ΚΩΣΤΗΣ ΓΚΙΜΟΣΟΥΛΗΣ: Η διάρκεια χρωματίζει ένα έργο τέχνης…

Standard

Κωστής Γκιμοσούλης

Μέσα στην πληθώρα των ποιητικών βιβλίων που κυκλοφορούν στην αγορά, είναι οπωσδήποτε δύσκολο να επιλέξει κανείς το καίριο και ουσιαστικό που κάτι προσθέτει στην υπάρχουσα κατάσταση που είναι ήδη φορτισμένη με χιλιάδες στίχους. Μια προσπάθεια όμως επιβάλλεται για να καταδειχθεί ότι δημοσιεύονται ποιητικές συλλογές που δεν είναι της… σειράς αλλά μιας πορείας του σύγχρονου ελληνικού ποιητικού λόγου. Με τις επιλογές μας, δεν δεσμεύουμε τον ιστορικό (κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο) ούτε, φυσικά, το χρόνο και τα όρια της λογοτεχνίας μας. Απλώς, δείχνουμε τα φωτάκια που αύριο ίσως γίνουν φανοί.

Ο Κωστής Γκιμοσούλης είναι ένας ποιητής που σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Μια ποιητική συλλογή, ο Ξυλοκόπος πυρετός, που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις της Εστίας, σημαδεύει το ξεκίνημά του. Τα θέματά του δεν είναι περίεργα αλλά είναι θέματα απλά, «δεδομένα» όπως θα έλεγε κι ο ίδιος.

Το να κάνεις μια κουβέντα με ένα νέο ποιητή, πάντα θα αντιμετωπίζεις δυσκολίες στο αρχίνισμά της. Ψάχνεις να βρεις ερωτήσεις ανορθόδοξες και, τελικά, κάπου γίνεσαι δημοσιογράφος της πεπατημένης. Στην περίπτωση του Γκιμοσούλη, η συνέντευξη είχε ξαφνιάσματα. Διαβάστε τα.

  • Πώς εξηγείς το γεγονός ότι γράφεις;

Γραπτός λόγος είναι ό,τι γυμνότερο μου δόθηκε για να εκφράσω ψυχικές καταστάσεις που με τυραννούσαν, ξεκινώντας περισσότερο από ένστικτο, παρά έχοντας συνείδηση (ιδιαίτερα λογοτεχνική) εκείνου που ανεπανόρθωτα ξεκινούσα. Είχα μάλιστα την εντύπωση – και ακόμη την έχω άλλωστε – ότι τα ποιήματά μου επιχειρούν να ορίσουν από την αρχή τα πράγματα και το σώμα που περιβάλλεται από αυτά. Η αδιαφορία μου αυτή για την τάξη του κόσμου εντάσσεται στον εγωιστικό παράγοντα της τέχνης. Αλλά υπάρχει άλλοθι: ότι τα πράγματα δεν είναι ακίνητα. Η δική μας στάση απέναντί τους τα ακινητοποιεί και τα ορίζει μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο σ’ έναν κώδικα. Είναι αρκετή μια «ακατάλληλη» κίνηση για να περιστραφούν και να μεταμορφωθούν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Η αντίληψή μου, λοιπόν, αυτή για το περιβάλλον – ανθρώπινο ή μη – θα με ενδιέφερε πολύ να θεωρηθεί το συναισθηματικό κίνητρο της «δικής» μου γλώσσας.

  • Πώς όμως όλα αυτά γίνονται ποίηση;

Στη γενικότητα της ερώτησής σου, επίτρεψέ μου ν’ αμυνθώ, απαντώντας σπασμωδικά παρά μεθοδικά. Άλλη οδό, άλλωστε, δεν έχω, αφού θέλω να πιστεύω ότι αυτά που σου λέω απορρέουν από την ολιγόχρονη θητεία μου στο γραπτό λόγο εμπειρικά παρά από τις δοσοληψίες μου με συναφείς θεωρίες. Είπα, λοιπόν, πριν λίγο, ότι ο δρόμος του ξετυλίγματος του προσωπικού μου λόγου μέσα από το γράψιμο χαρακτηρίζεται από νευρικότητα και συναισθηματική αστάθεια…

  • Γιατί;

Γιατί δεν είχα και δεν έχω συνείδηση από πού ακριβώς εκπορεύεται και πού συγκεκριμένα οδηγεί αυτή η εκ των έσω πίεση. Όπως, όμως, διαπιστώνει όποιος ασχοληθεί με το γραπτό λόγο και μάλιστα με την ποίηση, η έξοδος αυτή στο φως του χαρτιού εμπειριών της μέχρι τότε ζωής μας απαιτεί αυστηρή πειθαρχία και μέθοδο. Μέθοδο ανακαλύπτω με την επαφή μου με την γραπτή παράδοση και ιδιαίτερα την ελληνική. Και εδώ, ας σταθώ λίγο προλαβαίνοντας ίσως μια ερώτησή σου που θα αφορούσε τις επιρροές μου. Η σχέση μου με τη γραπτή παράδοση είναι περισσότερο συγκινησιακή παρά λογοτεχνική. Ανοίγω ένα ζωντανό κι αγαπημένο μου βιβλίο πάντα με «ύποπτες» διαθέσεις ερεθίζομαι από μια φράση, μια λέξη, μια εικόνα, ανασύροντας έτσι μια αίσθηση που με σπρώχνει να γράψω. Έχω τότε την εντύπωση ότι συκοφαντώ ένα κείμενο, εφόσον δεν σέβομαι το γεωμετρικό του χαρακτήρα. Η ασέβεια όμως αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σ’ έναν συγγραφέα. Εξάλλου, θέλω να ισχυρίζομαι ότι τα ερεθίσματά μου είναι κυρίως εξωλογοτεχνικά και προσεγγίζω τη λογοτεχνία – είτε σαν αναγνώστης είτε σαν συγγραφέας – στην έκταση που εκείνη ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτών των εμπειριών.

