ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: Να στηριχθούμε στην ποιητική παράδοση

Standard

Παπαγεωργίου Κώστας Γ. 1945 -Η ποίηση με την πλούσια και ζωντανή παράδοση φαίνεται πως σήμερα λειτουργεί στα δικά της μήκη κύματος, χωρίς να λειτουργεί ουσιαστικά με τον αναγνώστη που βρίσκεται ανήμπορος μπροστά σ’ έναν εκδοτικό παροξυσμό που καθημερινά πληθαίνει. Λίγοι πάλι είναι οι ποιητές που με το έργο τους καταγράφουν τον παλμό ζωής, τα μηνύματα του καιρού μας μεταφέροντάς τα στο κοινό. Για τον ποιητικό προβληματισμό και τις ρίζες της ποιητικής φλυαρίας μιλάει ο Κώστας Παπαγεωργίου. Μια συζήτηση που επεκτάθηκε στον εκδοτικό πληθωρισμό, τους πειραματισμούς και τις νέες μορφές έκφρασης, τη συμβολή της κριτικής παρουσίασης.

  • Ο πληθωρισμός στην εκδοτική δραστηριότητα, τι αποτελέσματα μπορεί να έχει στο αναγνωστικό κοινό;

Δεν ξέρω αν, πράγματι, τον τελευταίο καιρό μπορούμε να μιλάμε για εκδοτικό πληθωρισμό. Ενδεχομένως να είναι γεγονός αλλά μου φαίνεται περίεργο να δίνεται έμφαση σε κάτι τέτοιο, ενώ θα έπρεπε, αντί να ξενίζει, να χαροποιεί. Ο εκδοτικός πληθωρισμός είναι ο μόνος ίσως (πληθωρισμός) που μόνο καλά μπορεί να προκύψουν απ’ αυτόν, σ’ αντίθεση μ’ όλες τις άλλες μορφές του, που μόνο αποτελέσματα διάβρωσης έχουν. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι, όπως και να έχει το πράγμα, είτε υπάρχει εκδοτικός πληθωρισμός είτε όχι, όσο πολλά κι αν είναι τα βιβλία που εκδίδονται, μόνο καλό, σε γενικές γραμμές, μπορούν να κάνουν – όχι κακό. Ο εκδοτικός πληθωρισμός, κατά την άποψή μου, είναι η μόνη ευκταία μορφή πληθωρισμού, γιατί όσο περισσότερα βιβλία εκδίδονται, τόσο περισσότερες προσβάσεις δημιουργούνται στο ευρύτερο κοινό προς το βιβλίο. Και, στο κάτω της γραφής, μέσα στην πληθώρα αυξάνουν και οι πιθανότητες για μια καλύτερη ποιότητα.

  • Υπάρχει αναγνωστικό κοινό που θα δικαιολογούσε τον εκδοτικό πληθωρισμό;

Κοιτάξτε. Ανήκω στο λογοτεχνικό χώρο και, όπως σας είπα ήδη, για μένα ο πληθωρισμός στην εκδοτική δραστηριότητα είναι η μόνη ευκταία μορφή πληθωρισμού. Γι’ αυτό και μου φαίνεται κάπως υπερβολική η οπωσδήποτε επιφυλακτική στάση σας απέναντι σε μιαν έντονη, όπως εσείς λέτε, εκδοτική κίνηση. Στο κάτω-κάτω δεν έγινε ούτε νομίζω πως πρόκειται ποτέ να γίνει, μια αποτίμηση της εκδοτικής δραστηριότητας, απ’ όπου να προκύπτει ένα κάποιο συμπέρασμα σχετικά με την ποιότητα των «πληθωριστικά» εκδιδομένων βιβλίων. Ας μην κρίνουμε τον πληθωρισμό στον εκδοτικό χώρο με τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά που κρίνουμε έναν οποιονδήποτε άλλο πληθωρισμό. Όσο για το αν υπάρχει ή όχι αναγνωστικό κοινό που να δικαιολογεί μια έξαρση εκδοτική, θα έλεγα πως δεν μπορεί παρά να υπάρχει, αλλιώς θα μου ήταν δύσκολο να φανταστώ έναν ολόκληρο κόσμο να ασχολείται περί τα εκδοτικά χωρίς κάποιο οικονομικό έρεισμα. Τώρα, αν το κοινό αυτό είναι απλά αγοραστικό και όχι αναγνωστικό, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Αλλά και πάλι, είναι προτιμότερο να αγοράζει κανείς βιβλία κι όχι κάτι άλλο, ανώδυνο. Πού ξέρεις! Το βιβλίο είναι μια μορφή νάρκης. Μπορεί να εκραγεί ξαφνικά κάποτε και τότε όλα είναι δυνατό να συμβούν.

  • Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι καθημερινά σχεδόν κυκλοφορούν ποιητικά βιβλία 25-30 σελίδων;

Λοιπόν, εμένα προσωπικά δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε μ’ ενοχλεί καθόλου η πληθώρα των ποιητικών συλλογών. Οι πιο πολλές απ’ αυτές δεν κινούνται παρά σ’ ένα στενότατο κύκλο δέκα έως πενήντα φίλων αυτού που τις εκδίδει, συνεπώς δεν μπορεί κανείς να πει ότι απαρτίζουν, στο σύνολό τους, ένα κοινωνικό φαινόμενο. Τυπώνονται, χαρίζονται, και μετά η μοίρα τους είναι αυτή της αποθήκης. Κοινωνικό φαινόμενο όμως, με αρνητικές συνέπειες, αποτελούν οι πολλοί κακοί δίσκοι που κυκλοφορούν κι ακούγονται διαρκώς από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης., διαμορφώνοντας έτσι τις αισθητικές προτιμήσεις ενός μεγάλου κοινού.

  • Μήπως οι σημερινοί ποιητές βλέπουν την ποίηση σαν μια κλειστή υπόθεση, δηλαδή υπόθεση κάποιων υποψιασμένων (φίλων, παρέας κ.λπ.);

Πολύ φοβάμαι ότι όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Ποτέ, κανένας αληθινός ποιητής, κανένας ποιητής που έχει επίγνωση του προορισμού του, δεν είδε την ποίηση σαν μια κλειστή υπόθεση, φίλων, παρέας κ.λπ. Θα ήταν αφέλεια να πιστεύαμε κάτι τέτοιο, όπως αφέλεια θα ήταν να προσπαθήσουμε στα πλαίσια μιας σύντομης κουβέντας να μιλήσουμε διεξοδικά για ένα τόσο τεράστιο ζήτημα, όσο είναι αυτό που έχει να κάνει με την απόσταση ανάμεσα στον ποιητή και το κοινό της ποίησης ή αλλιώς, ανάμεσα στον ποιητή και τον κοινωνικό του περίγυρο. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο κάθε ποιητής, όσο «περίεργος» κι αν είναι ή «μονόχνωτος», δεν μπορεί παρά να επιδιώκει ή τουλάχιστο να επιθυμεί, η δουλειά του να έχει καλλιτεχνικό πρώτα και κοινωνικό, ύστερα, εκτόπισμα. Δεν είναι ο αποκλειστικός υπαίτιος αν η πρόθεσή του αυτή μένει απραγματοποίητη. Φταίνε κι άλλοι πολλοί παράγοντες, η όλη πολιτισμική ατμόσφαιρα, ο τρόπος ζωής, φταίνε πολλά, που και η αναφορά τους μόνο θα μας πήγαινε μακριά…

  • Οι πειραματισμοί των τελευταίων χρόνων κατάφεραν να αποκρυσταλλώσουν ποιητικό ύφος τέτοιο που να αντιπροσωπεύει την αγωνία ή την ψυχική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου;

Όλοι οι πειραματισμοί στο χώρο της καλλιτεχνικής έκφρασης – της ποίησης ειδικότερα – όσο κι αν κατηγορήθηκαν στον καιρό τους, τελικά εισήγαγαν καινούργια στοιχεία στην υπόθεση που λέγεται ποίηση. Δεν είναι ανάγκη οι πειραματισμοί, τα καινούργια στοιχεία να αποκρυσταλλώσουν ένα ποιητικό ύφος. Άλλωστε, δεν είναι το ύφος αυτό που μπορεί κάποια ιστορική στιγμή ν’ αντιπροσωπεύσει την αγωνία και την περιπέτειά της (της ιστορικής στιγμής). Το ύφος, έχει ειπωθεί εδώ και πολλά χρόνια, είναι ο άνθρωπος, ο δημιουργός, κι αυτός είτε το θέλει είτε όχι, εκπροσωπεί την εποχή του, την προβληματική και την αγωνία της, καταφάσκοντας ή αντιδρώντας στα κοινωνικο-ιστορικά της δρώμενα.

