ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ: Ο «Θρήνος» ενός τόπου όπου τα πεύκα βογκάνε και τα μάρμαρα κλαίνε…

Standard

Στη μεγάλη πια πόλη των ιδεών μας πολλά τεκταίνονται, αλλά λίγα είναι εκείνα που αξίζουν την προσοχή μας. Κι αν πρέπει κανείς να περιμένει κάτι καινούργιο, θα ήταν άσκοπο να ψάχνει σε αραχνιασμένα ληξιαρχεία γιατί η νέα ζωή σφύζει γύρω. Και στο χώρο της πεζογραφίας, λοιπόν, για να πάμε κατευθείαν στο θέμα μας, τα πράγματα δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι ρόδινα. Εν πάση περιπτώσει, αγγίζουμε πλησίστιοι το «Θρήνο» του 37χρονου Γιάννη Σπανδωνή, που απέσπασε το Α΄ Βραβείο κατά τον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας και Ποίησης του «Φ.Σ. Παρνασσός». Και σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης της Κριτικής Επιτροπής: «Η αφηγηματική σύνθεση έχει πολύ μεγάλες φιλοδοξίες. Αποτελεί μια εξιστόρηση, δοσμένη από τη σκοπιά ενός Νέγρου Οθωμανού δούλου στην Αθήνα του 1790-1810, που υπήρξε στο μεταξύ και υπηρέτης του Βύρωνος, σχετικά με την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα από τον Ελγίνο… Ένα άριστο κείμενο… Το διήγημα βρίσκεται πολύ κοντά σε μια αξιοζήλευτη εντέλεια…».

Ο «Θρήνος», ένα βιβλίο 94 σελίδων, καλαίσθητο όσο και οι εκδόσεις «Καλέντη» που το κυκλοφόρησαν, δίχως αμφιβολία οπλίζει τη νέα μας πεζογραφία. Και η «κλασική» συνέντευξη με το συγγραφέα το μόνο που επιδίωξε ήταν να δώσει κάποια στοιχεία γνωριμίας με τον ίδιο αλλά και το έργο του. Προσωπικά, μας άρεσε το βιβλίο και το εκφράζουμε. Κι ο συγγραφέας:

«Μου λες πως σ’ άρεσε ο Θρήνος. Τι να σου πω; Πως χαίρομαι γι’ αυτό; Ε, ναι, χαίρομαι. Χαίρομαι με το ματαιόδοξο ναρκισσισμό του κάθε δημιουργού, αλλά χαίρομαι και γιατί τούτο σημαίνει πως δεν έχω πάρει λάθος δρόμο. Τι εννοώ μ’ αυτό: Απλώς, το είδος γραφής που διάλεξα, το ιστορικό μυθιστόρημα δηλαδή, είναι κάτι που μπορεί ν’ αρέσει στον Έλληνα αναγνώστη, όπως αρέσει και σ’ εκατομμύρια αναγνώστες σ’ όλο τον κόσμο.

»Μιλάω για το σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα, με τις προεκτάσεις και τις αναφορές στη σύγχρονη ζωή, όπως είναι τα έργα, ας πούμε, του Τζέιμς Μίτσενερ. Αυτός ο κύριος, είναι ο πιο διαβασμένος συγγραφέας σ’ όλη την υφήλιο αυτή τη στιγμή. Κάπου 80 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων του έχουν πουληθεί σ’ όλο τον κόσμο κι έχουν μεταφραστεί σ’ ένα σωρό γλώσσες, εκτός βέβαια απ’ τα ελληνικά. Η μοναδική δική μας επαφή με τα έργα του ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Σαγιονάρα και η τηλεοπτική απόδοση του «Σεντένιαλ». Και τα δυο αυτά έργα μιλάνε για την ιστορία, όπως άλλωστε κι όλα τα του γραφτά.. Για μια παλιότερη ή νεότερη ιστορία, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως δίνουν μια πλοκή συναρπαστική, που τα κάνει να ρουφιώνται – και ταυτόχρονα προσφέρουν ένα σωρό πληροφορίες που κρισαρισμένες από την κρίση και το αισθητήριο του αναγνώστη μπορούν να τον κάνουν να δει κάπως πιο διαφορετικά τη ζωή, να πάρει πιο έγκυρες αποφάσεις. Γιατί, λαός που δεν ξέρει την ιστορία του, δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του. Αυτό το πιστεύω ακράδαντα. Κι έτσι κι εγώ, βάλθηκα να σκαρώσω τέτοιου είδους αναγνώσματα…».

