ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ: Μια νέα βοή ακούγεται σήμερα στην ανθρωπότητα

Standard

Ο ποιητής Μιχάλης Λαγκαδινός και ο δημοσιογράφος Νίκος Λαγκαδινός. Μπραζίλιαν, 1982

Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός και ο δημοσιογράφος Νίκος Λαγκαδινός στο Μπραζίλιαν – 1982

Τούτη τη φορά ίσως αναρωτηθεί κανείς προς τι μια συνέντευξη που γίνεται ερήμην τού αντικειμενικά λογικού ρυθμού ή ακόμα ερήμην του θέματος για το οποίο γίνεται αυτή η συζήτηση! Συνομιλητής μας ο Μιχάλης Κατσαρός.

«Τον Μιχάλη Κατσαρό τον ζήσαμε πολύ στο «Κατά Σαδδουκαίων» κυρίως με τη μεταγενέστερη κατά είκοσι χρόνια από την πρώτη έκδοσή τους. Υπήρξε όμως και πριν και μάλιστα εγκυρότατα, αν μη τι άλλο, με το «Μεσολόγγι» και το «Οροπέδιο». Υπήρξε ένας πλούτος. Μια κίνηση από το πρώτο στο δεύτερο και στο τρίτο πρόσωπο ή στο απρόσωπο, που δίνει την απειρική διάσταση στην κάθε απλή πράξη. Υπήρξε το ύφος και η άμεση ανταπόκριση στα σημεία των καιρών. Υπήρξε ο ποιητής. Ολόκληρος απ’ την κορφή ως τα νύχια, γιατί όπου κι αν αγγίξει κανείς, αναβλύζει ποιητικός χυμός, τον αισθάνεσαι κι αυτό είναι το πιο άσφαλτο κριτήριο…» (Ρούλα Κακλαμανάκη, Η Λέξη, αρ. 13).

Η συζήτηση με τον ποιητή είναι μια «περιπλάνηση ανάμεσα στο υπαρκτό και το ανύπαρκτο, το βέβαιο χρέος και το αβέβαιο αποτέλεσμα». Όμως είναι ο ποιητής, εκείνος που με την «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι», ένωσε αξεχώριστα τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τους ποιητές της γενιάς του ή, όπως κάποιοι λένε, της «χαμένης μεταπολεμικής γενιάς».

Πολλοί θα πουν, ποιος είναι αυτός ο ποιητής που δεν υπάρχει στα αναγνωστικά, που δεν υπάρχει στις εφημερίδες, που δεν υπάρχει στις γραφές τους και στις βιβλιοθήκες τους. Δεν αποκαλύπτουμε. Ανακάλυψη προσωπική κάνουμε.

«Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.

Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο…».

Μια μοναχική παρουσία στο χώρο της ποίησης είναι ο Μιχάλης Κατσαρός αλλά «μια ξεχωριστή στιβαρή ποιητική παρουσία, με τονισμένο το στοιχείο της αμφισβήτησης», θα σημειώσει ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία…» του. Ο ίδιος ο ποιητής θα πει κάποια στιγμή: «Παραμένω εν πλήρη συγχύσει αθώος»! Αλλά είναι εκείνος που έγραψε ότι «ακούει να ’ρχεται καινούργιο βήμα». Είναι κι εκείνος που έγραψε: «Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία…». Κι ακόμα, ελπίζοντας (;): «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια Άνοιξη…»!

Τον βρήκαμε στο γνωστό «Μπραζίλιαν» – στέκι συγγραφέων, ποιητών και, εν γένει, διανοητών… Τραβήξαμε κατά τη Σταδίου για αναζήτηση γωνιάς ώστε να μπορέσουμε να κουβεντιάσουμε. Τελικά βρεθήκαμε στο πατάρι των Ζαχαρόπουλων, στη στοά της Σταδίου.

