστω μέτριους και κακούς υπηρέτες. Την τάση αυτή έρχονται να δυναμώσουν κι ένα σωρό άλλοι παράγοντες: η ευκολία με την οποία γράφεται ένα «ποίημα», εν αντιθέσει λ.χ. προς τις γνώσεις και τη δουλειά που προϋποθέτει και η απλούστερη σύνθεση έντεχνης μουσικής (γι’ αυτό και πέρα απ’ το τραγούδι δεν θέλουμε τίποτ’ άλλο εδώ). Ή πάλι το μικρό σχετικά οικονομικό κόστος που έχει μια έκδοση 25-30 σελίδων. Κι ακόμη: η ηδονή να δει κανείς τ’ όνομά του και τους στίχους του τυπωμένους, ο τίτλος έστω κι από έναν – εκτός του εαυτού μας – του «ποιητή», η παροιμιώδης πια μεσογειακή μας ιδιοσυγκρασία και εξωστρέφεια…

  • Μήπως οι σημερινοί ποιητές βλέπουν την ποίηση σαν μια κλειστή υπόθεση, δηλαδή υπόθεση κάποιων «υποψιασμένων» (φίλων, παρέας κ.λπ.);

Κι αυτό ισχύει και το αντίθετό του. Υπάρχουν, δηλαδή, ποιητές (ίσως σ’ αυτούς ν’ ανήκουν και οι ποιοτικότεροι) που βλέπουν έτσι την ποίηση, όπως υπάρχουν και οι άλλοι – και είναι κυρίως αυτοί που νιώθουν πως με τα ποιήματά τους «επικοινωνούν» με το λαό – οι οποίοι βλέπουν την ποίηση σαν υπόθεση ανοιχτή στον καθένα που μπορεί, με στοιχειώδεις αισθητικές προϋποθέσεις, να υιοθετήσει τα μηνύματά τους. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσω πως για τους ποιητές της πρώτης περίπτωσης – που κατά τη γνώμη μου βλέπουν την ποίηση εξίσου λανθασμένα όσο και οι δεύτεροι – υπάρχει ένα σοβαρό ελαφρυντικό. Η κοινωνία που περιβάλλει την ποίηση και τους ποιητές αυτής της κατηγορίας, βρίσκεται σε πλήρη και πραγματική αδυναμία να κατανοήσει την ποίησή τους (μιλάμε πάντα για την άξια ποίηση). Προσωπικά, πιστεύω πως οπωσδήποτε η ποίηση είναι υπόθεση των υποψιασμένων, σε καμιά όμως περίπτωση υπόθεση μιας – ή μόνο μιας – λογοτεχνικής παρέας, συντεχνίας, κλίκας ή άλλου παρόμοιου. Υπό την έννοια αυτή η ποίηση είναι μια άπειρα ανοιχτή υπόθεση για οποιονδήποτε αποδέχεται την πρόκληση ή και την «ύβρι» της. Γιατί, τι άλλο από βρισιά στον εφησυχασμό της ομοιομορφίας και την ακαλαισθησία της εποχής μας είναι να γράφεις ποίηση;

  • Είναι η «δύσκολη» ποίηση αληθινή ποίηση;

Μήπως δεν είναι δύσκολο να οδηγείς σωστά, να γίνεις ένας καλός γιατρός, να διαβάσεις και να κατανοήσεις το Σύνταγμα, να περάσεις στις Πανελλήνιες, να κλείσεις Καθαρά Δευτέρα δωμάτιο στην Αίγινα, να…, να…; Πώς έχουμε συμβιβαστεί με τόσα «δύσκολα» στη ζωή μας, που τα περισσότερα μας εξαθλιώνουν κιόλας, παρά μας εξυψώνουν και δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε στην αληθινή ποίηση τη δυνατότητα να είναι και «δύσκολη». Αν θέλετε την άποψή μου, εγώ πιστεύω πως σήμερα πια η αληθινή ποίηση οφείλει – όσο κι αν δεν χωρεί καμιά επιταγή στην αληθινή τέχνη – να είναι «δύσκολη». Γιατί, σε μια εποχή «συναισθηματικής πανούκλας» σαν τη δική μας, όπου ο ταλαίπωρος απ’ τους τερατώδεις, όσο και άσκοπους, καταναγκασμούς άνθρωπός της, ξεπέφτει στην έξυπνα στημένη για την περίπτωσή του κρεατομηχανή της έτοιμης συγκίνησης τού «μου τη βαράει», «τη βρίσκω» και «μου τη δίνει», μόνο μια τέχνη δύσκολη, μια τέχνη δηλαδή που ζητά προσωπική συμμετοχή, ευθύνη και κόπο, μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα αλλοτριώσει κι αυτή με τη σειρά της τον άνθρωπο, αλλά αντίθετα, θα τον οδηγήσει σε μια αυτοσυνείδητη εγρήγορση, που είναι τελικά και η προϋπόθεση κάθε γνήσιας εξέγερσης.

