ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΙΜΙΤΖΗΣ: «Γράφεις, ναι, αλλά… τι δουλειά κάνεις;»

Standard

«Φίλοι, είπε ο αρχηγός των δούλων, μόνο μια μεγάλη ανακάλυψη μας έσωσε. Ότι, εκτός από δούλους, μας χρειάζονται και για καταναλωτές»!

Πρόκειται για ένα από τα Διηγήματα του νυχιού, όπως τα ονομάτισε ο συγγραφέας τους Αντώνης Σιμιτζής και που έρχονται σαν μια κάποια συνέχεια εκείνων των διηγημάτων «της απαλάμης», που για πρώτη φορά κυκλοφόρησαν το ’66 και, πριν από λίγες μέρες, ξαναβγήκαν σε δεύτερη έκδοση.

Παρά τον τίτλο τους, όπως έγραφε κάποτε κι ο Βάσος Βαρίκας, τα διηγήματα του Σιμιτζή δύσκολα θα μπορούσαν να ενταχθούν στην περιοχή της αφηγηματικής πεζογραφίας. Έχουμε, στ’ αλήθεια, μπροστά μας ένα συγγραφέα – είδος μοραλίστα, που εκφράζει τις απόψεις του, τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις του για την κοινωνία και τον άνθρωπο πότε με μύθους, άλλοτε με στιγμιότυπα κι όχι σπάνια με «ανέκδοτα» και αποφθέγματα: «Στην αρχή μιλούσα μόνον εγώ. Ύστερα μίλησε κι εκείνη. Τώρα δεν μιλάει πια κανείς».

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Αντ. Σιμιτζής επιχειρεί την ανατομία της σύγχρονης ζωής. Ένα πλήθος στοχασμών στοιχειοθετούν την παρατηρητικότητα και τη γυμνασμένη σκέψη του που απορρέει από την προσωπική εμπειρία ζωής.

Ο Καπιταλιστής – απ’ τα πιο σημαντικά βιβλία του Σιμιτζή – είναι μια σάτιρα που λέει ότι με το σιγοντάρισμα των νόμων και χωρίς να τους παραδεί ποτέ ένας άνθρωπος που έχει πολλά χρήματα μπορεί να κάνει οποιοδήποτε κακό. Λέει ο συγγραφέας:

«Τα τεχνάσματα του Γιάννη Μπαστούνη, δηλαδή του καπιταλιστή, είναι πρωτοφανή, ευφυή και παροιμιώδη. Χρησιμοποιώντας τεράστια χρηματικά ποσά, μεγάλα διαφημιστικά κόλπα και απίστευτους τρόπους νόμιμης καταπίεσης, καταφέρνει να εξαγοράσει τα πάντα από τους κατοίκους μιας επαρχιακής πόλης. Τις περιουσίες τους, τα σώματά τους, τους πεθαμένους συγγενείς τους, τη σκέψη τους την ίδια και φεύγει αφήνοντάς τους μουτζουρωμένους, μ’ ένα ανεξίτηλο μελάνι, για την τελική φάση της συνειδητοποίησης του κακού που προξενεί ο συσσωρευμένος πλούτος και μια όποια νόμιμη διαδικασία χρησιμοποίησής του».

Ο Καπιταλιστής ήδη ετοιμάζεται και σαν σίριαλ θα προβληθεί από την τηλεόραση. «Δεν θα γινότανε σίριαλ ποτέ, αν δεν άλλαζε η κυβέρνηση. Θα έμενε 130 χρόνια στο ντουλάπι! Έπρεπε ν’ αλλάξει η κατάσταση…».

Κάτι, λοιπόν, ο Καπιταλιστής, κάτι τα Διηγήματα της απαλάμης, κάτι η Ερήμωση, ένα μυθιστόρημα που θα κυκλοφορήσει σύντομα με θέμα του τις αιτίες που μεταξύ 1950 και 1955 δημιούργησαν τη μεγάλη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, ο συγγραφέας Αντώνης Σιμιτζής να ’τον στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Αλλά, πιο πολύ, δεν μιλάει για τα βιβλία του – μιλάει για τα προβλήματα του συγγραφέα, για την κατάσταση στο χώρο του βιβλίου, τους εκδότες, το κοινό, τη θέση του κράτους… Φυσικά δεν τα βρίσκει ρόδινα. Κάθε άλλο. Ούτε είναι από εκείνους τους αδιόρθωτους της μεμψιμοιρίας που υπονομεύουν συστηματικά και ύπουλα το ηθικό μας. Και υπάρχουν πολλοί απ’ αυτούς.