Η κουβέντα του Κατσαρού είναι ποιητική. Μιλάει, όπως γράφει: ποιητικά, αδολεσχικά, ερήμην, όπως λέγαμε στην αρχή, ενός αντικειμενικά παραδεκτού λογικού ρυθμού. Μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι οι απαντήσεις του είναι ερήμην και των θεμάτων που του επισημαίνονται με τις ερωτήσεις. Όμως, αυτός είναι ο Κατσαρός. Ίσως όσοι δεν τον γνωρίζουν, να κουραστούν. Οι άλλοι, χαρείτε τον!

  • Γιατί ξαναβγάλατε το βιβλίο σας «Κατά Σαδδουκαίων»;

Ένα βιβλίο πήγε, κυκλοφοριακά, καλά και έβγαλα την 5η έκδοση. Το ότι εκδόθηκε από το «Θεμέλιο», ήταν ένα τάξιμο για μια δουλειά που δεν τελείωσε. Όταν πέθανε ο φίλος μου Δημήτρης Δεσποτίδης, ο Θεοδωράκης του αφιέρωσε την καντάτα που έχει γράψει για τους «Σαδδουκαίους» – παίχτηκε στο Βερολίνο, σε παγκόσμια πρεμιέρα, κατά παραγγελία των Γερμανών μουσικοσυνθετών, διαρκείας 90 λεπτών και με το όνομα Κατά Σαδδουκαίων Πάθη, όπως τα Κατά Ματθαίον Πάθη – και μαζί με τον Θεοδωράκη αφιέρωσα κι εγώ την 5η έκδοση στον Δημήτρη Δεσποτίδη, με τον οποίο βγάζαμε ένα περιοδικό με τίτλο Θεμέλιο ευθύς μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η νεολαία είχε τότε τις πρώτες αντιστασιακές πνευματικές οργανώσεις. Όταν λέω οργάνωση, εννοώ ότι ήθελε να τακτοποιήσει το πνεύμα της εποχής μέσα στα έντυπά της.

  • Τη «Διαθήκη» σας θα την υπογράφατε και σήμερα;

Η διαθήκη είναι πάντοτε μια λέξη που μπορεί κανένας να την τελειώσει. Λέγοντας διαθήκη, εννοώ πού μπορούμε να τοποθετήσουμε μια θήκη με πράγματα, μια θήκη με πνεύμα… Η λέξη «διαθήκη» είναι η διαθήκη του Διός. Όταν πρόκειται για ανθρώπους του Παρθενώνα, για ανθρώπους του ανθρώπινου γένους. Δηλαδή, σε ποιον Όλυμπο θα βάλουμε την κιβωτό – όπως θα λέγαμε, σε ποιον Καύκασο θα βάλουμε την Κιβωτό του Νώε για να σωθούμε. Λοιπόν και σήμερα χρειάζεται αυτή η Διαθήκη, χρειάζεται αυτή η κιβωτός να μπει κάπου. Να μπει ακριβώς σ’ έναν Καύκασο, σ’ ένα σώμα, σ’ ένα Θεό. Γι’ αυτό, όπου η σύγχρονη ανθρωπότητα, συμπιέζεται μέσα στη φύση και τη ζωή, όπως οι Πολωνοί, όπως οι Γάλλοι, όπως οι σύγχρονοι Ρώσοι, οι Άγγλοι, όταν συμπιέζονται από κάπου που δεν μπορούν να εννοήσουν ή να συλλάβουν, αμέσως προσπαθούνε να βάλουνε κάποια κιβωτό, κάποια θήκη, στο Ολυμπιείο, στον Όλυμπο ή σ’ ένα άλλο όρος. Γι’ αυτό και σήμερα είναι το ίδιο ακριβώς όπως και τότε. Έχουμε δεύτερο χτύπημα της ίδιας της φύσης του ανθρώπου που μας οδηγεί προς την αναζήτηση σωτηρίων μέσων, καταφυγίων, για να μπορέσουμε να επιζήσουμε σαν ανθρωπότητα.