Η πρώτη απόπειρα του Γιάννη Σπανδωνή ήταν το βιβλίο Κάποτε στο Αιγαίο (Βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη), όπου με κεντρικό ήρωα ένα κυκλαδίτικο αγαλματάκι, σκαλισμένο πριν από τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, που περνά από χέρι σε χέρι, μέσα στους αιώνες για να καταλήξει στις μέρες μας, δίνει ένα δημοσιογραφικό πανόραμα της ιστορίας του Αιγαίου. Με τις χαρές και τα πάθη, τους έρωτες και τα μίση, τους πολέμους και τα γλέντια των απλών ανθρώπων. Αλλά και τα μεγαλόσχημα όνειρα των επώνυμων συντελεστών της ιστορίας που στον τόπο μας, απ’ τη βαθιά αρχαιότητα μέχρι σήμερα, έχουν πάντα το ίδιο μοτίβο: λευτεριά, κοινωνική αναμόρφωση, δύναμη…

«Για να γράψω αυτό το βιβλίο, ερευνούσα τις πηγές (Πλούταρχο, Σάθα, Αμπελά, Κανελλόπουλο, Κορδάτο κ.λπ.) ενάμισι χρόνο. Ψάχνοντας, λοιπόν, για να βρω για το Αιγαίο, έπεσα πάνω σε μια αληθινή σπηλιά του Αλή Μπαμπά. Σ’ ένα πολύτιμο, ατίμητο θησαυρό. Στην καθημερινή, δηλαδή, ιστορία των απλών ταπεινών ανθρώπων που διηγούνται οι θρύλοι και οι παραδόσεις και οι υποσημειώσει της «επίσημης» ιστορίας. Ένα από τα λαμπρότερα πετράδια αυτού του θησαυρού, ήταν κι ο παλιός αθηναϊκός θρύλος για την κλοπή της Καρυάτιδας και των μαρμάρων του Παρθενώνα από τον Λόρδο Έλγιν. Κι αυτός ο θρύλος, μεταγραμμένος από τον υποφαινόμενο, είναι ο Θρήνος. Ο θρήνος ενός τόπου όπου “τα πεύκα βογκάνε και τα μάρμαρα κλαίνε”, όπως λέει με δέος ο αφηγητής της ιστορίας, ο μαύρος σκλάβος απ’ τη Ζιμπάμπουε, ο Μαξούτ…».

  • Γιατί διάλεξες έναν μαύρο για να βάλεις στο στόμα του μια ελληνική ιστορία;

Μα, για δυο λόγους: Πρώτα απ’ όλα, δεν είναι ούτε Φράγκος που θέλει να λεηλατήσει, ούτε ντόπιος που πονάει την κληρονομιά του ή θέλει να την ξεπουλήσει. Άρα είναι ένα πρόσωπο τρίτο και, κατά συνέπεια, αμερόληπτο. Και δεύτερο, γιατί τούτος ο μαύρος έχει κάτι το πολύ κοινό με τους Έλληνες: Έρχεται από μια χώρα με παμπάλαιο πολιτισμό που τη λεηλάτησαν και την κατάστρεψαν οι ξένοι, σκλαβώνοντας το λαό της. Μην απορείς. Στη Μαύρη Αφρική γεννήθηκαν στο διάβα των αιώνων πολιτισμοί περίλαμπροι, που τώρα μόλις τους ανακαλύπτουμε. Κι αν μπορέσουμε να παραμερίσουμε για λίγο την αλαζονεία της λευκής μας φυλής, θα βάλουμε κάποτε τα πέτρινα παλάτια της Ζιμπάμπουε δίπλα στη ρομαντική αρχιτεκτονική και τα γλυπτά της δυτικής Αφρικής δίπλα στα κυκλαδίτικα εδώλια.

