Η ΤΟΠΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

Standard

//book.culture.gr/76/00/112/2.jpg” δεν μπορεί να προβληθεί επειδή περι�χει σφάλματα.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στη Μεσσήνη και ανήκει σε κείνη τη γενιά που επεκράτησε να την αποκαλούμε πλέον «γενιά του εβδομήντα». Στα γράμματά μας εμφανίστηκε το 1968, με τη συλλογή Έβδομη συμφωνία, για να συνεχίσει το 1973 με την επόμενη Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, ενώ το 1976 παρουσίασε την τρίτη κατά σειρά Η θλίψις του προαστίου. Η ουσιαστική όμως στροφή του Γιώργου Μαρκόπουλου έμελλε να συντελεστεί το 1979, με την έκδοση της συλλογής του Οι πυροτεχνουργοί, για την οποία χαρακτηριστικά ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης έγραφε τότε στην «Αυγή»:

«Στους Πυροτεχνουργούς έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση γεμάτη υπόγειες διαβάσεις χωρίς τεχνάσματα και εύκολες λύσεις. Ζούμε τον “μικρόκοσμο” της ύπαρξης που περιέχει, όπως είναι γνωστό, σε μικρογραφία όλα τα μεγάλα και τερατώδη του μακρόκοσμου. Η θλίψη για την ανεπανόρθωτη πτώση του ανθρώπου, υλική και ηθική και η διάψευση των ονείρων που κάνουμε όλοι μας είναι τα κυριότερα “στίγματα” του βιβλίου. Ο Μαρκόπουλος πότε μ’ ένα στιγμιαίο συγκεκριμένο γεγονός και πότε με το ακαθόριστο μιας άλλης, εσωτερικής ζωής, προσπαθεί να δει σ’ όλο τους το βάθος πρόσωπα και πράγματα και ν’ αναβιώσει τα “νεκρά” σημεία αυτού του κόσμου. Όμως, πέρα από τ’ ατομικά βιώματα, συγκλονιστικά καμιά φορά, όπως το ποίημα “Οι κάμαρες εργένηδων”, ορθώνονται οι καιροί που καμιά ευαίσθητη ψυχή, και μάλιστα νέα, δεν μπορεί να μην ακούσει τη φωνή τους ή τη σιωπή τους:

“Ποιος είναι που είπε ότι ο πόλεμος τελείωσε / Ο πόλεμος συνεχίζεται ακόμα και σήμερα…”».

Και μιας και η συλλογή αυτή, όπως είπαμε και πιο πάνω, παίζει κάποιο ρόλο καθοριστικό σε ολόκληρη τη μέχρι τώρα πορεία του ποιητή, σκόπιμο θα ήταν να ακούσουμε και τη γνώμη, γ’ αυτήν, δυο ακόμη ανθρώπων της κριτικής, του Αλέξη Ζήρα, κυριότερου αναμφισβήτητα κριτικού της γενιάς του Μαρκόπουλου, αλλά και ενός παλαιότερου, και αποδεδειγμένα έμπειρου, του Ανδρέα Καραντώνη. Γράφει, λοιπόν, ο Αλέξης Ζήρας[1]:

«Όλα αυτά μας εισάγουν σ’ ένα σύμπαν που θα το έλεγα σχεδόν παζολινικό, αν δεν ήταν τόσο εξαρτημένο από τη συγκινημένη διάθεση του ίδιου του ποιητή. Όχι βέβαια ότι η διάθεση αυτή ορίζει αποκλειστικά τη σχέση του Γ. Μαρκόπουλου – μια σχέση πάσχοντος – με τον κόσμο του, γιατί τότε θα είχαμε μια ποίηση ευθύγραμμη στην υφολογική της σύσταση. Ορίζει όμως σε σημαντικό βαθμό το λόγο για τον οποίο μας γοητεύει, και ο λόγος αυτός είναι απλούστατα η μετάθεση του βιώματος, η αποστασιοποίησή του από το ποιητικό εγώ, έτσι ώστε η ανυπόφορη πραγματικότητα (ο ερωτικός πόνος, το διαψευσμένο όραμα, η ασφυξία του επαρχιακού χώρου) να μας δείχνει με μια ήρεμη, στοχαστική και οπωσδήποτε ειρωνική ματιά. Παράδειγμα, το πολύ καλό ποίημα “Η Μπάντα”».