  • Λέτε και σήμερα «αντισταθείτε»…

Δεν νομίζω ότι δεν μπορώ να πω σήμερα «αντισταθείτε» γιατί το ν’ αντισταθούν είναι ακριβώς όχι όπως αντιστάθηκαν οι Γάλλοι Μακί ή οι Έλληνες αντάρτες της Κατοχής αλλά αντισταθείτε θα πει να τοποθετήσουμε αντιστάσεις σε ορισμένα σημεία της ανθρωπότητας, της ανθρωπογεωγραφίας, για να μπορέσει η ίδια να σταθεί. Δηλαδή, είναι μια τέχνη θεού που μπορεί να «σώσει» και να μπορέσει να δει την ανθρωπογεωγραφία, την οικονομική γεωγραφία ώστε να μην ταραχτεί, να μη συγκλονιστεί ο κόσμος. Στη «Διαθήκη» μου λέω πού ν’ αντισταθούμε. Σε μια πολυκατοικία, σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει, καλά είμαι εδώ, στον κοντό άνθρωπο του γραφείου, στην εξέδρα μπροστά από την οποία γίνονται παρελάσεις, σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι, στις μουσικές, τα τούμπανα και τις παράτες, σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε, στα εργοστάσια πολεμικών υλών…

  • Η «Διαθήκη» σας δημοσιεύτηκε λογοκριμένη στο «Δημοκρατικό Τύπο» το 1950. Πώς έγινε αυτό;

Το ότι λογοκρίθηκε τότε η «Διαθήκη» μου ήταν μια είδηση για μένα. Για τους άλλους ήταν μια κακή πράξη ανθρώπων αριστερών. Η Αριστερά, μη εννοώντας τι είναι η «Διαθήκη», τη λογόκρινε. Δηλαδή, μπορούμε να πούμε ότι είχαμε έτοιμη τέτοια κιβωτό, αλλά… μιλημένη, λογοκριμένη!

  • Γιατί λογοκρίθηκε;

Ο καημένος ο Σοφιανόπουλος έβγαζε τότε αυτή την εφημερίδα – ήταν ο πολιτικός του Αγροτικού Κόμματος. Ήταν γνωστός από τις εκκοκιστικές μηχανές της Μεσσηνίας που τις είχε παραγγείλει για το ρύζι. Αυτή η πράξη του, που εισήγαγε πρώτος την εκκοκιστική μηχανή ορύζης στη Μεσσηνία, τον έβγαζε συνεχώς βουλευτή. Σαν Σοφιανόπουλος που ήταν, ήθελε να τονίσει ότι θέλει, βέβαια, την εν σοφία «διαθήκη» μου, αλλά… λογοκριμένη! Έστειλα εγώ ένα υστερόγραφο και η Διαμαρτυρία ήταν για την ίδια τη «Διαθήκη» μου, της οποίας άλλαξαν φράσεις σημαντικές. Γιατί δεν υπήρχε μόνο η διαθήκη, αλλά υπήρχε «νέα βουή στα δάση». Αυτή η νέα βουή στα δάση, αγαπητέ φίλε, έρχεται σήμερα πάλι για να μου πει ότι, ναι, χρειάζεται αντιστάσεις η ανθρωπότητα. Γιατί, μια νέα βουή πάλι, σήμερα 1982, ακούγεται σ’ όλη την ανθρωπότητα. Αυτή η βουή – βοαί, όπως λεγόταν παλιά – σκίζει σήμερα την ανθρωπότητα και η ταχύτητα είναι μεγάλη και οι άνθρωποι την ονομάζουν νέφος, μικροβιολογία, ρύπανση κ.λπ. Αυτή η βουή, λοιπόν, την οποία ας μου επιτρέψετε να μην εξηγήσω πώς γίνεται, είναι και σήμερα πραγματικότητα και σωζόμαστε, όπως και ο Μαζαρακόφσκι [;] στον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, από την Τέχνη. Δηλαδή, η Τέχνη σώζει το πνεύμα.

  • Εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι «το μέλλον έχει πολλή ξηρασία»;

Το μέλλον πάσχει από αυτό που λέμε χιονοστιβάδα. Δηλαδή, το αρχαίο μέλλον, που δημιουργήθηκε, κατά κάποιον τρόπο, από την εποχή πριν τον Παπαδόπουλο, πάσχει από χιονοστιβάδα. Δεν μπορεί κανείς να δει εσωτερικά, διαθέτοντας οποιαδήποτε μάτια, δεν μπορεί να το δει καθαρά, γιατί συνεπτύχθη έγινε χιονοστιβάδα που κατρακυλάει από τις κορυφές των ορέων και παρασύρει και συντρίβει τα πάντα. Το να δημιουργηθεί ένα νέο μέλλον δεν είναι τόσο δύσκολο. Αρκεί ένα φορείο του μέλλοντος να μείνει εδώ σαράντα μέρες σ’ ένα πατάρι. Μη θέλετε κι αυτό να το εξηγήσω. Εκείνος που θα το διαβάσει, θα καταλάβει…

  • Έχουμε καθημερινά σωρεία νέων εκδόσεων. Πού οφείλεται αυτός ο εκδοτικός πληθωρισμός;

Γι’ αυτό πρέπει να ρωτήσετε τους εκδότες που με βγάζουν. Άλλοι μεν έμποροι λένε ότι πουλάει ο Κατσαρός άλλοι λένε ότι αξίζουνε οι ιδέες του. Άλλος λέει ότι αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη ποίηση. Ποτέ δεν μου αρνήθηκαν οι εκδότες. Δεν έγραψα ποτέ, μια φορά, ένα ποίημά μου και δεν δημοσιεύτηκε. Ίσως να έχω περιβάλλον που να με συμπαθεί.

  • Πέρα από σας… Η ποσότητα των εκδιδομένων βιβλίων έχει σχέση με την ποιότητα;

Η ποίησή μου είναι λίγη. Δεν είμαι από τους πολυγραφότερους ποιητές. Έχω βγάλει τέσσερα ή πέντε ποιητικά βιβλία. Στα τόσα χρόνια που γράφω είναι πολύ λίγα. Είμαι λιγογράφος.

  • Εκτός από το δικό σας έργο…

Πρέπει να δείτε τους άλλους, οι οποίοι θα σας πούνε για τη δική τους τέχνη.

  • Εσείς για ποιους γράφετε την ποίησή σας;

Εγώ, γράφοντας την ποίησή μου και μιλώντας γι’ αυτήν, νομίζω ότι γράφω ένα έργο ζωής και το έργο της ζωής μου το προχωρώ ώσπου να κλείσει κάποτε το ποιητικό μου όραμα – αν κλείσει ποτέ. Μετά, γράφω για το ίδιο το χειρόγραφο πολλές φορές, γιατί χρειάζεται σήμερα ένα χαρτί γραμμένο. Ένας φοιτητής μού είπε κάποτε ότι κλείνομαι μέσα στο δωμάτιό μου και γράφω. Του απάντησα πως έχω να γράψω! Κι αυτός: Μα, τέλος πάντων, γίνατε Ιώβ και γράφετε γι’ αυτούς που ανήκουν στις γραφές! Του λέω: Όχι, παιδί μου, δεν έγινα Ιώβ γιατί το «Ιώβ» το διαβάζω ανάποδα. Και του είπα ότι το ΙΩΒ ανάποδα διαβάζεται ΒΟΗ!

  • Υπάρχουν κάποιες σήμερα στην ελληνική ποίηση;

Μιλώντας για την Ελλάδα, μιλάω πάντοτε υπέρ των Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών. Θυμάμαι την εποχή του Κοσμά του Αιτωλού, όπου οι Έλληνες ήταν μια χούφτα και μαθαίνανε τα παιδάκια ελληνικά γράμματα σ’ ένα σπήλαιο. Και σκέφτομαι πως αν ο Κοσμάς ο Αιτωλός ξυπνούσε και έβλεπε όλο αυτό το πλήθος των ελληνικών βιβλίων, των γραμμένων στην ελληνική, θα ήτανε μέσα στη χαρά, μέσα στη ζωή. Ότι, δηλαδή, η ελληνική γλώσσα – άσχετα από το τι γράφουν – έχει πολλή διάδοση μέσα στα λίγα αυτά χρόνια ζωής του ελληνικού κράτους. Έχει δικά της βιβλία, βιβλιοθήκες, συγγραφείς. Δεν είναι μια γλώσσα που δεν έχει γραφή!