  • Έχουμε κριτική και ποια η συμβολή της στο ξεκαθάρισμα της ποιότητας μέσα στο χάος της ποσότητας;

Αν, λέγοντας κριτική, εννοείται τα κείμενα που αφειδώς και διαρκώς δημοσιεύονται στα διάφορα έντυπα, ημερήσια και περιοδικά, τότε έχουμε κριτική και, μάλιστα, ιδιαίτερα παραγωγική. Προσέχοντας όμως κανείς περισσότερο αυτές τις «κριτικές» κι έχοντας μια στοιχειώδη γνώση των λογοτεχνικών μας πραγμάτων και προσώπων, δεν μπορεί παρά ν’ απογοητευτεί, διαπιστώνοντας ότι, στην ουσία, τα κείμενα αυτά δεν είναι, στην πλειονότητά τους, παρά απόπειρες διεκπεραίωσης κοινωνικών σχέσεων ή δημιουργίας λογής προσβάσεων σε διάφορους λογοτεχνικούς χώρους, για να μην πω κλίκες. Κι ακόμη, διαπιστώνοντας ότι πρόκειται για ανεπιφύλαχτες καταφάσεις ή αρνήσεις. Σπάνια μια τεκμηριωμένη επιφύλαξη, μια καλοπροαίρετη υπόδειξη. Αυτό όμως δεν λέγεται, δεν είναι κριτική. Είναι παρωδία κριτικής, που δεν διαδραματίζει κανέναν απολύτως λόγο, ούτε νομίζω πως επιδιώκει κάτι τέτοιο. Βέβαια, μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα της προχειρότητας και, κυρίως, της ανευθυνότητας, υπάρχουν και μερικοί κριτικοί, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού (Αργυρίου, Ζήρας, Ραυτόπουλος λ.χ.), που προσπαθούν να βάλουν ορισμένα πράγματα στη θέση τους, να βρουν και να ξεχωρίσουν ό,τι αξίζει τον κόπο να σωθεί μέσα στο χάος της ποσότητας, όπως κι εσείς λέτε.

  • Είναι παραδεκτό ότι έχουμε μια μεγάλη και ουσιαστική παράδοση. Μπορούμε να πούμε ότι οι νέοι συνεχίζουν σήμερα αυτή την παράδοση;

Είναι αναμφισβήτητο ότι εδώ, στην Ελλάδα, έχουμε μια πάντα ζωντανή και πάντα παρούσα ποιητική παράδοση. Δεν βλέπω το λόγο γιατί αυτή η παράδοση να μη συνεχιστεί, δεν βλέπω εξάλλου να συνέβη κάτι, εδώ ή αλλού, που να προοιωνίζεται το αντίθετο. Ίσα – ίσα που, όπως πάνε τα πράγματα, έτσι καθώς βυθιζόμαστε ολοένα και πιο βαθιά στην παγίδα της κατανάλωσης και της κακώς εννοούμενης τεχνολογίας, έχω την πεποίθηση ότι η ποιητική έκφραση, η ανάγκη μάλλον για ποιητική έκφραση, θα γίνεται όλο και εντονότερη. Θα έρθει μια εποχή, αργά ή γρήγορα, που η ποίηση, η κάθε μορφή τέχνης, θα γίνει το καταφύγιο πολλών ανθρώπων, πολύ περισσότερων, απ’ όσους σήμερα καταφεύγουν σ’ αυτήν. Και ο ποιητής θα κερδίσει τα προνόμια που του αφαίρεσε μες στους αιώνες η αλλοπρόσαλλη ιστορία του ανθρώπου.

Ο Κώστας Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία: Ποιήματα (991966), Συλλογή (1970), Επί πηγήν καθίσαι (1972), Ιχνογραφία (1975), Το οικογενειακό δέντρο (1978).Το λαϊκό αφήγημα Το Γιοτάπατο (1977), καθώς και τις μελέτες Σημειώσεις επάνω στα Τρία κρυφά ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη (ανάτυπο από τον τόμο Κατάθεση ’73, 1973) και Προτάσεις επάνω στη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου (ανάτυπο από τον τόμο Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, 1982). Υπήρξε συνυπεύθυνος για τη σύνταξη του ετήσιου τόμου Κατάθεση ’73 και ’74 και συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Σχεδία. Σήμερα διευθύνει το περιοδικό Γράμματα και Τέχνες. [Βλέπε και ΑΥΤΟ]

[Εξόρμηση, 17-18 Ιουλίου 1982]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s