ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ: Η ποίηση δεν… ορίζεται!

Standard

Πάλι για την ποίηση; Θα αναρωτηθεί κανείς. Ναι, πάλι για την ποίηση και τους ποιητές. Μια υπόθεση που για τους περισσότερους ίσως να είναι αδιάφορη. Όμως δεν πρέπει να είναι. Αρχίσαμε πριν από πολύ καιρό μια προσπάθεια «κουβέντας» με ένα κόσμο που γράφει ποίηση και πιστεύει, όπως ο Ηλίας Κεφάλας, ότι δεν μπορεί να παίξει άλλο ρόλο παρά αυτόν που συνιστά η βαθιά απελευθερωτική της δύναμη.

Μια ήρεμη και διακριτική παρουσία είναι η ποιητική παρέμβαση του Ηλία Κεφάλα που μέχρι στιγμής έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές: Τα μαστίγια (1980) και Μεταλλαγή στο απροσδόκητο (1982). Συνεργάζεται τακτικά με το περιοδικό «Τομές» και σποραδικά με διάφορα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά. Και για την ιστορία, ο Ηλίας Κεφάλας γεννήθηκε το 1951 στα Τρίκαλα και σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση.

Ανήκει σε μια γενιά που πάλεψε απεγνωσμένα να τραβήξει ένα δικό της δρόμο, ν’ αποφύγει την ενσωμάτωσή της σ’ ένα κατεστημένο που δεν λέει να ξεριζωθεί και ν’ αρθρώσει αυτοδύναμα τον αυτόνομο λόγο της. Και παλεύει ακόμα. Γιατί έχει τη δύναμη και τα εφόδια. Ύστερα, έτσι κι ανοίξει τα φτερά της…

«Έτσι κι ανοίξω τα μάτια μου χιλιάδες / πουλιά εξακοντίζονται στον άνεμο./ Διασχίζουν τον ουρανό ανοίγουν πόρτες / μυστικές μέσα στα αστέρια./ Βυθίζονται μέσα στο άναρχο,/ ανεβαίνουν και κατεβαίνουν ασταμάτητα…» («Έτσι κι ανοίξω τα μάτια μου», από την ποιητική συλλογή «Μεταλλαγή στο απροσδόκητο» του Ηλία Κεφάλα).

Ας δούμε όμως την κατάθεση του δικού του «πεζού» λόγου πάνω σε ερωτήματα για την ποίηση, το κοινό της, την κριτική, τον εκδοτικό πληθωρισμό, το επίπεδο της λογοτεχνίας μας κ.ά.

  • Γιατί γράφεις ποίηση;

Από τη στιγμή που άρχισα να γράφω ποίηση δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα «γιατί γράφω ποίηση». Απλώς επειδή έγινε η αρχή. Θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «γιατί ζούμε;» και ν’ απαντήσουμε «επειδή γεννηθήκαμε». Τα πιο απλά και συνηθισμένα φαινόμενα, καμιά φορά, γίνονται αναπάντητα ερωτήματα, όταν ερευνήσουμε το «γιατί» τους.

  • Τι είναι ποίηση;

Μπορούμε εύκολα να πούμε τι δεν είναι ποίηση. Μπορούμε ακόμα να απαριθμήσουμε μεμονωμένα γεγονότα και να συμφωνήσουμε ότι συνιστούν ποίηση, είτε αυτά είναι «εκρήξεις ηφαιστείων που προλαμβάνουν σεισμούς» είτε «ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου». Ένας ορισμός, όσο έξυπνος και να είναι, μπορεί ο ίδιος να γίνει ποίηση, δεν θα καταφέρει όμως να ορίσει την ποίηση. Μοιραία, πέφτουμε στις υποκειμενικές αισθητικές αντιλήψεις, που υπαγορεύονται από ανάλογους συγκινησιακούς κραδασμούς. Πιστεύω ότι οι πανάρχαιες πεποιθήσεις για τον πόλεμο μεταξύ «καλού» και «κακού», μεταξύ «φωτός» και «σκότους», μας βολεύουν και στην περίπτωση αυτή και μας επιτρέπουν να αναζητήσουμε την ποίηση μέσα σε εκείνα τα πράγματα, που βοηθούν στην εξύψωση του «καλού και αγαθού» και αντιστέκονται στη φθορά και στην ασκήμια. Ποίηση βρίσκουμε και μέσα στο «μηδέν», όταν αυτό συνδυάζει αντίσταση προς το θάνατο.