  • Οι πειραματισμοί των τελευταίων χρόνων κατάφεραν ν’ αποκρυσταλλώσουν ποιητικό ύφος τέτοιο που ν’ αντιπροσωπεύει την αγωνία ή την ψυχική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου;

Οι τελευταίοι σοβαροί πειραματισμοί στην ποίηση είναι, νομίζω, υπόθεση προπολεμική. Το πρόσωπο της σύγχρονης αγωνίας, που ξεκινάει εμφατικά απ’ τον Κίρκεγκααρντ, στη χώρα μας έχει δοθεί αυθεντικά και ανεπανάληπτα από ποιητές σαν τον Σολωμό, τον Καρυωτάκη, τον Σεφέρη, τον Σαχτούρη, τον Καρούζο. Η πρόσφατη έκδοση της αγωνίας, η αγωνία του ανθρώπου της καταναλωτικής κοινωνίας, πολύ λίγο με πείθει για την περιεκτικότητα ή την αυθεντικότητά της. Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία της ύφεσης ως μια ουσιωδώς θεαματική κοινωνία νοθεύει σε ικανό βαθμό τα αγωνιακά (και αγωνιστικά, όπως θα ’λεγε ο Ουναμούνο) στοιχεία του σύγχρονου καλλιτέχνη μέσω της θεαματικής ανταπόδοσης της εικόνας του.

  • Έχουμε κριτική και ποια η συμβολή της στο ξεκαθάρισμα της ποιότητας μέσα στο χάος της ποσότητας;

Είχα και πρόσφατα την ευκαιρία να μιλήσω κάπως διεξοδικά γι’ αυτό το θέμα. Συνοψίζω και εδώ. Κριτική δεν υπάρχει. Μόνο «τροχαία ονομάτων», όπως προσφυώς παρατήρησε φίλος ποιητής. Κι αυτό που υπάρχει, τα λογής εγκώμια της μωρίας, δεν κάνουν τίποτ’ άλλο παρά την ποσότητα να την ξανακάνουν ποσότητα, ξανά και ξανά μέχρι πλήρους ποσοτικοποίησης των πάντων. Αν θέλετε και τα αίτια, είναι απλά: Κριτική που, όπως ορθά το παρατηρείτε, θα ήθελε να ξεκαθαρίσει το ποιοτικό μέσα στο χάος της ποσότητας, σημαίνει πρωτίστως: απώλεια σε δημόσιες σχέσεις και απομόνωση. Για να μη μιλήσουμε για τις «εσωτερικές» προϋποθέσεις: υποψία, γνώση, ευαισθησία, καλλιέργεια, πνευματικό κουράγιο και τα παρόμοια. Νομίζω πως χρέος της Κριτικής, που θα ζητούσε ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, θα ήταν:

Πρώτον. Να επισημάνει από την πληθώρα των βιβλίων που κυκλοφορούν εκτός εμπορικών κυκλωμάτων (ως επί το πλείστον ιδιωτικές εκδόσεις) εκείνα στα οποία διαπιστώνει, τουλάχιστον, σαφή ίχνη ποιητικές ευαισθησίας.