Και ο Ανδρέας Καραντώνης[2]:

«Οι Πυροτεχνουργοί έχουν εκείνη την αιθέρια και πικρή ομορφιά των παλαιών φυματικών υπάρξεων που άξαφνα ανακαλύπτουμε πως ζουν μέσα μας και γύρω μας και πως δεν θα πεθάνουν ποτέ. Γιατί η ζωή δεν αναπαράγεται μόνο με τη δύναμη και το σπέρμα του Δία, αλλά και με την αδυναμία κάποιων υπάρξεων, που όσο πιο αδύναμες δείχνουν πως είναι, τόσο πιο εύκολα εισχωρούν στους κλειστούς και απόμερους χώρους των ψυχών. Η χαμηλόφωνη ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, με την ανεπτυγμένη αισθαντικότητά της, αποτελεί μια χτυπητή αντίθεση στον σύγχρονο ποιητικό γυμνισμό. Ζει βέβαια στην εποχή μας ο Μαρκόπουλος αλλά η ουσία του είναι πλασμένη από τη θλίψη και την ομορφιά των παλαιών. Καθώς και η ποιητική του: “Πώς να κάνω και πάλι ένα ποίημα για σένα – Θέλει λέξεις ξεχασμένες…”. Και τι μυστικιστικά αποκαλυπτική η εμφάνιση του Κυρίου ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο τής σεμνά σιωπηλής φθοράς. “Και ο Χριστός με σβησμένη τη φωνή – που αποσιωπά την προηγούμενη φράση”. Και πόσους βροντόφωνους “κοινωνικούς ποιητές” δεν σπρώχνει στη μπάντα – αν δεν τους καταργεί κιόλας – τούτη η παρομοίωση, που αν και παρομοίωση, είναι τόσο δεμένη σαν ουσία και μορφή: “Τα βιβλιάρια του ΙΚΑ – είναι οι καλύτεροι πίνακες ζωγραφικής – και τα διαβατήρια εφηβικά οράματα που παρέμειναν οράματα”. Μόνο αυτό το “παρέμειναν” χαλάει λίγο την υπόθεση. Και κάνουμε αυτή την κάπως σχολαστική γλωσσική παρατήρηση, μόνο και μόνο γιατί οι “Πυροτεχνουργοί”, στο σύνολό τους, είναι ένα υπόδειγμα γλωσσικής ομοιομορφίας και φυσικότητας, χωρίς προσφυγές στη λογιοσύνη…».

Το 1987, και ύστερα από μια κάποια ομολογουμένως μακρά απουσία από τα εκδοτικά μας πράγματα, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, κυκλοφόρησε την Πέμπτη κατά σειρά συλλογή του Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, στην οποία, όπως γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου[3]:

«Η παλαιότερη λαϊκή τοπιογραφία (αδρή περιγραφή του χώρου των συνοικιών, εκτεταμένη ονοματοθεσία, ανακίνηση γενικότερα του εμπράγματου υλικού της ζωής), μοιάζει να υποχωρεί εδώ προς όφελος ενός περισσότερο ευκίνητου ιστού, ο οποίος συγκρατεί σε λειτουργική ισορροπία τα κοινωνικά (συλλογικά) με τα υπαρξιακά (ατομικά) στοιχεία. Βέβαια, το ήθος του βίου δεν αλλάζει. Αντίθετα, φωτίζεται καλύτερα με ένα είδος αναγωγής στο σύνολο των χαρακτηριστικών του.

»Σίγουρα, ο Γιώργος Μαρκόπουλος φέρει εις πέρας μια διπλή επιτυχία: ανανεώνει με επάρκεια και ευρηματικότητα τα μέσα του και, ταυτοχρόνως, μετατοπίζει ελαφρά το θεματογραφικό του πεδίο. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ξεπερνά τους πιθανούς κινδύνους. Αποφεύγει τους τριγμούς που μπορεί να προκαλέσει η αλλαγή και την ίδια ώρα, καταφέρνει να δημιουργήσει καινούργια και ουσιαστικά ερεθίσματα στον αναγνώστη…».