  • Τι ρόλο μπορεί να παίξει σήμερα η ποίηση;

Ποιον άλλον ρόλο παρά αυτόν που συνιστά η βαθιά απελευθερωτική της δύναμη. Το ζήτημα, όμως, είναι της κοινωνικής λειτουργίας. Ποιες ανάγκες δημιουργούν οι πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες και ποιες ικανοποιήσεις επιζητούνται. Δυστυχώς η ποίηση δεν έχει ανταγωνιστική δύναμη, γιατί μέσα στο αβυσσαλέο παιχνίδι της παραγωγής και της κατανάλωσης υπάρχουν υποκατάστατα και για την ευτυχία και για τη χαρά, και για την ελευθερία. Η ποίηση αντί να οδηγεί τον κόσμο, οδηγείται από αυτόν, τουλάχιστον από τα πάθη του.

  • Έχει κοινό η ποίηση;

Ναι. Ένα πολύ ιδιότυπο κοινό. Αυτούς, που για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν έχουν αρχίσει ακόμα να γράφουν ποιήματα και έχουν εναποθέσει την ενασχόληση αυτή στο αδιόρατο μέλλον. Αλλά, για να αφήσουμε τους σαρκασμούς, πρέπει να επισημάνουμε την βαρύνουσα έλλειψη παιδείας και υποδομής στο σημείο αυτό. Πώς, μέσα σε ένα, δυστυχώς, ακαλλιέργητο λαό, απαιτούμε να βρούμε κοινό για ποίηση, ανθρώπους με ικανότητα απογείωσης προς αληθινά συναισθηματικά βιώματα;

  • Πρέπει να είναι κατανοητή από το ευρύ κοινό η ποίηση;

Για ποιο κοινό θα πρέπει να είναι κατανοητή η ποίηση; Η λέξη «κατανοητή» σηκώνει πολλή κουβέντα και ίσως υπάρξουν παρερμηνείες και παρεξηγήσεις. Μήπως η προσπάθεια για μια κατανοητή ποίηση αποβεί, τελικά, σε βάρος των επαρκών αναγνωστών, αυτών που λέγονται «ειδοποιημένοι», αν υπήρξαν ποτέ τέτοιοι; Ή μήπως υπάρχουν και αναγνώστες που δεν είναι «ειδοποιημένοι»; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γλώσσα είναι βέβαια το μέσο επικοινωνίας με το κοινό, αλλά είναι και το μέσο για τη δημιουργία της ποίησης. Πώς να συγκεράσει τους δυο αυτούς στόχους ο ποιητής, αφού μόνο για την παραγωγή της ποίησης η γλώσσα είναι φτωχή; Πιστεύω ότι τους ποιητές που «μιλούν», πρέπει να τους ανεχθούμε και όταν «παραμιλούν».Κάπως έτσι ανοίγονται άλλοι δρόμοι και ανακαλύπτονται οι πτυχές στις γερασμένες επιφάνειες των γεγονότων.

  • Πού αποδίδεις τον εκδοτικό πληθωρισμό;

Στο ότι υπάρχουν πολλοί που γράφουν ποιήματα και στο ότι δεν υπάρχουν ιδιαίτερες δυσκολίες για την εκτύπωση ενός βιβλίου. Δεν νομίζω ότι αυτό συμβαίνει και σε άλλα κράτη. Έχουμε μια μοναδικότητα, που οπωσδήποτε δεν είναι κατακριτέο γεγονός, αν και μερικοί πολύ θα την απεύχονταν.

  • Σ’ ενδιαφέρει η γνώμη του κριτικού;

Πάντα ενδιαφέρει η καλόπιστη γνώμη του τρίτου, πόσο μάλλον του κριτικού!

  • Πώς χαρακτηρίζεις το επίπεδο της λογοτεχνίας μας;

Φοβάμαι ότι αν κάποιος έλεγε ότι η λογοτεχνία μας αυτή τη στιγμή είναι φθίνουσα, δεν θα είχαμε επιχειρήματα να τον αντικρούσουμε. Γιατί αναγκαστικά θα κάναμε σύγκριση με το παρελθόν. Συγκρίνοντάς την, όμως, με τις λογοτεχνίες άλλων χωρών δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε το υψηλό της επίπεδο. Τουλάχιστον για την ποίηση. Η πεζογραφία αυτή τη στιγμή, παγκοσμίως, ανθεί μόνο στις λατινοαμερικανικές χώρες. Ίσως η κοινωνική ειρήνη να φταίει για την καθίζηση, στον υπόλοιπο κόσμο.

