ΠΕΤΡΟΣ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ: Η ενηλικίωση ενός «Ανήλικου»!

Standard

Η φωτογραφία απροέρχεται από τις ΣΤΙΓΜΕΣ, το Κρητικό περιοδικό [http://stigmes.gr]

«Όλες οι κριτικές για τους Ανήλικους ήταν καλές. Αλλά νομίζω ότι ακόμα είμαι σε μια περίοδο χάριτος. Μικρό παιδί είναι, να μεγαλώσει κι ύστερα βλέπουμε – είπανε. Ε, δεν την παίρνει κανείς στα σοβαρά μια τέτοια κριτική. Πάντως με αντιμετώπισαν με συγκατάβαση και καλοσύνη, ακριβώς γιατί ήμουν μικρός…».

Όντας ανήλικος, λοιπόν, ο Πέτρος Τατσόπουλος έγραψε τους Ανήλικους κι ήταν μια ελπιδοφόρα παρουσία στο χώρο της πεζογραφίας μας. Ένα ξάφνιασμα ίσως που «έπρεπε» να αντιμετωπιστεί με την ανάλογη συγκατάβαση.

Μια ιστορία πέντε νέων παιδιών, στα πρώτα χρόνια μετά τη δικτατορία. Ο νεαρός συγγραφέας θα καταγράψει τη διαδικασία εισαγωγής και ένταξης αυτών των ανθρώπων στον κόσμο των ενηλίκων, με βιώματα που είναι σε μεγάλο βαθμό προσδιορισμένα από την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο – δηλαδή, τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Είναι πολύ εμφανής η έντονη κομματικοποίηση που επικρατούσε τότε και που οδήγησε σε κάποιες απογοητεύσεις. Οι Ανήλικοι είναι μάλλον ένα επικό βιβλίο γιατί μέσα εκεί υπάρχει οργή, αγωνιστική διάθεση κι ένα εφηβικό ξέσπασμα που καταλήγει, βέβαια, στο τέλος σε κάποιες πρώτες ενδείξεις απογοήτευσης κι εκεί σταματάει και το βιβλίο.

«Το Παυσίπονο – μας λέει ο Πέτρος Τατσόπουλος, σε μια συνέντευξη που μάλλον φιλική κουβέντα θα λεγόταν – είναι, κατά κάποιο τρόπο, η ενηλικίωση των «ανηλίκων». Με διαφορετικούς ήρωες και διαφορετικό μύθο. Παρακολουθούμε ανθρώπους από κει που τους είχαμε αφήσει – δηλαδή, τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής τους. Ξεκίνησε από ένα επιμέρους γεγονός. Συγκεκριμένα, από μια έκτρωση – αυτός ήταν και ο πρώτος τίτλος που είχα σκεφτεί για το βιβλίο. Το βίωμα όμως αυτό, στην τελική μορφή του μυθιστορήματος, δεν έπιασε παρά έναν ελάχιστο χώρο. Δεν ενδιαφέρθηκα μόνον ν’ ακουστεί η φωνή αυτών των νέων ανθρώπων αλλά ν’ ακουστεί και η φωνή των ανθρώπων που τους περιέβαλαν είτε ήταν γονείς είτε ήταν κράτος. Το Παυσίπονο αναφέρεται σε μια μεταβατική περίοδο. Είναι αυστηρά καθορισμένη η δράση του μέσα σ’ ένα χρόνο – στο 1979, το τέλος μιας δεκαετίας – σε μια περίοδο που, θα ‘λεγα, τίποτα δεν είναι αγνό και ξεκάθαρο, όπως στο παρελθόν, που οι ιδεολογίες έχουν χάσει την παρθενιά τους και την αίγλη τους σε μεγάλο βαθμό και που επικρατεί μια πλήρης σύγχυση ιδεών. Ταυτόχρονα υπάρχει μια τάση, σε εθνικό επίπεδο, μιας χώρας που βγαίνει από μια δικτατορία δυτικού τύπου κι όπου η σύγχυση υπάρχει και σ’ αυτό το επίπεδο. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν καθηλωθεί σε μια ακατάσχετη συνομωτολογία και χαφιεδολογία και πιστεύουν ότι το αστυνομικό κράτος της δικτατορίας συνεχίζει να τους διώκει κι ότι είναι στο επίκεντρο των πολιτικών κινητοποιήσεων και των επαναστατικών εξελίξεων και δεν θέλουν να δεχτούν ότι περιθωριοποιούνται κι ότι δεν παίζουν πια το ρόλο που αυτοί θα θέλανε να παίξουν. Απ’ την άλλη μεριά υπάρχει ένας κρατικός μηχανισμός καταστολής που κι αυτός βρίσκεται σε σύγχυση, διότι τα ξεκάθαρα πράγματα που θα έπρεπε να διώκει και στην περίοδο της δικτατορίας και πριν απ’ αυτήν, τώρα είναι πολύ πιο μπερδεμένα. Και, εξάλλου, δεν έχει την ασυδοσία εκείνης της περιόδου. Όλη αυτή τη ρευστότητα εκείνης της περιόδου, ταυτόχρονα με το θάνατο κάθε αυταπάτης αυτών των ανθρώπων, προσπαθώ να καταδείξω στο Παυσίπονο. Η κεντρική ηρωίδα, μετά από το θάνατο κάθε αυταπάτης, θα διαλέξει σαν τελικό παυσίπονο το θάνατο – θ’ αυτοκτονήσει. Αλλά ο παράλληλος κεντρικός ήρωας, ο αφηγητής αυτής ιστορίας, θα προτιμήσει σα δικό του παυσίπονο την κατανόηση, σ’ όποιο βαθμό μπορεί, όλων αυτών των πραγμάτων. Βέβαια, ο θάνατος της κοπέλας θα του μείνει, στο τέλος, και λίγο ανερμήνευτος. Αυτή η κοπέλα δεν πέθανε για ένα συγκεκριμένο λόγο – δεν ήταν ο άνθρωπος που θ’ αυτοκτονούσε από ερωτική ή πολιτική απογοήτευση – πέθανε για ένα συνδυασμό πραγμάτων, για ένα κόσμο που της δόθηκε να τον δεχτεί ή να τον απορρίψει στο σύνολό του και τον απέρριψε. Κάτι που έγινε δεχτό από την κοινωνία, αφού δεν την ενόχλησε ιδιαίτερα ο θάνατος της κοπέλας…».