  • Σ’ ενδιαφέρει η κριτική;

Είναι συναισθηματικά ευχάριστο και συχνά ευεργετικό για το έργο ενός συγγραφέα να περιβάλλεται από ενδιαφέρον. Εννοώ όχι μόνον εκείνων όπου κρατούν κάποια στήλη ή των επώνυμων αλλά και των ανωνύμων την προσεκτική παρακολούθηση. Δεν θα εγγίσω όμως το τεράστιο ζήτημα της «επίσημης» κριτικής στις μέρες μας. Είναι θέμα που απαιτεί ψυχραιμία και χρόνο. Δεν θ’ αποφύγω όμως την πρόκληση να επισημάνω απλώς δυο πτυχές του προβλήματος. Είναι επικίνδυνο να θεωρείται η ποίηση το πιο βολικό αντικείμενο κριτικής για κείνους που ασχολούνται σήμερα με το είδος, επειδή οι τυπικές της ιδιότητες προσφέρονται ευκολότερα για γενικεύσεις. Κι ακόμη ότι ο ποιητής – κριτικός πρέπει να έχει πολλές επιφυλάξεις γιατί, αν όχι φανερά, στο βάθος προσπαθεί να υπερασπιστεί το είδος της ποίησης που γράφει ή θα ήθελε να γράψει.

  • Πώς βλέπεις τη σημερινή ποιητική παραγωγή;

Σαφώς αντιλαμβάνομαι πως θίγεις το γεγονός του πληθωρισμού της ποιητικής μας παραγωγής. Οι ποιότητες όμως αυτής της πραγματικά μεγάλης – ποσότητας δεν είναι της αρμοδιότητάς μου να τις κρίνω.

  • Με ποια προβλήματα πρέπει ν’ ασχολείται σήμερα η ποίηση;

Θα διαφωνήσω μαζί σου ότι ο ποιητικός λόγος, «σήμερα», «πρέπει» ν’ ασχολείται με κάποια «προβλήματα». Τα θέματα της ποίησης από καταβολής κόσμου ήταν δεδομένα. Το πλάτος, λοιπόν, δεδομένο. Αναζητείται η διάσταση του βάθους: ο τρόπος που τ’ αντιμετωπίζει κανείς αυτά τα θέματα. Όσον αφορά τη δική μου όραση, αυτή είναι ανθρωπομορφική με μέτρο το ανθρώπινο σώμα, τόσο στο βιβλίο μου που γνωρίζεις, τον Ξυλοκόπο πυρετό, όσο και σ’ αυτό που πρόκειται, τώρα κοντά, να εκδοθεί, την Αγία Μελάνη. Όσο για το «σήμερα» που λες, έχω την εντύπωση ότι η ποίηση – άσχετα αν χρησιμοποιεί επικαιρικά στοιχεία για εναύσματα – διατηρεί μια ενιαία σύλληψη του χρόνου. Όταν αυτή η εντύπωση της διάρκειας χρωματίζει ένα έργο τέχνης, το καθιστά μεγαλειώδες.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Ο Κωστής Γκιμοσούλης γεννήθηκε στην Αθήνα. Μαγική πόλη, αλλά θέλει συνέχεια ν’ απομακρύνεται απ’ αυτήν. Κι όταν ξαναγυρνάει, να την βλέπει αλλιώς. Γράφει διηγήματα, που καμιά φορά μεγαλώνουν και γίνονται μυθιστορήματα, όπως το Μια νύχτα με την Κόκκινη (1995), Ανατολή (1998), Χέρι στη φωτιά (1999), Βρέχει φως (2002), που είναι η ιστορία δύο ιδιαίτερων ποιητών του Μεσοπολέμου, της Πολυδούρη και του Καρυωτάκη. Το θηρίο είναι παντού (2003) και την ταξιδιωτική νουβέλα Εξομολόγηση σ’ έναν κολομβιανό σκύλο (2006). Γράφει και ποιήματα (Ο ξυλοκόπος πυρετός, Αγία μελάνη, Το στόμα κλέφτης, Επικίνδυνα παιδιά), με τελευταία τη συλλογή Αγάπη από ζήλια (2004). Το 2001 εκδόθηκε ένα βιβλίο του που περιέχει ποιήματα + διηγήματα + ζωγραφιές με νερομπογιές, και ονομάζεται Μαύρος χρυσός. Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος.

[Εξόρμηση, 24-25 Σεπτεμβρίου 1983]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s