ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ: Οι νέοι ποιητές είναι περισσότερο παραδοσιακοί απ’ όσο νομίζουν

Standard

Η ποιήτρια Τζ�νη Μαστοράκη

«Το ζητούμενο είναι, στην ουσία, ένα κοινό που να ξέρει να διαλέγει. Και το κοινό αυτό δεν το φτιάχνουν οι εκδότες αλλά η παιδεία…».

Ένας λόγος που δεν χρειάζεται αποδείξεις για να καταδειχτεί η δύναμή του. Μιλάει η νέα ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη, με την οποία κλείνουμε την έρευνά μας για την ποίηση.

  • Η πρώτη ερώτηση αναφέρεται στον εκδοτικό πληθωρισμό, στην ύπαρξη ή όχι αναγνωστικού κοινού και στο κατά πόσο επηρεάζει την εκδοτική κίνηση ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.

Απαντώ στις ερωτήσεις και μόνο στα σημεία που με αφορούν – ή αλλιώς, στα σημεία όπου έχω κάτι να πω. Εκδοτικός πληθωρισμός υπάρχει, μα δε νομίζω πως φταίει για όλα όσα του καταλογίζουν. Φοβάμαι, μάλιστα, πως πολλοί από μας που γκρινιάζουμε για «αποπροσανατολισμό», «σύγχυση» κ.λπ., θα θέλαμε κατά βάθος να απαγορευτούν σύμπασες οι μη ποιητικές εκδόσεις και να μνημονεύουμε Σολωμό και Παπαδιαμάντη. Φοβάμαι επίσης πως το ευχόμαστε εμείς ακριβώς που τους ανακαλύψαμε γύρω στα τριάντα μας, αφού πρώτα τους μισήσαμε δεόντως από το σχολείο, όπου μας τους δίδαξαν υποχρεωτικά. Το ζητούμενο είναι, στην ουσία, ένα κοινό που να ξέρει να διαλέγει. Και το κοινό αυτό δεν το φτιάχνουν οι εκδότες αλλά η παιδεία, που και κάποιο αισθητήριο θα του διαμορφώσει, και σωστά ελληνικά θα του μάθει, για να μπορεί να προτιμά – στην ανάγκη – ένα καλογραμμένο αστυνομικό βιβλίο παρά τον μεγάλο κλασικό που ατύχησε εν μεταφράσει. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο φοιτητόκοσμος είναι ο κατεξοχήν καταναλωτής των «καλών» βιβλίων, λέει από μόνο του πολλά. Όσο για τις «αποπροσανατολιστικές» μόδες, απ’ όπου κι αν έρχονται, θα έρθουν έτσι κι αλλιώς και θα τις περνάμε εποχικά σαν παιδικές αρρώστιες. Μην ξεχνάμε όμως, ότι τα βλακώδη «μπεστ-σέλερ» του εξωτερικού, που πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα, δεν έβλαψαν ποτέ κανένα σημαντικό βιβλίο ούτε λυμάνθηκαν το ζωτικό του χώρο.

  • Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι καθημερινά σχεδόν κυκλοφορούν ποιητικά βιβλία 25-30 σελίδων;

Τα πράγματα είναι αρκετά απλά. Οι ποιητικές συλλογές έχουν μικρό κόστος (τόσο που να καλύπτεται από τις οικονομίες του ενδιαφερόμενου), και υπάρχουν πάντα εκδότες πρόθυμοι να τις βγάλουν με το αζημίωτο ή, στη χειρότερη περίπτωση, κάποιος τυπογράφος. Βέβαια, τα περισσότερα απ’ αυτά τα βιβλία δεν έχουν τίποτα να πουν, αλλά δικαίωμά τους αναφαίρετο είναι να εκφράζουν εντύπως, έστω κι αυτό το λίγο, το αδιέξοδο ή το ξαναμασημένο. Ένας στους χίλιους να ξεχωρίσει, πάλι κέρδος θα είναι. Και ύστερα, κι εμείς κάπως έτσι ξεκινήσαμε.

  • Μήπως οι σημερινοί ποιητές βλέπουν την ποίηση σαν μια κλειστή υπόθεση, δηλαδή υπόθεση κάποιων υποψιασμένων (φίλων, παρέας κ.λπ);

Η ποίηση είναι κλειστή υπόθεση, ακόμη κι όταν δεν το βλέπουμε. Ένα σωρό άλλα πράγματα εκτελούν πια τις δημόσιες λειτουργίες της, γι’ αυτό – με μοναδικές εξαιρέσεις την περιέργεια που ξεσηκώνει ένα Νόμπελ ή το τραγούδι που αναμεταδίδουν τα μεγάφωνα κάποιου εκλογικού κέντρου – ο κόσμος δεν φαίνεται να τη χρειάζεται.

  • Είναι η «δύσκολη» ποίηση αληθινή ποίηση;

Δεν ξέρω τι θα πει δύσκολη και εύκολη ποίηση, ούτε αληθινή και ψεύτικη. Όλοι, από τον πρώτο ώς τον τελευταίο, εκφράζουν με τα γραφτά τους – ακόμα και με την «πόζα» τους – την προσωπική τους αλήθεια. Κι αυτήν κανένας δεν έχει δικαίωμα να την αμφισβητήσει.