Δεύτερον. Κατά κύριο λόγο, να καταγγείλει και να αποδοκιμάσει από τα βιβλία που κυκλοφορούν και προβάλλονται μέσα από τα επώνυμα εκδοτικά κυκλώματα, εκείνα τα οποία διαπιστώνει ότι δεν έχουν να πουν τίποτα, ενώ στα συμφραζόμενα του κυκλώματος φέρονται ως «ποιοτικά», «σημαντικά», «οριακά», «τομές». «βαριά», «αληθινά» κ.λπ. Δευτερευόντως, θα πρέπει από τα βιβλία που κυκλοφορούν στα ίδια κυκλώματα να κρίνει και να εγκωμιάσει τα αναμφισβήτητα καλά.

  • Είναι παραδεκτό ότι έχουμε μια μεγάλη και ουσιαστική ποιητική παράδοση. Μπορούμε να πούμε ότι οι νέοι συνεχίζουν σήμερα αυτή την παράδοση;

Νομίζω πως, ναι. Όχι όμως στο επίπεδο της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ωστόσο, ενώ όλοι σχεδόν της γενιάς αυτής έχουν δώσει σήμερα το κύριο έργο τους, οι ποιητές της τελευταίας δεκαετίας μόλις ξεκίνησαν. Αλλά και πάλι δεν μπορώ να κρύψω την εντύπωσή μου πως για δυο δεκαετίες τώρα εμφανίζεται φθίνουσα η καμπύλη της ποίησης και πως, το χειρότερο, η τάση αυτή επιδεινώνεται με τον καιρό.

  • Η δική σας συμμετοχή ποια είναι;

Αλήθεια, γιατί δεν ρωτάτε περί αυτού τους «κριτικούς»; Αυτοί θα όφειλαν να μας φωτίσουν ποιοι από μας συνεχίζουν την παράδοση και πώς.

Ο Γιάννης Πατίλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές: Ο Μικρός και το Θηρίο (1970), Αλλά τώρα προσέχτε! (1973), Υπέρ των καρπών (1977), Κέρματα (1980) και τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του 1970-1980 Μη καπνιστής σε χώρα καπνιζόντων (1981).

Γιάννης Πατίλης

Εορτολόγιον

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ «Γραφέως Κάτοπτρον» 2η ἔκδοση,
ἐκδόσεις. ὕψιλον / βιβλία, Ἀθῆναι 1999.

Τρίτη
Τί ἔχει μιά Τρίτη ἐννιὰ Φεβρουαρίου
Μοῦ φαίνεται μιά ἄσημη ἡμέρα
Προσωποποίηση τῆς Ἄσημης Ἡμέρας
Οἱ ἄνθρωποι θὰ σηκωθοῦνε θὰ πλυθοῦνε θὰ ντυθοῦνε
θὰ φύγουνε γιὰ τὶς δουλειές τους
Καὶ τὸ 1903 ἐπὶ Παλαμᾶ
Καὶ τὸ 1933 ἐπὶ Παλαμᾶ
Πῶς ἦταν αὐτὴ ἡ Τρίτη ἐννιὰ Φεβρουαρίου
Πῶς ἦταν αὐτὲς οἱ ἄσημες ἥμερες

Κι ὅμως
Ὑπάρχει μιά Κυριακὴ μέσα σὲ κάθε μέρα
Κρυμμένη ἴσως σὲ κάποιο λεπτὸ σὲ κάποιαν ὥρα
Καὶ πιὸ πολὺ κρυμμένη στὴν ψυχὴ
(Σὲ μέρος ποὺ ἴσως ἔχουμε κι ἐμεῖς ξεχάσει)
Γιατί μιά ξεχασμένη μέρα
Δὲν παύει νὰ’ναι μιά μέρα τοῦ Θεοῦ
Μιά Τρίτη ἐννιὰ Φεβρουαρίου νὰ’ναι μιά μέρα
Νικηφόρου μάρτυρος Μαρκέλου Παγκρατίου
Νὰ ‘ναι μιά μέρα Ὡραίων Ὀνομάτων
Ὀνόματα ποὺ ξέχασαν τὴ λήθη
Κλητοὶ αἰώνια μέσα σ’ ἕνα Φῶς
Πού κάθε μέρα Ἑορτάζει
Μεσ’ στὸ φῶς τῆς μέρας.

(Τρίτη, 9.2.1987)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s