ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας ρωμαλέος ποιητής

Standard

https://i2.wp.com/www.culturenow.gr/photos/logotexnia/thumbnails/markopoulos-out.jpg

Για την εξεύρεση λύσεων στα άπειρα καθημερινά προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία μας, επιφορτισμένοι είναι οι πολιτικοί. Κι όχι οι ποιητές, που ίσως μας παρέχουν όχι λύσεις-υποκατάστατα: μύθος, διαφυγές, ελπίδες. Σε μια κοινωνία της ανέχειας, αλλά και της σπατάλης, της σκληρότητας και της αμφισβήτησης, των καθημερινών μικρών και μεγάλων δραμάτων, κάπου πιστεύουμε ότι έχει το λόγο και η ποίηση.

Μέσα στο γενικό πανζουρλισμό, ο ποιητής με τους στίχους δημιουργεί την απαραίτητη σιωπή για να μπορέσει ο άνθρωπος να σταθεί καλύτερα στα πόδια του και να συλλογιστεί αλλά και να ξεπεράσει τη μοναξιά του. Και στο κάτω της γραφής, ο άνθρωπος είναι ένα ποτάμι που τρέχει ασταμάτητα και δεν εξαντλείται, που θέλει καθαρό αέρα και καθαρό νερό, άγρια φύση, δάση και ελεύθερη προσπέλαση.

Μη σκεπάζεις το ποτάμι, μας λέει ο σχεδόν ψιθυριστά ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος κι αυτό το στίχο του κάνει τίτλο στη νέα ποιητική συλλογή του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος».

Από την Έβδομη συμφωνία, που εκδόθηκε το 1968, μέχρι σήμερα η δραστηριότητά του στο χώρο της ποίησης απέδωσε τις συλλογές: Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Η θλίψις του προαστίου, Οι πυροτεχνουργοί, Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, δυο συγκεντρωτικές με τίτλο Ποιήματα 1968-1976 και Ποιήματα 1968-1987. Μεταξύ 1991 και 1994 κυκλοφόρησε δυο τόμους με κείμενά του για το έργο των ποιητών Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκη, Λειβαδίτη, Δούκαρη, Κατσαρού, Κωσταβάρα, Πατρίκιου, καθώς και ποιητών της γενιάς του «70». Αλλά το 1996 ο Γιώργος Μαρκόπουλος θα τιμηθεί για το σύνολο της ποίησής του με το «Βραβείο Καβάφη» στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Τι να συζητήσουμε εμείς οι καθημερινοί και πεζοί άνθρωποι που ψάχνουμε τρόπους να συμμαζέψουμε τ’ ακρωτηριασμένα μέλη μας, μ’ έναν ποιητή; Ο ποιητής απλώς θέλει την ποίησή του να μιλά μονάχη της δίχως τα παράσιτα εξωγενών θορύβων. Μονάχα απλές εξηγήσεις κάνει. Όπως, λόγου χάρη, ότι «η έκταση του ποιήματος δεν προκαθορίζεται». Αν θα είναι ολιγόστιχο ή μακροσκελές, κανείς δεν το ξέρει – ούτε κι ο ίδιος.

«Αυτά τα πράγματα τα κατευθύνουν άλλοι κανόνες, μαγικοί και κρυφοί που είναι από τη φύση τους ταγμένοι να μας προφυλάσσουν και να κρατούν σοφά τις ισορροπίες. Πλην, όμως, δεν σας κρύβω πως θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό – και για μένα αποτελεί κι ένα από τα κριτήριά μου – το αν ο ποιητής έχει ασκηθεί επιτυχώς στο μακροσκελές ποίημα. Εκεί φαίνεται η ψυχική, η πνευματική αντοχή και ακμή του, η συγκρότηση του χαρακτήρα του, η εργατικότητά του, αλλά και το πόσο καλός και φιλόπονος τεχνίτης είναι. Διότι άλλο είναι να οργανώσεις και να ομογενοποιήσεις ένα τέτοιο υλικό σαν αυτό του μακροσκελούς ποιήματος και άλλο να μαζέψεις δέκα τρίστιχα, ακόμη και αν αυτά είναι υπέροχα, και να θεωρήσεις ότι τελείωσες…».

Ωστόσο, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, εκτός από το μακροσκελές ποίημα, δείχνει προτίμηση και σε κάποιους «επικούς» τόνους που διακρίνονται στους στίχους του. «Κατά το ήμισυ – μας λέει – στην ποίησή μου είμαι χαμηλών τόνων και κατά το άλλο ήμισυ αρέσκομαι πράγματι σε κάτι το «ρωμαλέο», το οποίο ξεκινάει από τη συλλογή Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου και εξακολουθεί να υπάρχει έντονο και ευδιάκριτο μέχρι και σήμερα». Τους τόνους αυτούς, εξάλλου, τους υπαγόρευαν τότε «το αγέρωχον της νεότητας»», ενώ τώρα τους υπαγορεύει τόσο η προσπάθεια να συμπληρώσει την «έλλειψη» που μαστίζει τον «καθημαγμένο πια εαυτό» του – όπως διατείνεται – από την ανέλπιστη και βάρβαρη ήττα που υπέστη κατά τη μάχη του με τη φριχτή καθημερινότητα, όσο και η επιθυμία να σηκώσει «για λίγο και πάλι τα κομμένα φτερά» του. Έστω κι αν αυτό κρατάει τόσο λίγο, όσο κρατάει ενδεχομένως και η έμπνευση ενός ποιήματος.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος από την αρχή της πορείας του στη λογοτεχνία δείχνει να ερωτοτροπεί με τον πεζό λόγο. «Η πεζογραφία ήταν και παραμένει μόνιμη και πολύ μεγάλη αγάπη. Κι ακόμη και τώρα επιχειρώ με κάθε τρόπο να την πλησιάσω, βλέπω όμως τις δυσκολίες, υποχωρώ κι έτσι παραμένω σαν ένα παιδάκι που βάζει το πόδι του στην όχθη του ποταμού, καταλαβαίνει πως είναι βαθιά, τρομάζει και το ξαναπαίρνει πίσω…».

[Αθηναϊκή, 5/1/1999]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s