ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΤΣΙΜΕΝΙΔΗΣ: Η εποποιία των ταπεινών του Μακεδονικού κάμπου

Standard

Ο Νάτσκας είναι ένα νεανικό όραμα, τρυφερό και βίαιο, με φόντο τις πλούσιες και απέραντες πεδιάδες της Μακεδονίας… Το πρώτο ερωτικό αγκάλιασμα ενός εφήβου και η πρώτη επαφή του μ έναν κόσμο που τον δέρνουν σφοδρά πάθη κι έντονες αντιθέσεις. Παρασυρμένος στο στρόβιλο της διάπλασης αυτού του κόσμου θα αντρωθεί γρήγορα και θα βρεθεί τότε μπροστά στο δίλημμα: να υποταχθεί στην πατρική εξουσία ή να στραφεί να γνωρίσει το θεό εν σαρκί στη γυναίκα; Όμως υπάρχει κι ένας άλλος δρόμος…

Απλός, προσηνής, με δυο μάτια ζωηρά, μικρές φωτιές κι ο συγγραφέας να σου αποκαλύπτεται δίχως έπαρση αλλά με μια αξιοπρέπεια που δεν την αγνοείς κι ούτε την προσπερνάς. Ο Θανάσης Μετσιμενίδης δεν κουμπώνεται όταν αρχίζει να σου μιλάει. Ξεδιπλώνεται κι αρχίζεις εσύ να τον διαβάζεις – γιατί είναι ένα τεράστιο βιβλίο.

«Θα μπορούσαν να πω ότι ο Νάτσκας είναι η ερωτική ιστορία δυο εφήβων και θα ‘ταν σωστό αυτό. Θα μπορούσα επίσης να πω ότι είναι ένα κομμάτι από την εποποιία των ταπεινών του κάμπου, σε μια εποχή που δεν είχε σχηματιστεί σ’ αυτούς κοινωνική συνείδηση. Κι ακόμα, ο Νάτσκας εικονογραφεί τη σύγκριση δυο κόσμων: από τη μια μεριά, των ανθρώπων που ποτίζουν και σκαλίζουν τη γη, των ταπεινών του μακεδονίτικου κάμπου και από την άλλη, εκείνων που καρπούνται τον μόχθο τους και το «χρυσάφι», όπως έλεγαν κάποτε οι Τούρκοι τον κάμπο των Σερρών – τον αποκαλούσαν «αλτέν γιουβά», που πάει να πει «φωλιά του χρυσού». Αλλά, τον «χρυσό», βέβαια, τον καρπώνονταν οι πασάδες και οι μπέηδες κι όχι οι Τούρκοι. Γύρω από το διοικητήριο ήταν τα ωραία σπίτια, τα παλάτια και τα σαράγια των Τούρκων, ενώ οι τουρκόγυφτοι και οι αραπάδες ζούσαν σε πανάθλια παραπήγματα. Το ίδιο συνέβαινε και στην πλευρά των Ελλήνων: οι πλούσιοι είχαν την αριστοκρατική συνοικία, κάτω από τον περίφημο λόφο, τον Κουλά, ενώ η φτωχολογιά ήταν σπαρμένη στις λάσπες και τα παλιοκάλυβα. Ο Νάτσκας, λοιπόν, προσπαθεί να δώσει τη διαπάλη αυτών των δυο κόσμων. Δηλαδή, το πρώτο άγουρο ξύπνημα όταν δεν έχει γίνει συνείδηση ότι αυτοί οι ταπεινοί έχουνε μια δύναμη στα χέρια τους. Το βιβλίο, χρονικά και ιστορικά, τοποθετείται στα χρόνια που ακολούθησαν την Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτό, βέβαια, δεν είναι τυχαίο γιατί έχω σκοπό να γράψω άλλα δυο βιβλία με φόντο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα χρόνια που ακολούθησαν…»

Ο Θανάσης Μετσιμενίδης (γεννημένος το 1932 στις Σέρρες) εμφανίζεται, για πρώτη φορά, στα γράμματα το 1959 με το μυθιστόρημα Βροντάει στον κάμπο, που καταγράφει τις ορμητικές ανακατατάξεις που συντελούνταν στα χωριά του κάμπου με την είσοδο των καινούργιων ιδεών ενός αγωνιστικού ουμανισμού. Και τότε η εμφάνισή του χαιρετίστηκε από ανθρώπους του αναστήματος του Κ. Βάρναλη, της Λ. Νάκου κ.ά. Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε 359 αντίτυπα, όπως και το επόμενο βιβλίο του, στα 1965, που ήταν κι εκείνο μυθιστόρημα – το έργο Μια χούφτα σάρκα. Ο ίδιος ο Μετσιμενίδης λέει: «Παρότι πρωτόλεια, δεν περνούν απαρατήρητα». Μετά το 1965, ακολουθεί μια περίοδος σιωπής που θα διαρκέσει μέχρι τις ημέρες μας, οπότε και θα παρουσιάσει τον Νάτσκα, ένα μυθιστόρημα 332 περίπου σελίδων.