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αφηγητής μπορεί να είναι ο συγγραφέας, που θα τονίσει ιδιαίτερα ότι περισσότερη ανάγκη έχουμε να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα παρά να εκδώσουμε μια δικαστική απόφαση.

Είναι φανερό ότι η κουβέντα του Τατσόπουλου αποπνέει μια ωριμότητα μοναδική για την ηλικία του, δύσκολη για τους καιρούς μας. Είναι όμως αποτέλεσμα μιας πορείας, μέσα από τις συμπληγάδες μιας εποχής, που «τρώει» τα παιδιά της. Πρέπει να ‘σαι δυνατός για να επιζήσεις. Οι ανησυχίες να μη μείνουν μονάχα ανησυχίες, αλλά να μεταλλαχθούν σε προβληματισμούς γόνιμους.

«Εγώ ήμουνα κακός στα Αρχαία και στα Λατινικά – στα νοήματα όχι, ήξερα την Αντιγόνη τι έλεγε κ.λπ. Ήμουνα κακός στο Συντακτικό. Δεν μπορούσα να δώσω στο Νομικό κύκλο. Κι όπως όλα τα καλά παιδιά, που δεν μπορούν να δώσουν το Νομικό κύκλο, δίναμε στον Οικονομικό κύκλο. Και τότε – είμαστε στο ’77, πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση – υπήρχε ένα πράγμα, το λέγανε Πολιτική Οικονομία, το οποίο για μας ήτανε θρησκεία, το παν. Έλεγες Πολιτική Οικονομία και μαρξισμό και γέμιζε το στόμα σου. Πιστεύαμε ότι θα βγούμε και θα γίνουμε καλοί οικονομολόγοι από τις σχολές του Οικονομικού κύκλου της Ελλάδας! Έδωσα, λοιπόν, στο Οικονομικό αλλά για μισή μονάδα δεν μπήκα. Βρέθηκα στη Βιομηχανική. Εκεί μ’ ενδιαφέρανε τα μαθήματα που δεν ενδιαφέρανε κανέναν άλλο. Κάτι δίκαια, κάτι κοινωνιολογίες, οτιδήποτε δεν ήταν οικονομικό. Την παράτησα. Πήγα κι έγινα κοινωνικός λειτουργός. Άλλη αυταπάτη κι αυτή. Λοιπόν, νέα απογοήτευση. Έτσι έδωσα εξετάσεις και πέρασα στο Β΄ έτος της Παντείου. Προς το παρόν μ’ αρέσουν οι Πολιτικές Επιστήμες. Άσχετα αν η Πάντειος έχει κάτι φοιτητές που να τραβάς τα μαλλιά σου. Είναι η τσόντα – ό,τι περισσεύει από τις άλλες σχολές…».

  • Η συγγραφική σταδιοδρομία του Πέτρου Τατσόπουλου ξεκίνησε απλά.