  • Αν δεχτούμε ότι στη σύγχρονη ελληνική ποίηση επικρατούν κάποιες τάσεις, αυτές νομιμοποιούνται από το μεταβατικό χαρακτήρα της εποχής μας;

Η γραπτή παράδοση είναι μια παράδοση που ενυπάρχει μέσα στην παράδοση της ελληνικής γλώσσας. Βέβαια, η γραπτή παράδοση δεν ζει πολύ γιατί καταστρέφεται. Βιβλιοθήκες ολόκληρες κάηκαν στις επαναστάσεις και στα κινήματα. Ψάχνουν να βρουν βιβλία που έχουν γραφτεί και δεν τα βρίσκουν.

  • Η δική σας ποίηση εντάσσεται σε κάποια «σχολή» ή «τάση»;

Νομίζω, όχι! Εγώ δεν λέγομαι «ποέτ» γαλλικά. Λέγομαι «ποιητής» ελληνικά…

  • Οι νέοι ποιητές μας πειραματίζονται;

Οι νέοι ποιητές υπάρχουν πάντοτε. Μια ομάδα νέων που θέλει να εκφραστεί ποιητικά, από διάφορες αιτίες προωθούμενη, μπορεί να γράψει και να εμφανίσει ποίηση. Εγώ σας λέω ότι ένας ποιητής μπορεί να επιβάλει ένα νέο τρόπο ποίησης μόνος του, χωρίς την αναγνώριση κριτικής.

  • Έχει σήμερα αποκρυσταλλωθεί ένα τέτοιο ποιητικό ύφος που ν’ αντιπροσωπεύει την αγωνία και την ψυχική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου;

Η ελληνική ποίηση είναι ένα όνομα. Κι αυτό το όνομα που περιλαμβάνει όλα τα ονόματα των ποιητών είναι ένα. Έχουμε μια σειρά ποιητών μιας εποχής και λέμε: το «Τριάντα» ήταν ένα όνομα και γράφει την ποίηση της εποχής του ’30. Η μούσα είναι μία με πολλούς ποιητές.

  • Γιατί ζωγραφίζετε;

Επειδή η γραφή στο ρήμα «ζωγραφίζω» βρίσκεται ανάμεσα σε δυο «ζω»: Ζω-γραφη-ζω!

  • Δεν σας καλύπτει η ποίηση;

Η ιστορία είναι αν εγώ καλύπτω την ανθρωπότητα μόνο με τα γράμματα. Υπάρχουν και τα χρώματα και τα αρώματα, όπως λέει κι ένα τραγούδι μου.

  • Ήταν αποτελεσματική η μελοποίηση για την ποίησή σας;

Συνθέτες μ’ έχουν μελοποιήσει πολλοί και νομίζω ότι επανερχόμαστε, με τη μελοποίηση του ποιητή από συνθέτη, στην πρώτη μορφή της ποίησης. Του Ομήρου οι ωδές τραγουδήθηκαν πρώτα. Της αρχαίας τραγωδίας τα χορικά, το ίδιο. Κάποτε ήταν μαζί η ποίηση και η μουσική. Δεν ήταν ξεχωριστά πράγματα. Ήτανε ενωμένες.

  • Γιατί συχνάζετε στο «Μπραζίλιαν»;

Μα εκεί πίνουμε καφέ. Είναι το καφενείο της γειτονιάς μας!

  • Γιατί είστε ολιγογράφος;

Η ποίησή μου ακολουθεί τα γεγονότα της ίδιας της ζωής. Η αναγκαιότητα της ποίησής μου βαδίζει με την αναγκαιότητα της ίδιας της ζωής. Σα να λέμε, η ποίησή μου έχει μια τάση του συγχρόνου. Το σύγχρονο γεγονός, η σύγχρονη αιτία, με κάνει ώστε να μπορώ να γράψω ένα ποίημα. Η ποιητική ιδέα γεννιέται από την πραγματικότητα.