Η αιτία της μεγάλης σιωπής, βέβαια, μπορεί να αναζητηθεί σε παράγοντες αστάθμητους, όπως το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον, η οικογένεια, αλλά κατά βάση η οικονομική δυσπραγία που τον υποχρέωσε στον αγώνα της καθημερινής επιβίωσης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός που αναφέρει στο βιοβλιογραφικό πίνακα στο βιβλίο και που έχει άμεση σχέση με τα ανυπόφορα οικονομικά του. Για να μην αφήσει στη μέση τις σπουδές φιλοσοφίας και σκηνοθεσίας κινηματογράφου στην Ιταλία (1962-64) αποφασίζει να απευθυνθεί στα φιλότεχνα αισθήματα του δημάρχου και των δημοτικών συμβούλων της γενέτειράς του για μια… ενίσχυση. Η απάντηση έρχεται αμέσως: «Στείλτε μας νούμερά σας, για να σας στέλνουμε τις ετήσιες ανάγκες σας σε ρουχισμό, παπούτσια, σώβρακα κ.λπ.». Τότε η δημόσια απάντηση του Μετσιμενίδη προκαλεί την έκρηξή τους και, μάλιστα, μερικοί ζητούν να του γίνει μήνυση επειδή – λέει – θίχτηκαν. Η επέμβαση των ψυχραιμότερων θα κλείσει την υπόθεση.

  • Αλλά, ας ξαναγυρίσουμε στον Νάτσκα, δίνοντας πάλι το λόγο στο συγγραφέα:

«Το ότι βρισκότανε σε μια πνευματική νάρκη όλος αυτός ο κόσμος των ταπεινών δεν είναι τυχαίο. Δεν είχε δημιουργηθεί κοινωνική συνείδηση κι αυτό πάλι δεν είναι τυχαίο. Διότι όλες αυτές οι στρατιές των ταπεινών είχανε διδαχθεί, από τα πρώτα τους κιόλας βήματα, να πιστεύουν στον αφέντη τους κι ότι μόνον αυτός ήταν που καθόριζε τη ζωή και την τύχη τους. Στον αφέντη της γης και στον αφέντη τ’ ουρανού! Είναι μέσα στις προθέσεις του συγγραφέα να βγάλει όλα αυτά τα στοιχεία που ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, να φέρει στην επιφάνεια και να καταδείξει ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν στα χέρια τους την ίδια την τύχη τους, τη μοίρα τους. Άλλωστε, η ιστορία μας έχει δείξει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι ανέφικτο…»

  • Έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά ο «Νάτσκας»;

Νομίζω ότι κάθε βιβλίο έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ένας ήρωας μπορεί να ταυτιστεί με τον συγγραφέα. Ο Νάτσκας έχει μερικά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η ολοκλήρωση του χαρακτήρα, όπως γίνεται στο βιβλίο, δεν είναι ο συγγραφέας όπως ήταν, αλλά ίσως όπως θα ‘θελε να διαμορφωθεί ο χαρακτήρας του σε μια ορισμένη χρονική περίοδο.

  • Σας απασχόλησε το ζήτημα της μορφής του βιβλίου;

Το βιβλίο αυτό δεν το θεωρώ πρωτόλειο, όπως τα δυο προηγούμενα βιβλία μου, παρότι είναι συνέχειά τους. Εκτός από το περιεχόμενο, με απασχόλησε και πολύ μάλιστα και το ζήτημα της μορφής. Πρέπει να σας πω το εξής: Στη λογοτεχνία η αλήθεια πρέπει να είναι ριζωμένη βαθιά. Ας θυμηθούμε και τον Μακρυγιάννη: «Βαθιά είναι η ψυχή μου, σκάψε να τη βρεις»! Τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας συνέβησαν συγκλονιστικά γεγονότα και είδαμε να μεταφέρονται στο χώρο της λογοτεχνίας, χωρίς όμως να μεταδίδουν τίποτα από το ρίγος της τέχνης.