Μ’ άρεσε να γράφω…

  • Και πώς κατέληξε να γράφει κοινωνικό μυθιστόρημα;

Μ’ ενδιέφερε πάντα το κοινωνικό μυθιστόρημα – οι σχέσεις των ανθρώπων. Πώς επηρεάζουν ή επηρεάζονται, γιατί κάνουν αυτό ή εκείνο. Από κει και πέρα δεν δεσμεύομαι με οποιοδήποτε άλλο είδος, που σε άλλους καιρούς, ίσως να με εκφράζει περισσότερο…

  • Δίχως οίηση ούτε τη σχετική μετριοφροσύνη, θ’ αναφερθεί στο «χρέος» του συγγραφέα:

Προτιμώ έναν καλό συγγραφέα κλεισμένο στον γυάλινο πύργο του από έναν άλλο που δήθεν συμμετέχει στην κοινωνική ζωή αλλά είναι κακός συγγραφέας. Δυστυχώς οι κακοί δεν είναι περιορισμένοι σε μια παράταξη ή σ’ ένα αισθητικό κίνημα της λογοτεχνίας. Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι φορμαλιστές ή οι σουρεαλιστές ήταν κακοί κι ότι αυτοί που ακολουθούν το κοινωνικό μυθιστόρημα είναι καλοί – όχι! Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι οπαδοί της άποψης τού να μην είναι κάποιος κλεισμένος στον γυάλινο πύργο του, αλλά να συμμετέχει στα κοινωνικά προβλήματα, οδήγησαν σ’ ένα τερατούργημα που λέγεται σοσιαλιστικός ρεαλισμός και που δεν διαβάζεται πια από κανέναν. Η ποιότητα είτε στο χώρο του αισθητισμού είτε στο χώρο του κοινωνικού μυθιστορήματος είναι το χρέος του συγγραφέα. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν ένα έργο είναι δυσνόητο ή ευκολονόητο ούτε πιστεύω ότι είναι υποχρέωση του συγγραφέα να γράφει ευκολονόητα. Χρέος του είναι να γράφει αυθεντικά, όπως σκέφτεται…

  • Αυτό σημαίνει ότι δεν σ’ ενδιαφέρει το πλατύ κοινό;

Όχι. Μ’ ενδιαφέρει γιατί γράφω κοινωνικό μυθιστόρημα. Αν λιποτακτήσω απ’ αυτό και πάω κάπου αλλού τότε ίσως να μην μ’ ενδιαφέρει κανένας. Πιστεύω ότι είναι πολλή υποκρισία το να βγάζει κάποιος βιβλίο είτε μόνος του είτε από έναν εκδοτικό οίκο και να πει μετά: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να με διαβάζουν»! Τότε γιατί εκδίδεται και δεν το κρατάει στο συρτάρι του ή δεν το μοιράζει στους φίλους του; Αυτό, επιπλέον, δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνουμε και δέσμιοι των γούστων του κοινού.

  • Γιατί ακολουθείς τον παραδοσιακό τρόπο γραφής;

Δεν επιδιώκω να πρωτοτυπήσω πάση θυσία. Θεωρώ ακόμα τον εαυτό μου αρκετά άσχετο για να προχωρήσω. Νομίζω ότι περισσότερο πρέπει να καταναλώσω τα παραδοσιακά είδη για να μιλήσω – αν μπορέσω – για κάποιου είδους πρωτοτυπία, παρά να ξεκινήσω ανάποδα, δηλαδή να γράψω στα παλιά μου τα παπούτσια την παράδοση.

  • Πώς βλέπεις τους διανοούμενους του τόπου;

Είναι περίεργο το κύκλωμα των διανοουμένων στην Αθήνα. Σίγουρα δεν είναι ένα το κύκλωμα. Υπάρχουν δεκάδες ομάδες και ομαδούλες κι αυτό που τους χαρακτηρίζει είναι ένας επαρχιωτισμός και μια εμπάθεια. Οι διαπροσωπικές σχέσεις παίζουν τεράστιο ρόλο. Έχω συζητήσει με συγγραφέα που μου έχει καταδικάσει κάποιον άλλον, όχι γιατί τον διάβασε αλλά γιατί κάποιος τρίτος που τον επαίνεσε είχε προηγουμένως γράψει κακή κριτική για τον ίδιο!

