ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ: Πρωτοποριακή η ποίησή μας στον ευρωπαϊκό χώρο

Standard


Photo: © E.KE.BI, 2001. Τσουμπλέκας

Η ποίηση στην ημερήσια διάταξη. Κάνοντας τη σχετική έρευνα, θέλουμε να δώσουμε την ευκαιρία σε κάποιους εκπρόσωπους της σύγχρονης ελληνικής ποίησης να «συζητήσουν» γύρω από τα προβλήματά της και στους αναγνώστες τη δυνατότητα να γίνουν κοινωνοί απόψεων χρήσιμων, οπωσδήποτε, για σχετικούς προβληματισμούς.

Σήμερα, απαντά ο Γιάννης Κοντός. Είναι συνολική η απάντησή του στα ερωτήματα που αναφέρονται στον εκδοτικό πληθωρισμό, στην ύπαρξη ή όχι αναγνωστικού κοινού και στο κατά πόσο επηρεάζει την εκδοτική κίνηση ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης:

«Η αλήθεια είναι ότι βγαίνουν πάρα πολλά βιβλία τα τελευταία δέκα χρόνια με τάσεις ν’ αυξηθούν περισσότερο. Έχουν αλλάξει οι συνθήκες οι εκδοτικές και δεν είναι σωστό να λέμε ότι πριν είκοσι ή τριάντα χρόνια βγαίνανε λίγα βιβλία, οι ποιητές δεν είχαν εκδότες κ.λπ. Εξάλλου, οι εκδότες δεν είναι «ρομαντικοί φοιτητές του μεσοπολέμου» αλλά, όπως όλα, ακολουθούν και αυτοί τους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Μην το πάμε στο «παλιότερα ήταν διαφορετικά, άρα σωστά». Κάθε εποχή έχει τα προβλήματά της. Και τότε έβγαιναν καλά και κακά βιβλία. Και τώρα το ίδιο γίνεται. Φέρνει, βέβαια, μια σύγχυση στο κοινό η εκδοτική αυτή πλημμυρίδα, νομίζω όμως κυρίως ότι φέρνει σύγχυση στο οριακό κοινό («οριακό κοινό» λέω αυτούς που έχουν κάποιο γούστο λογοτεχνικό και μπορούν και θέλουν να πλησιάσουν πιο προχωρημένα κείμενα), τους μπερδεύει, δεν υπάρχει – αυτό θα το λέμε συνέχεια – η κατάλληλη υποδομή και έχουμε το φαινόμενο να πουλιέται χρόνια στην επαρχία σε μεγάλους αριθμούς ο Λουντέμης και ο Καζαντζάκης, ενώ με ορισμένους «χειρισμούς» θα έμπαιναν στα σπίτια του μέσου Έλληνα συγγραφείς όπως ο Τσίρκας, ο Χειμωνάς, ο Κουμανταρέας, ο Ιωάννου, η Δούκα, η Μήτσορα ή ο Σαχτούρης, ο Σινόπουλος, ο Παπαδίτσας και άλλοι νεότεροι ποιητές και πεζογράφοι. Ένα κακό που υπάρχει στη χώρα μας είναι και τούτο: Οι πολλοί σύγχρονοι ποιητές και πεζογράφοι να μη διαβάζονται στον καιρό τους, αλλά πολύ αργότερα. Δεν λέω, οι παλιότεροι έχουν την αξία τους. Αλλά η λογοτεχνία έχει μια συνέχεια και εκεί που σταματάνε άλλοι, κάνοντας τομές στη γλώσσα, στην πολιτική, περιγράφοντας τύπους ανθρώπων και λαών και δημιουργούν ένα «λογιστήριο» ψυχών. Σε όλα αυτά, λοιπόν, το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού αναγνώστη δεν συμμετέχει. Κοινό υπάρχει, άλλα πράγματα δεν υπάρχουν. Παιδεία με διακλαδώσεις στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στην ποίηση κ.λπ. Και το λέω για να μη γεμίσει η Ελλάδα με υπαλλήλους, τυπικούς με τα ωράρια, τη διαφήμιση, τα πλαστικά, τη ροζ τηλεόραση και, στο τέλος, τη σχιζοφρένεια του οργανωμένου πολιτισμού.

  • Μήπως οι σημερινοί ποιητές βλέπουν την ποίηση σαν μια κλειστή υπόθεση, δηλαδή υπόθεση κάποιων υποψιασμένων (φίλων, παρέας κ.λπ.);

Όχι. Η ποίηση έχει τους δικούς της ρυθμούς και τη δική της εμβέλεια. Θέλω να πω ότι ένα μέρος αυτών που διαβάζουν μπορούν να παρακολουθήσουν και να συμμετέχουν στη μαγεία της ποίησης. Εξάλλου και η ποίηση και οι άλλες τέχνες θέλουν προετοιμασία για να τις παρακολουθήσεις. Θέλει ένα ειδικό ταλέντο ο αναγνώστης και αυτό, βέβαια, δεν είναι δουλειά του ποιητή. Όπως και να έχει το πράγμα, η ποίηση μιας χώρας εκφράζει όλους τους κατοίκους και όλα τα κοινωνικά στρώματα, μέσα από το μοναχικό άτομο.