«Αναμφισβήτητα – θα πει ο Αντώνης Σιμιτζής – το βιβλίο αποτελεί σήμερα αναγκαστικά επιχείρηση γιατί υπάγεται σε πολύπλοκες αναγκαιότητες. Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι είναι συλλογικό βιοποριστικό μέσο. Ναι, αλλά υπάρχουν και κάποια όρια. Είναι αδιανόητο να υπάρχουν οι χονδρέμποροι των βιβλίων και οι συγγραφείς να λιμοκτονούν! Θα πρέπει να φτιάξουμε συγγραφείς που, οπωσδήποτε, να ζουν από το γράψιμό τους. Εγώ γράφω και κάνω και δυο ακόμα δουλειές για να μπορέσω να ζήσω».

Αλλά, ξέρουμε σήμερα ότι οι εκδότες ασκούν μια επιχειρηματική δραστηριότητα και, συνεπώς, για να επιβιώσουν πρέπει να αναπτύξουν την επιχείρησή τους, πετυχαίνοντας όσο το δυνατό περισσότερα κέρδη. Σε σχέση όμως με το συγγραφέα δημιουργούνται κάποια προβλήματα που διαιωνίζουν μια κατάσταση αρνητική γι’ αυτόν.

«Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Ο συγγραφέας δεν γνωρίζει ποτέ πόσα βιβλία βγάζει ο εκδότης και τι ποσοστό χρημάτων πρέπει να πάρει ο ίδιος. Αυτό συνήθως κανονίζεται από τις φιλικές σχέσεις εκδότη και συγγραφέα».

  • Μπορεί να βρεθεί λύση;

Μια λύση είναι η υπογραφή των αντιτύπων. Κι αυτή πρέπει να την επιβάλει το κράτος. Να καθορίσει επίσης και τα ποσοστά ανάλογα με τον κύκλο των πωλήσεων. Αλλά υπάρχουν και κάτι άλλα θέματα. Το βιβλίο πρέπει, πάση θυσία, να είναι φτηνό. Με την εξής όμως επισήμανση: ότι το φτηνό βιβλίο στην εποχή μας δεν πουλιέται…

  • Γιατί δεν πουλιέται;

Διότι όλη η ατέλειωτη σκάλα των μεσαζόντων δεν ενδιαφέρεται για το φτηνό βιβλίο.

  • Και πότε θ’ αρχίσει να πουλιέται το φτηνό βιβλίο;

Θ’ αρχίσει να πουλιέται όταν αρχίσει και η διαπαιδαγώγηση των παιδιών στα σχολεία.

  • Ναι, μα για όλα λέμε ότι προϋπόθεση είναι η βελτίωση της πλειοψηφίας…

Οπωσδήποτε αυτό είναι αρχή. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, που παρεμβαίνει και το επιχειρηματικό κεφάλαιο, πρέπει οπωσδήποτε το κράτος να παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι περισσότεροι συγγραφείς είναι εγκλωβισμένοι στο κυνήγημα του μεροκάματου. Θα έπρεπε όμως να είναι αφοσιωμένοι στο γράψιμό τους. Επιπλέον, το κράτος θα πρέπει να βραβεύει βιβλία και λεφτά να τα παίρνουν οι συγγραφείς και κανένας άλλος. Τα δε βιβλία που βραβεύονται (και αγοράζονται) να πηγαίνουν στα σχολεία.

  • Σήμερα οι συγγραφείς ανταποκρίνονται στα αιτήματα των καιρών – βρίσκονται κοντά στον κόσμο;

Έχω την εντύπωση ότι μια μεγάλη μερίδα δεν γράφει για να πλησιάσει τους ανθρώπους. Δεν γράφει έχοντας απέναντί της τον αναγνώστη. Σα να επιζητούν οι συγγραφείς να πάει ο κόσμος κοντά τους κι όχι αυτοί στον κόσμο – κάτι που θα έπρεπε να γίνεται. Γιατί, μη μας διαφεύγει ότι ο κόσμος είναι μακριά απ’ αυτά που ζουν οι συγγραφείς.