  • Η νεολαία σήμερα διαβάζει;

Δυστυχώς, η νεολαία σήμερα δεν διαβάζει καθόλου. Αυτή όμως τη νεολαία την έχουμε μυθοποιήσει κι αυτό είναι εξίσου κακό με το να λέει κανείς «τα τσογλάνια με τις μηχανές»! Και τα δυο είναι λάθη. Βέβαια, αυτοί που έχουν μηχανές δεν είναι «τσογλάνια». Κάτι λένε με τον τρόπο τους, άσχετα αν το καταλαβαίνουν ή όχι οι άλλοι. Πάντως, η νεολαία δεν διαβάζει. Τσιμπολογάει. Διαβάζει ίσως περισσότερο αλλά μελετάει λιγότερο. Ημιμάθεια των πάντων. Κι αυτή χαρακτηρίζει, νομίζω, περισσότερο τη δικιά μου γενιά που, κάποια στιγμή, πέσαμε με τα μούτρα στα πολιτικά βιβλία. Τώρα δεν ενδιαφέρονται. Η εικόνα κυριαρχεί.

  • Πού το αποδίδεις αυτό;

Υπάρχει ένας εθισμός προς την ευκολία. Η εικόνα είναι εύκολη. Το να μην έχεις συμμετοχή και να είσαι απλά δέκτης, είναι εύκολο πράγμα. Τώρα γίνεται βομβαρδισμός ερεθισμάτων. Τα πάντα μπορούν να δουν και να κάνουν και δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τίποτα.

  • Υπάρχει κάποιο στοιχείο χαρακτηριστικό που ν’ αποτελεί και πρόβλημα σοβαρό για τη νεολαία;

Βέβαια υπάρχει κι αυτό το βλέπει κανείς στη γλώσσα που χρησιμοποιούν εκατόν πενήντα λέξεις. Κι αυτή η φτώχεια της γλώσσας, εγώ νομίζω ότι στο απώτερο ίσως μέλλον οδηγεί σε κάποιου είδους ολοκληρωτισμό. Φτώχεια στη συνεννόηση. Αυτό έχει τρομερούς εθνικούς κινδύνους. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν πολιτογραφούνται πολλές ξένες λέξεις στα ελληνικά. Μ’ ενδιαφέρει το γεγονός ότι χάνονται οι ελληνικές λέξεις. Με μια λέξη εννοούν τριάντα πράγματα. Το ρήμα «τη βρίσκω» έχει αντικαταστήσει τουλάχιστον 20-30 ρήματα!

Photo: © E.KE.BI, 2001. Τσουμπλέκας

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Ο Πέτρος Τατσόπουλος γεννήθηκε το 1959 και το πρώτο του βιβλίο, οι «Ανήλικοι», εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Υάκινθος» το 1980. Το δεύτερο βιβλίο του, το Παυσίπονο, εκδόθηκε μόλις πριν λίγες μέρες από την «Εστία». Έχει γράψει μαζί με τον Πανουσόπουλο και τον Δρακονταειδή το σενάριο του φίλμ Οι απέναντι, ενώ τώρα ετοιμάζει μια διασκευή ενός μυθιστορήματος του Κώστα Χατζηαργύρη για μια ταινία του Κωστή Ζώη.

Εργογραφία

Οι Ανήλικοι, μυθιστόρημα. Υάκινθος, 1980. Καστανιώτης, 2001.

Το παυσίπονο, μυθιστόρημα. Εστία, 1982. Σελ. 251. Εστία, 1999, σελ. 251

Κινούμενα σχέδια, διηγήματα. Κέδρος, 1984. Καστανιώτης, 2001.

Η καρδιά του κτήνους, μυθιστόρημα. Εστία, 1987. Καστανιώτης, 2001, σελ. 263.

Η πρώτη εμφάνιση, μυθιστόρημα. Εστία, 1994, σελ. 465.

Ανάλαφρες ιστορίες, διηγήματα. Εστία, 1995. Καστανιώτης, 2001.

Το παιχνίδι των τεσσάρων, μυθιστόρμα (Μαζί με τον Κώστα Μουρσελά, τον Γιώργο Σκούρτη και τον Αντώνη Σουρούνη). Καστανιώτης, 1998, σελ. 298.

Κομεντί, διηγήματα. Καστανιώτης, 1999, σελ. 136.

Πιπέρι στη γλώσσα, δοκίμια. Καστανιώτης, 2000, σελ. 193.

[Εξόρμηση, 25-26 Δεκεμβρίου 1982]

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΠΕΤΡΟΣ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ: Η ενηλικίωση ενός «Ανήλικου»!

  1. η νεολαια σιγουρα δεν διαβαζει νεους ελληνες συγγραφεις

    http://www.arelis.gr
    περιεχει το σκανδαλιστικο ερωτονομικον που δεν αρεσε σε καμια ομαδα συγγραφεων και σοκαρε με το προκλητικο του σεξουαλικο περιεχομενο[bonus track νεα υορκη ολυμπια καιεκθεση ορθοδρομης αναδρομιας]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s