Τι θα πει «δύσκολη» ποίηση; Θέλετε να πείτε ότι η εύκολη ποίηση, η συνθηματολογική, η ποίηση που εκφράζει συναισθήματα της στιγμής κ.λπ. είναι η κατανοητή; Λοιπόν, όχι. Η ποίηση είναι καλή ή όχι. Και αυτή που γράφεται τώρα στη χώρα μας από τους ποιητές που δουλεύουν τη γλώσσα και προωθούν τις ποιητικές φόρμες (και ξέρουμε όλοι ποιοι είναι αυτοί) και ας τους λέμε «δύσκολους» ποιητές, νομίζω ότι αυτοί είναι οι απλοί και με τη βαθύτερη έννοια λαϊκοί ποιητές.

  • Οι πειραματισμοί των τελευταίων χρόνων κατάφεραν να αποκρυσταλλώσουν ποιητικό ύφος τέτοιο που να αντιπροσωπεύει την αγωνία ή την ψυχική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου;

Κυρίως αυτό που λέμε «πειραματισμοί των τελευταίων χρόνων» και εννοώ φυσικά τα τριάντα με σαράντα τελευταία χρόνια – για να μην πάμε παλιότερα – περιγράφουν σε βάθος το υπαρξιακό και πολιτικό σύνδρομο του σύγχρονου ανθρώπου. Ας λένε ό,τι θέλουν οι ορθολογιστές και οι κάθε είδους εξουσιαστές. Σε ποιητές και ποιήματα στηρίχτηκαν ολόκληροι λαοί και πολιτισμοί για να δείξουν την ταυτότητά τους. Και σήμερα το ίδιο ισχύει με τη σύγχρονη ποίηση.

  • Έχουμε κριτική και ποια η συμβολή της στο ξεκαθάρισμα της ποιότητας μέσα στο χάος της ποσότητας;

Η κριτική όταν θέλει να αποκρύψει τις αξίες, έρχεται μετά μερικά χρόνια η στιγμή που οι «κριτικές» ξεχνιούνται και ο ποιητής πετάει σαν μαύρο πουλί ψηλά και οι ένοχοι κοιτάνε το χώμα. Παράδειγμα ο Κώστας Καρυωτάκης, που οι περισσότεροι κριτικοί της γενιάς του ’30 είχαν καταδικάσει και τώρα διαβάζεται και νιώθεται πολύ από τις νέες γενιές. Θέλω να πω ότι η κριτική παίζει το ρόλο τον καλό, όταν μελετάει σοβαρά και με πάθος το αντικείμενό της. Και βέβαια ξεχωρίζουν οι αξίες από το σωρό. Αλλά πάντα στην Ελλάδα όλοι γράφουν και λίγοι κάνουν κριτική. Μπορεί να φταίει η έλλειψη υποδομής. Πολλές φορές λέγονται υπερβολές για ανύπαρκτα γραπτά ή υπάρχει εμπάθεια, που βέβαια ξεχνιέται μετά μερικά χρόνια και το έργο του δημιουργού μένει.

  • Είναι παραδεκτό ότι έχουμε μια μεγάλη και ουσιαστική παράδοση. Μπορούμε να πούμε ότι οι νέοι συνεχίζουν σήμερα αυτή την παράδοση;