  • Εκείνο που, επιπλέον, εντυπωσιάζει στο «Θρήνο» είναι και η λιτότητα της γραφής σου και η καθαρότητα των ελληνικών σου…

Δεν είναι κάτι που έγινε συγγνωστά, μελετημένα – ούτε το κείμενο του Θρήνου είναι κάτι που χτενίστηκε ξανά και ξανά μέχρι να φτάσει στο σημείο που το διάβασες. Ο Θρήνος γράφτηκε μέσα σε τρεις νύχτες. Από τη στιγμή που έπεσε πάνω στην καταγραφή του θρύλου της Καρυάς που κάνει ο Καμπούρογλου στα Αθηναϊκά Διηγήματα, ο σπόρος του μπήκε μέσα μου. Κυοφορήθηκε – και ήρθε η στιγμή του τοκετού. Και βγήκε αυτό που διάβασες. Έτσι, αβίαστα, ο Θρήνος, δεν είναι δημιούργημα δικό μου. Είναι γέννημα τούτου του τόπου, τούτου του ήλιου, τούτης της θάλασσας. Ξέρεις, δεν είναι οι Έλληνες που φτιάχνουν την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι που φτιάχνει τους Έλληνες. Είναι ένα χωνευτήρι τούτη η γωνιά της γης, που αναλώνει καθετί που θα πέσει μέσα του: Άτομα μεμονωμένα και φυλές ολόκληρες. Και τ’ αποτελέσματα, το κράμα, το αμάλγαμα, είναι πάντα Ελλάδα. Κι Έλληνες. Από το «Ζήτω ο Θεμιστοκλής» μέχρι το «Θάνατος στον Θεμιστοκλή», ώς το «Ανθ’ ημών ο Γουλιμής», για να μην έρθω στα πιο πρόσφατα…

Η συζήτηση με τον Γιάννη Σπανδωνή θα εστιαστεί στο «μοναδικό ελληνικό πρόβλημα» που είναι το «πρόβλημα της Παιδείας». Προσπαθώ – θα πει – να δώσω κι εγώ με τα γραπτά μου στο λαό μας ό,τι δεν του είχε δώσει το επίσημο κράτος αλλά κι αυτό που είχα την τύχη να ανακαλύψω ο ίδιος: την ιστορία του, το πορτρέτο του ανά τους αιώνες και χθες και σήμερα. Να φέρω στην επιφάνεια όλες αυτές τις καταβολάδες χιλιετιών που τις κουβαλάμε ασυνείδητα μέσα στα χρωμοσώματά μας. Και να τις κάνω συνείδηση. Συνείδηση Ελλάδας, αλλά και συνείδηση παγκοσμιότητας. Διαβάζουμε, δα, ξένους συγγραφείς. Έλληνες, όμως, διαβάζουμε; Όλοι μας έχουμε διαβάσει τους Τρεις Σωματοφύλακες και ξέρουμε τα πάντα για το περιδέραιο της Άννας της Αυστριακής, για τον Πόλεμο της Σφενδόνης, για τον Ρισελιέ. Πόσοι από μας όμως ξέρουν για την Άννα Νοταρά, τη μνηστή του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, που κατέφυγε στη Δύση και ίδρυσε στην Ιταλία το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο; Ή για τους γεμάτους περιπέτειες αγώνες των Ελλήνων της διασποράς εκείνης της περιόδου, για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πατρίδας. Σου ορκίζομαι πως τούτα τα «παραμύθια» είναι εξίσου συναρπαστικά με τους Τρεις Σωματοφύλακες. Κι ακόμα: Για τους θρησκευτικούς πολέμους της Δύσης, το Λούθηρο και τον Καλβίνο, ξέρουμε τα πάντα. Και το θεωρητικό και το κοινωνικό τους νόημα. Για τους πολέμους της Εικονομαχίας στο δικό μας χώρο, τι ξέρουμε; Ακόμα και σήμερα, τα σχολικά βιβλία της ιστορίας αναφέρονται σ’ αυτούς με μια-δυο σελίδες. Συμπέρασμα: Παίρνουμε τα ερεθίσματα της Δύσης – ή της Ανατολής, αν θες να μιλήσουμε και για μουσική, που λέει κι ο Μίμης Πλέσσας – και, κακοχωνεμένα, προσπαθούμε να το κάνουμε τρόπο ζωής. Κι έπειτα φωνάζουμε για χαμένες ταυτότητες, για γλώσσα που αργοπεθαίνει κι άλλα τέτοια. Ε, λοιπόν, περαστικά μας!