Αλλά και ο Ευγένιος Αρανίτσης, από τη δική του οπτική γωνία βλέποντας, γράφει για την ίδια συλλογή[4]:

«Υπάρχει εδώ μια πολύ έντονη νοσταλγία, το τρεμουλιαστό φως ενός παρελθόντος, που οι λέξεις μετά βίας το αγγίζουν, σαν αντίλαλο. Τα πεζά κομμάτια έχουν μια γλυκύτητα σχεδόν βιβλική. Είναι εξαιρετικά απλά, αλλά πάντοτε πολύ εύθραυστα, πολύ ομιχλώδη, σαν περιλήψεις ονείρων. Υπάρχει πράγματι σ’ αυτά τα κομμάτια μια τεχνική ονείρου, ένα πήδημα, απ’ την μια εποχή στην άλλη, απ’ τον ένα τόπο στον άλλο, σαν τα “εσωτερικά” ταξίδια του Εγγονόπουλου στην Αλβανία μ’ ένα κλείσιμο των ματιών. Η ποίηση είναι η στιγμή που ο κόσμος χλωμιάζει.

»Η Ιστορία του ξένου είναι, ακόμη, μια μικρή ανθολογία από κομμάτια ημερολογίου, σημειώσεις, παραβολές, αφηγήσεις που θυμίζουν παραμύθια. Είναι μια τέχνη για το δυνάμωμα της αναπόλησης. Η παιδική ηλικία, η εφηβεία επίσης, είναι κόσμοι που έχασαν το κέντρο τους. Ταλαντεύονται ανεπαίσθητα ανάμεσα σε βεβαιότητες κι αμφιβολίες – όλ’ αυτά πολύ σμικρυμένα και μακρινά, σα να κοιτάζουμε ορισμένα τοπία απ’ την ανάποδη ενός τηλεσκοπίου.

«Η καρδιά του βιβλίου, το “Τρίτο κείμενο”, είναι μια σύνοψη της ζωής του Μαρκόπουλου και πιθανόν του καθένα. Αυτό το ποίημα είναι μια δίνη από λέξεις, ένα cut-up. Με το σπάσιμο της σύνταξης εμφανίζεται μια καινούργια φωνή, ο πραγματικός ήχος του ποιήματος που ζει κρυμμένος πίσω από το φράγμα της σύνταξης. Με ανάλογες τεχνικές ο Μπέκετ είχε βρει ένα τρόπο να κοιτάζει μέσα του. Είναι σα ν’ αφήνεις το κείμενο να μιλάει μόνο του, για λογαριασμό σου…».

Πάντως, εμείς προσωπικά, νομίζουμε ότι ο κύριος άξονας γύρω από τον οποίο κινείται ολόκληρη η συλλογή, βρίσκεται εκεί ακριβώς που και ο Τάκης Καρβέλης τον εντοπίζει, γράφοντας σχετικά[5]:

«Όπου ενεδρεύει ο ρητορικός λόγος και επιπολάζουν τα σκηνοθετικά τεχνάσματα, η προσπάθεια αποδυναμώνεται. Όπου όμως, όπως κυρίως στα μικρά ποιήματα, η γραφή ξαναποκτά τη γνώριμη λιτότητα και πυκνότητα, τότε νιώθουμε σε όλη της την ένταση την πικρή ειρωνεία, που υποκρύπτει ο τίτλος του ποιήματος και την τραγική διάσταση της σύγχρονης ερωτικής αποξένωσης. Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυυτού του κενού, στο οποίο μας οδηγεί η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου, στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της, το ακροτελεύτιο δίστιχο: «Γιατί κάθε γυναίκα, την πρώτη νύχτα του γάμου της, / ξυπνά πάντα χήρα του άντρα που ονειρεύτηκε…».