  • Το αναγνωστικό κοινό της ποίησης τι είδους είναι;

Οι αναγνώστες της ποίησης είναι ποικίλων ειδών. Αυτός που θα σκύψει στα γραφτά του ποιητή είναι δύσκολο να βρεθεί. Όμως ο πιο αδαής αναγνώστης θα πάρει μια οσμή πνευματική που θ’ αυξάνεται ανάλογα με τις δυνάμεις προς ανάγνωση που διαθέτει.

  • Πρέπει η ποίηση να είναι δύσκολη;

Η ποίηση είναι δύσκολη ανάλογα με τη στάση ή την πνευματική καλλιέργεια του αναγνώστη. Βρίσκει κανείς ποιητή που δεν έχει ποτέ δημοσιεύσει κι όμως είναι ποιητής. Ένα δημοσιογράφο που γράφει σε μια εφημερίδα. Στους δημοσιογράφους βλέπεις αριστουργήματα, διαμάντια στίχων. Μάλιστα, σκέφτομαι κάποτε ν’ ασχοληθώ, να κάνω μια αποδελτίωση φράσεων από τα γραφτά των δημοσιογράφων – γράφεται ένα ποίημα!

  • Μα, νομίζω ότι κάνατε μια φορά ένα τέτοιο «ποίημα» και το δημοσιεύσατε στο «Χρονικό»…

Ναι. Ήταν ένα κολάζ από φράσεις που βρήκα σ’ εφημερίδες. Η ποίηση υπάρχει εκεί όπου υπάρχει και γραφή. Ταμπέλες ακόμα ή αφίσες που είναι καθαρά ποιητικές.

  • Τι μπορεί να προσφέρει η ποίηση στους χαλεπούς καιρούς μας;

Η εφημερίδα σας πώς λέγεται;

  • «Εξόρμηση»…

«Εξόρμηση»! Ε, μπορεί να προσφέρει μια εξόρμηση προς το πνεύμα, προς την ιδέα, προς την κοινωνική ζωή και μάλιστα αν η εξόρμηση αυτή της ποίησης είναι ωραία, τότε μπορεί να λέγαμε το περιλάλητο… εδώ και τώρα! Όταν ένας νέος διαβάζει ποίηση, εξορμά – έχει μια αυθόρμητη εξόρμηση προς τις ιδέες, την τέχνη, τον άνθρωπο…

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Ο Μιχάλης Κατσαρός εμφανίζεται στα γράμματά μας γύρω στα 1949. Εκδίδει το περιοδικό Στόχος και βγάζει με μια παρέα της εποχής (1947) το περιοδικό Θεμέλιο – κυκλοφόρησε μονάχα ένα τεύχος. Κατά το 1975 θα εκδίδει για ένα διάστημα το περιοδικό Σύστημα. Οι ποιητικές συλλογές που έβγαλε είναι: Μεσολόγγι (1949), Κατά Σαδδουκαίων (1953), Οροπέδιο (1956), Σύγγραμμα, Πρόβα και ωδές (1975), Ενδύματα (1977), Αλφαβητάριον / Ποιήματα Α-Ω (1978), Ονόματα (1980), 3Μ 3Μ 6Μ (1981). Επίσης, τα πεζά: Πας-Λακίς-MICHELET (1973), Το Χρονικό του Μορέως (1974), Σύγχρονες μπροσούρες (1977), Δέκα άρθρα ελευθέρων κομμουναρίων και Το κράτος εργοδότης (1978). Από το 1981 και δώθε οι εκδότες, κατ’ επανάληψη, εκδίδουν τα βιβλία του. Εδώ και πολλά χρόνια ζωγραφίζει και εκθέτει έργα ζωγραφικής και εικόνες.

[Εξόρμηση, 19-20 Ιουνίου 1982]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s