  • Οι πειραματισμοί των τελευταίων χρόνων κατάφεραν ν’ αποκρυσταλλώσουν ποιητικό ύφος τέτοιο που ν’ αντιπροσωπεύει την αγωνία ή την ψυχική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου;

Αυτά τα «τελευταία χρόνια» είναι πολύ λίγα για να μιλήσουμε για «αποκρυστάλλωση». Απλώς, τσαλαβουτάμε – αν αυτό θα πει «πειραματισμός» – στα βαθιά ή στα ρηχά, και με τρόπο που εκφράζει αρκετά καλά τον κατακερματισμό της εποχής.

  • Έχουμε κριτική και ποια η συμβολή της στο ξεκαθάρισμα της ποιότητας μέσα στο χάος της ποσότητας;

Η ερώτηση με μπερδεύει – όσο και οι απαντήσεις που διαβάζω κατά καιρούς σε παρόμοιες ερωτήσεις άλλων εντύπων. Παραπονιόμαστε, κατά κανόνα, πως δεν υπάρχει Κριτική (με κεφαλαίο Κ, εννοείται), αλλά αποφεύγουμε επιμελώς να εξηγήσουμε πώς, τέλος πάντων, την εννοούμε. Σίγουρα, δεν ασκείται συστηματικά κριτική «ευρωπαϊκών προδιαγραφών» (με τον ζητούμενο «εκπαιδευτικό» χαρακτήρα – εκπαιδευτικό, προπάντων, για τον ίδιο τον δημιουργό). Ελπίζω, ωστόσο, όταν την αποκτήσουμε κάποτε, να έχουμε αποκτήσει στο μεταξύ και την ανάλογη νοοτροπία για να δεχτούμε τα όσα «παιδευτικά» θα έχει να μας υποδείξει και να αφήσουμε κατά μέρος τη στερεότυπη αντίσταση: με διάβασε αλλά δεν με κατάλαβε! Δεν λέω, ευχής έργο θα ήταν να έχουμε από δέκα, τουλάχιστον, μελέτες για κάθε συγγραφέα, ζώντα και τεθνεώτα, και να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Και πάλι, όμως, το γεγονός ότι μερικοί πέρασαν επιτέλους στα σχολεία και στα πανεπιστήμια είναι μια καλή αρχή, γιατί αυτή η δοκιμασία μετράει κι όχι τα αποκόμματα που μαζεύει ο καθένας για το αρχείο του. Αν πάλι, λειτουργία της κριτικής είναι να επισημάνει και να ενθαρρύνει με δυο καλές κουβέντες ( και εδώ παίζεται, μάλλον, όλο το παιχνίδι), τότε έχουμε κριτική είτε δημοσιογραφική σε μερικές εφημερίδες είτε ιεραποστολική (άμισθη, δηλαδή) στα λογοτεχνικά περιοδικά. Στο πρώτο σκέλος της πάσχει καταφανώς, και, κατά κύριο λόγο, αντικατοπτρίζει μόνο το χάος των νέων εκδόσεων, αντί να ξεδιαλέγει. Αλλά αυτό είναι πρόβλημα των εφημερίδων. Στο δεύτερο σκέλος, η εθελοντική προσφορά μερικών νομίζω πως δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο.

  • Είναι παραδεκτό ότι έχουμε μια μεγάλη και ουσιαστική ποιητική παράδοση. Μπορούμε να πούμε ότι οι νέοι συνεχίζουν σήμερα αυτή την παράδοση;

Οι «νέοι» ποιητές είναι περισσότερο παραδοσιακοί απ’ όσο νομίζουν. Ακόμη και τα τολμηρά τους άλματα – όταν γίνονται – τους οδηγούν πάλι στο μεγάλο ρεύμα, από το οποίο δεν είναι εύκολο ν’ αποκοπούν, είτε τους αρέσει είτε όχι. Για τη δική μου συμμετοχή δεν έχω να πω τίποτε. Είμαι μεταφράστρια και γράφω πού και πού κανένα ποίημα – σε ώρα ανάγκης.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Η Τζένη Μαστοράκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Βυζαντινή και Μεσαιωνική Φιλολογία. Πρωτοεμφανίστηκε το 1971 στην Ποιητική Αντι-Ανθολογία του Δ. Ιατρόπουλου με την πρωτόλεια συλλογή Το Συναξάρι της Αγίας Νιότης. Ακολούθησαν τα Διόδια (1972) και το Σόι (1978), καθώς και οι μεταφράσεις Τζ. Ντ. Σάλιντζερ Ο φύλακας στη σίκαλη, Άπτον Σίνκλαιρ Η ζούγκλα, Τζόρτζιο Μπανγκανέλλι Ατελεύτητο, Κάρσον Μακ Κάλερς Πρόσκληση σε γάμο, Χάινριχ Φον Κλάιστ Οι μαριονέτες και Η σπασμένη στάμνα.

[Εξόρμηση, 31 Ιουλίου-1 Αυγούστου 1982]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s