Μπορείτε να μας πείτε τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να προβείτε τόσο γρήγορα, μιας και κάτι τέτοιο το κάνει κανείς συνήθως προς το τέλος της ζωής του, στη συγκεντρωτική, τρόπον τινά, έκδοση των ποιημάτων σας;

Πραγματικά χαίρομαι για την ερώτηση, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να διευκρινίσω ότι εγώ δεν προέβην σε καμιά «συγκεντρωτική», αλλά απλώς, με την παράλληλη ενθάρρυνση των συντελεστών της έκδοσης, μου δόθηκε η ευκαιρία να συστεγάσω τα εγκατεσπαρμένα (αλλά και μερικά εξαντλημένα) κομματάκια της ψυχής μου, κάτω από τη σκέπη ενός και μόνον βιβλίου. Και κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο: μου εδόθη η ευκαιρία να “συμμαζέψω” λίγο τον φλύαρο λόγο ενός πάλαι ποτέ λαλίστατου εφήβου, και να τον οδηγήσω περισσότερο στα τοπία εκείνα που μου υπέδειξε ο χρόνος, οι εμπειρίες και τα διαβάσματά μου. Πιστέψτε με, και αυτό ας μην εκληφθεί ως ρητορισμός προς εντυπωσιασμό, από ένα σημείο και μετά, έχω τη βεβαιότητα (μιας και αναφέρατε παραπάνω τη φράση “συγκεντρωτική έκδοση”), ότι δεν κάνω τίποτε άλλο μέσα στη ζωή, από το να βελτιώνω διαρκώς αλλά και να συμπληρώνω όλο και με καινούργια ποιήματα, όποτε αυτά έρχονται, μια και μόνη συλλογή, που η οδύνη της ούτε μια στιγμή καν, δεν με αφήνει να ησυχάσω.

  • Και η επιλογή με ποια κριτήρια έγινε;

Η απάντηση είναι δύσκολη. Το να αποκεφαλίζεις δικά σου δημιουργήματα, είναι κάτι που απαιτεί οπωσδήποτε μια τρομερή αυτογνωσία, την οποία όμως, ποιος είναι άραγε εκείνος που την διαθέτει; Ας είναι. Προσωπικά πιστεύω ότι κράτησα όσα ποιήματα είχαν κάτι να πουν, ή έδιναν το στίγμα της εποχής που γράφτηκαν, άσχετα από το ότι ενδεχομένως δεν με αντιπροσωπεύουν σήμερα, και απομάκρυνα κάποια άλλα που, είτε η επανάληψη είτε η αδεξιότητα με την οποία χειρίστηκα στη συγκεκριμένη περίοδο το γλωσσικό μου όργανο, δεν είχε σήμερα να προτείνει κάτι το ουσιαστικό.

  • Μιας και αναφέρατε πιο πάνω τη φράση «Κράτησα όσα ποιήματα είχαν κάτι να πουν ή έδιναν το στίγμα της εποχής που γράφτηκαν», θέλετε να μας μιλήσετε, εν τάχει, για καθεμιά από τις συλλογές σας χωριστά;