  • Μήπως πάλι παίζει κάποιο ρόλο και το κυνήγι… του μεροκάματου, στο οποίο και συ ο ίδιος αναλώνεσαι;

Πρέπει να πω ότι η δική μου οδύσσεια άρχισε αφότου ξεκίνησα να γράφω. Έχω βγάλει δέκα βιβλία. Και η πρώτη έκδοση έγινε πριν είκοσι χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα ούτε οι συμπατριώτες μου, οι διπλανοί μου στην Αμαλιάδα, δεν ξέρουν ακόμα και σήμερα ότι γράφω, βρε αδελφέ, ότι είμαι συγγραφέας. Σου λένε: «Γράφεις, ναι, αλλά τι δουλειά κάνεις;»! Έτσι, δεν λέω ότι γράφω βιβλία. Λέω πως είμαι μικροπωλητής, καθηγητής…

Πρέπει να χρισθούν οι συγγραφείς από το κράτος – να τους δώσει αξία κι αυτοί να μη δουλεύουνε πάρεργα. Να πάρει την πρωτοβουλία το κράτος και να στέλνει συγγραφείς επί πληρωμή [γιατί όχι;] για να κάνουν διαλέξεις, συζητήσεις. Τώρα το κράτος τον θέλει τον πολιτικό διαφωτισμό. Δεν φοβάται τίποτα. Δεν υπάρχει ανωμαλία, καταπίεση. Δεν πρέπει να φοβάται τους δημιουργούς.

Εδώ, ο κόσμος δεν ξέρει το Βάρναλη! Ή τον Καζαντζάκη πόσοι τον ξέρουν; Μη γελιόμαστε, λίγοι τον ξέρουν! Το καλό βιβλίο δεν φτάνει στο λαό. Κάνει ένα συγκεκριμένο κύκλο. Όσοι θεατές κι αν έρθουν στο Ηρώδειο, είμαστε όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι. Χρόνια ολόκληρα πάω στο Ηρώδειο και βαρέθηκα να βλέπω τα ίδια πρόσωπα… Πώς να το κάνουμε; Υπάρχει τρομακτική απόσταση μεταξύ κειμένων και λαού. Τι να σου κάνει κι αυτός ο λαός! Πολιτική 150 χρόνων της Δεξιάς – η αντι-παιδεία ήταν το έμβλημά της…

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. O Αντώνης Σιμιτζής γεννήθηκε στην Αμαλιάδα της Ηλείας. Έκανε ανώτατες σπουδές στη Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά. Στη συνέχεια πήγε στη Γερμανία όπου έμεινε δεκατρείς μήνες μαθαίνοντας τη γλώσσα και τελειώνοντας μια Σχολή Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1962 με τη νουβέλα του «Ο Γέρος». Από τότε έχει εκδώσει πολλά πεζά διηγήματα, μυθιστορήματα και δοκίμια, ενώ έχει γράψει πολλά θεατρικά έργα από τα οποία 20 περίπου μονόπρακτά του έχουν ανέβει από αθηναϊκές σκηνές. Εμφανίστηκε στην τηλεόραση με 100 επεισόδια σίριαλ και τηλεταινίες όπου έχουν παρουσιαστεί σε διασκευή του ή πρωτότυπα τα εξής μεταξύ άλλων έργα: «Το χρήμα», «Η Μ. Στέφα» του Ξενόπουλου, «Το μπουρίνι» του Καραγάτση, πέντε αυτοτελή έργα στη σειρά Μικρογραφίες, «Προς Οφρύνιο» του Φ. Δρακονταειδή, επεισόδια από τη σειρά «Μικροί Μεγάλοι», «Η λυγερή» του Καρκαβίτσα κ.ά. Τα πεζά του έχουν συμπεριληφθεί σε σημαντικές ανθολογίες ενώ έχει βραβευτεί δύο φορές με Α΄ Βραβείο σε διαγωνισμούς θεατρικών μονόπρακτων και έχει πάρει έπαινο για τρίπρακτο έργο του από το Υπουργείο Πολιτισμού. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας και υπήρξε μέλος στο Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου για πέντε χρόνια.

[Εξόρμηση, 28-29 Αυγούστου 1982]

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΙΜΙΤΖΗΣ: «Γράφεις, ναι, αλλά… τι δουλειά κάνεις;»

  1. ΚΥΡΙΕ ΑΝ.ΣΙΜΙΤΖΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΝ ΣΑΣ ΓΝΩΡΙΖΩ(ΚΑΙ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ Γ’ΑΥΤΟ).ΜΟΛΙΣ ΔΙΑΒΑΣΑ ΣΤΗΝ «ΠΑΤΡΙΣ»ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΣΑΣ.ΕΙΜΑΙ ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑΔΑ.ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ ΚΑΠΟΙΑΣ ΕΚΠΤΩΣΕΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΩ ΤΑ 3 ΒΙΒΛΙΑ ΣΑΣ. ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ.ΔΙΟΝ.ΖΟΛΩΤΑΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s