  • Γιατί;

Μα, ειπώθηκαν βιαστικά σε φόρμα συγκεχυμένη κι ακαταστάλαχτη. Να ξανάρθουμε στον Μακρυγιάννη: «Βαθιά είναι η ψυχή μου. Η αλήθεια πρέπει να είναι ριζωμένη βαθιά». Η αλήθεια στο έργο τέχνης πρέπει να είναι σε θέση ένα γεγονός να το δει από μια κάποια απόσταση. Όχι ότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις σπουδαίων έργων που γράφτηκαν μέσα στην επικαιρότητα. Είναι η εξαίρεση. Άλλο πράγμα η ιστορική αλήθεια και άλλο η καλλιτεχνική. Και για να ξανάρθω στον Νάτσκα. Είναι ένα βιβλίο που με απασχόλησε από πλευράς μιας προσπάθειας ώστε να δοθεί άρτια μορφικά και είχα να παλέψω με πολλές παγίδες, οι οποίος έχω την πεποίθηση ότι υπάρχουν σ’ όλους τους λογοτέχνες.

  • Ποιες είναι αυτές οι παγίδες;

Πρώτα απ’ όλα είναι η ηθογραφία και, δεύτερο, είναι η γλώσσα. Η ηθογραφία, δυστυχώς, είναι μια παγίδα που έχει παρασύρει πολλούς. Απ’ την άλλη μεριά, η γλώσσα μας, η οποία είναι τόσο ζωντανή, τόσο θελκτική και τόσο γοητευτική, όταν ψιμυθιώνεται με χίλια δυο πουδραρίσματα, αυτό είναι ένα θέμα που εντυπωσιάζει. Όμως ο χρόνος μάς έχει δείξει ότι οι συγγραφείς που έμειναν είναι αυτοί που είχαν τη δύναμη να δουν την ποίηση στη ζωή όπως υπάρχει κι όχι αυτή που κατασκεύασαν..

Ο Θανάσης Μετσιμενίδης «ακούστηκε» πριν από το Νάτσκα με το θεατρικό του έργο Ένα στάχυ αθέριστο που πριν λίγο καιρό απέσπασε το Β΄ Κρατικό Βραβείο στο διαγωνισμό τού υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών.

«Είχα πάντα την επιθυμία να οργανώσω ένα κομμάτι ζωής μέσα σ’ ένα βαγόνι εγκαταλειμμένο σ’ ένα παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Αυτό είναι και το σκηνικό στο έργο μου. Και το θέμα: ο ήρωας που είναι ο φορέας των καινούργιων ιδεών θα ενθουσιάσει όλο τον άλλο κόσμο που τον περιβάλλει αλλά, τελικά, οι άνθρωποι αυτοί θα βολευτούν ο καθένας σε μια θεσούλα μικρή ή μεγάλη κι η κοπέλα που τον αγαπάει θα προτιμήσει ένα σίγουρο γάμο παρά την αβεβαιότητα των ιδεών».

Ο Θανάσης Μετσιμενίδης γεννήθηκε στις Σέρρες. Σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και το Μιλάνο (Centro Sperimentale). Γύρισε την ταινία Η ανάσα της γης (βασισμένη στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη). Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Αθηναϊκή, Αυγή και Έθνος. Έργα του είναι: Βροντάει στον κάμπο, Μια χούφτα σάρκα, Νάτσκας, Το όραμα ενός ανθρώπου (μυθιστορήματα), Ο ληστής και ο νόμος (ιστορικό μυθιστόρημα) και Ένα στάχυ αθέριστο (θεατρικό, που απέσπασε το κρατικό βραβείο και παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1990). Έχει μεταφράσει σύγχρονους Ιταλούς πεζογράφους: Alberto Moravia «Οι αδιάφοροι», «Το ταξίδι στη Ρώμη», «Το πράμα», «Η Γυναίκα λεοπάρδαλη», «Ένας προσεκτικός άνθρωπος», «Η βίλα της Παρασκευής», Leonardo Sciascia «Προσευχή και έγκλημα», «Ο καθένας με το νόμο του», «1912+1», «Ανοιχτές πόρτες», Elsa Morante «Το νησί του Αρτούρο», Salvatore Satta «Η ημέρα της κρίσης» κ.ά.

[Εξόρμηση, 22 Μαρτίου 1985]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s