Σαν χώρα, μας λείπουν πολλά από αυτά που χαρακτηρίζουν τις προηγμένες κοινωνίες, αλλά έχουμε ποίηση από τις πιο προχωρημένες στην Ευρώπη. Ειδικά οι νεότεροι και νεότατοι ποιητές έχουν κάνει επιτεύγματα που θ’ αποκαλυφθούν αργότερα – όπως γίνεται συνήθως – σε όλες τις διαστάσεις τους.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Ο Γιάννης Κοντός πρωτοδημοσίευσε το 1965. Έχει εκδώσει δέκα ποιητικά βιβλία. Ποιήματα και κείμενα έχει δημοσιεύσει σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Το 1973 πήρε τη χορηγία FORD. Επί σειρά ετών ήταν συνεργάτης του ραδιοφώνου. Έχει κατά διαστήματα συνεργαστεί με περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού. Τώρα είναι συνεργάτης στην εφημερίδα «Το ΒΗΜΑ της Κυριακής». Το 1980 κυκλοφόρησε ένας δίσκος με μελοποιημένα ποιήματά του από τον συνθέτη Νίκο Καλλίτση, με τον τίτλο Απόπειρα. Έχει γράψει κείμενα για σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους. Τον Απρίλιο του 1992 εκδόθηκε μια επιλογή ποιημάτων του με τίτλο Όταν πάνω από την πόλη ακούγεται ένα τύμπανο, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, εικονογραφημένη από τον ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά. Το ενδέκατο βιβλίο του, Πρόκες στα σύννεφα, 1999, είναι μια ανθολόγηση όλων των ποιητικών του βιβλίων, που έκανε ο ζωγράφος Γιάννης Ψυχοπαίδης, την οποία συμπλήρωσε με 20 χαρακτικά. Διδάσκει σε σχολή θεάτρου. Το 1998 πήρε το Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως για την ποιητική συλλογή Ο αθλητής του τίποτα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ: Περιμετρική, 1970, 2000, σελ. 88, Το χρονόμετρο, 1972, 1977, 1979, σελ. 72. Τα απρόοπτα, 1975, 1987, σελ. 62. Φωτοτυπίες, 1977, 1987, σελ.: 56. Στη διάλεκτο της ερήμου, 1980, Σελ.: 72. Τα οστά, 1982, σελ. 160. Ανωνύμου μοναχού, 1985, σελ. 72. Δωρεάν σκοτάδι, 1989, σελ. 64. Στο γύρισμα της μέρας, 1992, σελ. 64. Ο αθλητής του τίποτα, 1997, Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1998, σελ. 64. Πρόκες στα σύννεφα, 1999, σελ. 120. ΠΕΖΑ: Τα ευγενή μέταλλα, 1994, 1995.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ : ΑΠΟ ΤΟ «Αθλητής του τίποτα»
Αθήνα, Κέδρος, 1997. Σελ. 64 ISBN: 960-04-1412-2
ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ 1998
2 ποιήματα

Ο αθλητής του τίποτα

Τρέχει. Τρέχει με αντίθετο άνεμο.
Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις. Δυσκολίες
και δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οικογένειες.
Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό.
Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται.
Και πάλι το κυνηγητό, η κομμένη ανάσα,
οι αποσπασματικές εικόνες, τραίνα που περνάν
με χαρούμενους ανθρώπους. Και αυτός
σαν κυνηγημένος να προσπαθεί ταυτόχρονα
και άλλα αθλήματα. Να έρχεται τελευταίος
με την ψυχή στο στόμα, να μην τον βλέπει
κανείς, γιατί οι θεατές έχουν ήδη διαλυθεί.
Με βροχές, με χιόνια, με ήλιους, το σώμα
αντέχει, το μυαλό πετάει. Άλλοτε ξεχνάει
– άλλοτε θυμάται. Σε μια στάση για να δει
το φεγγάρι, συνέχεια σκέπτεται: το βιολέ
απόβραδο, τα χάδια και τις υποσχέσεις.
Και τρέχει, τρέχει, ενώ οι άλλοι συναθλητές του
έχουν τερματίσει και σάρωσαν βραβεία
και ιαχές. Αυτός μόνος τον κύκλο
του χρόνου τρέχει. Χρόνος σε ευθεία
ή τεθλασμένη ή σπείρα. Δεν κοιτάζει
πίσω το ποίημα, γιατί τον ακολουθούν μύγες, ακρίδες
και μολυσμένος αέρας του πολιτισμού.

Περνώντας βλέπει δέντρα και ουρανό,
βλέπει πουλιά, χαμογελά και λέει
να δραπετεύσει, να πετάξει.
Αλλά δεν γίνεται, είναι προγραμματισμένος
γι αυτόν το ρόλο. Το ρόλο του δρομέα
με το άγνωστο τέρμα.
Νύχτα και μέρα αναβοσβήνουν.
Τα μάτια του συνήθισαν σ’ αυτό το
λυκόφως. Ήρωας του Σάμουελ Μπέκετ
δεν το φαντάστηκε ποτέ ότι θα γίνει.
Τώρα πλησιάζει σε ένα σκοτάδι
που αυτός το βλέπει άπλετο φως.
Φουσκωμένα τα μάγουλα από την προσπάθεια,
είναι σαν να φουσκώνει τα πανιά της
Αργοναυτικής Εκστρατείας. Πάει και πάει.
Το πέλμα θυμάται το πριν και το
μετά αμετάκλητα. Γίνεται τροχός,
βγάζει σπίθες και πείσμα του έρωτος.
Το τέρμα σφίγγεται βίδα
στο άπειρο ή στην κάθε μέρα.
Ένας διασκελισμός και χάνεται
στην αβεβαιότητα του τέλους.

[Εξόρμηση, 24-25 Ιουλίου 1982]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s