Παρακάμπτοντας μάλιστα την πρώιμη Έβδομη συμφωνία και περνώντας στην επόμενη, Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, επιθυμώ να επισημάνω ότι αυτή δεν αποτελούσε τίποτε άλλο πέρα από τις γοητευτικά, θέλω να πιστεύω, σπαρακτικές κραυγές μιας ανήσυχης ψυχής, που εκαλείτο να βιώσει κάτω από μια στυγνή δικτατορία μάλιστα, αυτή των συνταγματαρχών, την καθολική απογοήτευση, την προερχόμενη από την έκπτωση όλων των ηθικών, αισθητικών, πνευματικών αξιών, από τη διάψευση των ελπίδων αλλά και την (ήδη διαφαινόμενη) αποτυχία όλων των πολιτικών συστημάτων που βασίζονται κυριολεκτικά στην ανθρώπινη εκμετάλλευση, στο ψέμα και στην υποκρισία. Πρωτοπόροι του είδους, οι οποίοι, περιττό να υπενθυμίσω ότι με επηρέασαν τότε, και εμένα και πάρα πολλούς άλλους ομηλίκους μου, οι ποιητές της αμερικανικής beat, με προεξάρχοντας βέβαια τον Φερλινγκέτι, τον Κέρουακ, τον Κόρσο και τον Γκίνσμπεργκ. Η «Θλίψις του προαστίου», δεν ήταν τίποτα άλλο, θα έλεγα, παρά το απεγνωσμένο «ακροβατικό νούμερο» ενός εγκλωβισμένου πλέον παιδιού στο φριχτό περιθώριο της τότε αθηναϊκής κοινωνίας, με όλα τα συνεπακόλουθα: την έλλειψη έξαρσης και ονείρου δηλαδή, έτσι όπως οι προκαταλήψεις, η μιζέρια και οι νευρώσεις ενός κόσμου απελπιστικά παραιτημένου, τα καθόριζαν. Η επιδίωξη προβολής του λυρισμού αυτού του τοπίου που διαφαίνεται σε ολόκληρη τη συλλογή, να ήτανε άραγε μια προσπάθεια ανακάλυψης του φωτός μέσα στο σκοτάδι, ή άραγε η διόγκωση ενός υπερτροφικού εγώ, που με αυτό τον τρόπο, πανικόβλητο αμυνόταν; Δεν ξέρω. Όσο για τους «Πυροτεχνουργούς», θέλω να τονίσω ότι είναι η πιο αγαπημένη μου μέχρι τώρα συλλογή, η πιο άρτια, η πιο πλούσια και η πιο όμορφη, και μέσα μου εξακολουθεί να επαναφέρει κάθε φορά που τη θυμάμαι, την ολοκάθαρη εκείνη λάμψη που κουβαλάει η ψυχή του νέου ανθρώπου, ακόμη κι όταν είναι περικυκλωμένος από τα σύννεφα της μοναξιάς αλλά και της αποτρόπαιης στο βάθος γενετήσιας ή και κοινωνικής ερημιάς. Με τη συλλογή αυτή, νομίζω ότι αποχαιρέτησα ουσιαστικά και την πρώτη, ανεξαγόραστα ίσως, καλύτερη περίοδο της ζωής μου. Και, αισίως, φτάνουμε στην τελευταία, στην «Ιστορία του ξένου και της λυπημένης», συλλογή, η οποία νομίζω ότι με εισάγει στον ζόφο πια που προκαλεί η αποσπασματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, και η ανεπάρκεια του έρωτα, έτσι όπως λειτουργεί σήμερα, να μας ενώσει. Πιστεύω ότι η γραφή της είναι πιο σύνθετη από αυτή των προηγούμενων συλλογών, και το μακροσκελές ποίημα με τα άφθονα στοιχεία ποιητικής πρόζας από τα γνωρίσματά της. Τα εισόδεια σε τοπία εσωτερικότερα, μονιμότερα και διαχρονικότερα, με τη συλλογή αυτή, νομίζω για μένα ότι έχουν ήδη συντελεστεί, και εύχομαι για πάντα μέσα εκεί να εντρυφώ πλέον, γιατί αν μη τι άλλο, η ψυχή είναι η αληθινή κατοικία μας, εκείνη που μας κάνει να γνωρίζουμε όσο γίνεται πιο βαθιά τον εαυτό μας, εκείνη που μας βοηθάει να πηγαίνουμε πιο ώριμοι και περισσότερο αφιλοκερδείς, προς τον κόσμο του άλλου.

[Κ.ΛΠ. και τέχνες… και γράμματα…, τεύχος 2, Σεπτέμβριος 1993]


[1] Αλέξης Ζήρας Γενεαλογικά. Εκδόσεις Ρόπτρον, Αθήνα 1989.

[2] Ανδρέας Καραντώνης, περ. Νέα Εστία, τ. 1262, 1/12/1980.

[3] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η Αυγή, 12/5/1987.

[4] Ευγένιος Αρανίτσης, Ελευθεροτυπία, 19-11-1987.

[5]Τάκης Καρβέλης, Δεύτερη Ανάγνωση. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1992.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s