  • Υπάρχουν στοιχεία προσδιορισμού της γενιάς σου;

Κάθε γενιά χαρακτηρίζεται από μια έντονη κοινωνική συμπεριφορά και από ένα δυο ονόματα κύρους – ταλέντα, θα έλεγα – λόγω της σημασίας του έργου τους. Σήμερα, αναζητώντας προσεκτικά, ίσως να βρίσκαμε το πρώτο στοιχείο αλλά μόνο σαν αμελητέο σημείο αναφοράς, όχι οριοθετικό, γιατί δεν είχε συνέχεια. Ως προς το δεύτερο στοιχείο, τα ταλέντα, τα ονόματα που θα χαρακτήριζαν τη γενιά, δυστυχώς δεν υπάρχουν. Τουλάχιστον δεν φάνηκαν ακόμα. Δεν νομίζω ότι βγαίνει τίποτα πάνω σ’ αυτό το θέμα.

  • Γιατί εσώτερος λόγος της γραφής σου είναι πάντα ο θάνατος;

Ο θάνατος δεν είναι μόνο ένα ακατονόμαστο σκοτάδι. Δεν είναι η μεταφυσική αγωνία, ούτε ο φόβος του αμετάκλητου τέλους. Πέρα από την οντολογική ταλάντευση του θέματος υπάρχει ο θάνατος κάθε κρυφής γοητείας που ενυπάρχει μέσα στα πράγματα και που αφανίζεται στην περιπέτεια της καθημερινότητας. Χρέος της ποίησης είναι να «καθυστερήσει» τη φθορά αυτή. Να παρατείνει την αναμονή του θανάτου. Η ποιητική συνομιλία είναι το μέσο για την, έστω προσωρινή, επιβίωση της ομορφιάς.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Ο Ηλίας Κεφάλας γεννήθηκε το 1951 στα Τρίκαλα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα, όπου και έζησε από το 1969 έως το 1992. Σήμερα ζει και πάλι στο γενέθλιο τόπο, εργαζόμενος σε Υπηρεσία του Δημοσίου. Ασκεί λογοτεχνική και εικαστική κριτική, συνεργαζόμενος με περιοδικά λόγου και τέχνης. Ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο και περιστασιακά με την τηλεόραση. Μεταφράζει και παρουσιάζει γαλλόφωνους ποιητές. Σε στήλη του περιοδικού «Ευθύνη» δημοσιεύει κριτικές αποτιμήσεις προσώπων και κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας, ως ύστερες εντυπώσεις από μια δεύτερη ανάγνωση. Συντελεί στην έκδοση της επιστημονικής επετηρίδας «Τρικαλινά», η οποία συνιστά μια δημιουργική επισκόπηση των τεχνών και των επιστημών στην περιοχή των Τρικάλων. Έργα του: Τα μαστίγια, ποιήματα, Αθήνα, Τομές, 1980. Μεταλλαγή στο απροσδόκητο, ποιήματα, Αθήνα, Αιγόκερως 1982, Θεωρία 1984. Τα φύλλα του νερού, ποιήματα, Αθήνα, Θεωρία 1986. Η γενιά του ιδιωτικού οράματος, δοκίμιο, Αθήνα, Τέθριππον 1987. Σκοτεινός μαγνήτης, ποιήματα, Αθήνα, Άλως 1989. Ανθολογία σύγχρονης ποίησης / δεκαετία 1980/Ιδιωτικό όραμα, Εισαγωγή, Ανθολογία, Αθήνα, Λιβάνης-Νέα Σύνορα, 1989. Το έρημο λυκόφως, ποιήματα, Αθήνα, Αστρολάβος/ Ευθύνη 1992. Η Κυριακή των ποιητών, δοκίμιο, τα τραμάκια / Θεσσαλονίκη, 1993. Λόγος για την αβεβαιότητα, ποιήματα, Αθήνα, Αρμός, 1997, 1999. Μεσημβρινά δαιμόνια, Διηγήματα, Τρίκαλα, Φ.Ι.ΛΟ.Σ, 1997. Φάσματα της ερημιάς, Αφηγήσεις, Αθήνα, Αρμός, 1999. Παράθυρα ονείρου, δοκίμιο, Αθήνα, Αρμός, 2000. Χιόνι στα όνειρα, μυθιστορία, Αθήνα, Αρμός, 2001. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και πολωνικά.

[Εξόρμηση, 12-13 Νοεμβρίου 1983]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s