  • Εσένα, προσωπικά, ποιοι συγγραφείς σε επηρέασαν;

Διαβάσματα τριάντα τόσων χρόνων άφησαν όλα τους πάνω μου κι από μια σφραγίδα. Μπορώ, λοιπόν, να πω πως μ’ επηρέασαν όλοι οι συγγραφείς που έχω διαβάσει. Όλοι τους άφησαν το κατιτί τους. Μα πιο πολύ ξεχωρίζω τον Καζαντζάκη, τον Καββαδία και το πνεύμα του Σεν Ζιστ. Και πάνω απ’ όλα τον Καβάφη. Τον ποιητή αυτόν της παρακμής, που έσκυψε με αγάπη πάνω στην ιστορία της φυλής, την έκανε κρεβάτι και πλάγιασε πάνω της. Γιατί; Μα, για δες το λίγο: Δυο χιλιάδες χρόνια και πάνω παρακμάζει τούτη η ράτσα μας. Και δεν λέει να σβήσει. Δεν είναι τούτο αντίθετο με κάθε νομοτέλεια που λέει πως ό,τι παρακμάζει μοιραία κάποτε πεθαίνει; Εμείς, ωστόσο, τη ζούμε καθημερινά τούτη μας την παρακμή, εδώ και είκοσι τρεις αιώνες. Και επιζούμε σαν ένας λαός που γλεντάει μελαγχολικά – πάρε όλα μας τα δημοτικά τραγούδια και τους χορούς που στάζουν μελαγχολία… Και πολεμάει με κέφι, φωνάζοντας «Αέρα» και γκρεμίζοντας ό,τι βρει μπροστά του, καλό ή κακό αδιάκριτα. Γέννημα αυτού του οξύμωρου φαινομένου είναι ο Θρήνος μου, όπως ήταν και το Κάποτε στο Αιγαίο, όπως θα είναι και όλα εκείνα που ελπίζω πως θα τ’ ακολουθήσουν. Γέννημα μιας Ελλάδας που τα κατάφερε, επιτέλους, να με κάνει Έλληνα, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες «φορέων» και «παραγόντων». Ειδικά για το Θρήνο, πάντως, μπορώ να σου πω και τούτο: Θα ήταν υπερφίαλο εκ μέρους μου να πω πως το βιβλίο μου θα συμβάλει στην επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Ωστόσο, όποιος το διαβάσει, μπορεί να πει: «Κρατήστε τα, κύριοι, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Μα, κρατήστε τα με όνειδος και ντροπή. Γιατί τώρα ξέρω πώς και γιατί τα πήρατε»!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Γεννημένος στην Αθήνα το 1947, δημοσιογράφος κι απόγονος δημοσιογράφων, ο Γιάννης Σπανδωνής εργάστηκε σ’ επιτελικές θέσεις μεγάλων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και στην τηλεόραση. Το 1985 οργάνωσε με τη συνεργασία κι άλλων δημοσιογράφων το πρώτο ηλεκτρονικό αρχείο δημοσιογραφικών πληροφοριών, για λογαριασμό του Ιδρύματος Προαγωγής της Δημοσιογραφίας Μπότση. Με το πρώτο του βιβλίο Κάποτε στο Αιγαίο αποσπά το βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη για τον καλύτερο νεοεμφανιζόμενο συγγραφέα του 1983. Ακολούθησαν (1984, Α Βραβείο Παρνασσού), Οι Γραικοί (1985, Α Βραβείο Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών – Ροταριανού Ομίλου), το Προς άγνωστη κατεύθυνση (1986, προηγούμενος τίτλος του Έτσι τα ‘φερε η μοίρα) και η μυθιστορηματική βιογραφία Ρήγας Βελεστινλής. Ο επαναστάτης με τα τραγούδια (Ωκεανίδα, 1995). Οι λογοτεχνικές μεταφράσεις του Γιάννη Σπανδωνή, εξάλλου, έχουν αποσπάσει ευμενή σχόλια κι επαίνους τόσο από τους κριτικούς όσο κι από πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας και του εξωτερικού. Πιστεύοντας ότι «λαός που δεν γνωρίζει το παρελθόν του δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του», ο Σπανδωνής ασχολείται κυρίως με το διαχρονικό ιστορικό μυθιστόρημα.

[Εξόρμηση, 22 Ιουνίου 1984]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s