ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ: «Ο τόπος αυτός θα σαπίσει απ’ το ψέμα…»

Standard

Ο Στρατής Δούκας, μια βιβλική μορφή της ελληνικής λογοτεχνίας, μήνα Μάη γεννήθηκε και φέτος συμπληρώθηκαν 113 χρόνια από τη γέννησή του. Όχι ότι ψάχνω για επετείους εδώ, αλλά μιας και το έφερε η κουβέντα… Κάποτε είχα διαβάσει την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» [διάβασε ένα απόσπασμα ΕΔΩ] και με είχε μαγέψει και με είχε συγκλονίσει. Όταν, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία, αναζήτησα το συγγραφέα της… Μιλάω δε για τον Απρίλη του 1981!

Έβαλα πόδι στ’ αχνάρια του για να τον βρω και ν’ αγγίξω τα χέρια του που γράψανε με λιτότητα ομηρική την ανεπανάληπτη «Ιστορία ενός αιχμαλώτου». Τον αναζήτησα σ’ εκείνο το παλιό και σκοτεινό υπόγειο της οδού Ορμηνίου, αλλά το βρήκα αμπαρωμένο και το σημείωμα στην πόρτα να μας λέει πως έφυγε ο Στρατής Δούκας και η γυναίκα του και τώρα πια μένουν σε οίκο ευγηρίας. Κι εκεί πήγα…

Τον σκεφτόμουν μακρινό, κλεισμένο βλοσυρά στη μοναξιά του. Και δεν ήταν έτσι. Ζαρωμένος τώρα στην καρέκλα του, τον κοιτάζω. Ένα κρεβάτι μοναχό και τέσσερις καρέκλες. Και στην αντικριστή γωνιά, η άρρωστη γερόντισσα κι αχώριστη σύντροφός του να κοιμάται.

Ο Στρατής Δούκας, άγια μορφή της λογοτεχνίας μας, έγινε θεσμός, μέτρο για τους κατοπινούς ομοτέχνους του. Έτσι τουλάχιστον το νιώθω. Δεν συγκρίνω περιπτώσεις ούτε αντιπαραβάλλω κάποια μεγέθη. Πεζογράφος από τους πλέον ολιγογράφους, έφερε κι εναπόθεσε στη γραμματολογία μας την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», το πρωτοπόρο αυτό έργο της αντιπολεμικής λογοτεχνίας, για το οποίο ο Φώτος Πολίτης θα γράψει:

Είναι ένα μικρό αριστούργημα. Η απλότητα του όλου κομματιού είναι μοναδική. Τύποι περνούν και χάνονται, αρπαγμένοι από μια μονοκονδυλιά. Στάζει η ζωή, στάζει η αλήθεια – στάλα, στάλα – από κάθε περιγραφή.

  • Ιδού τι λέει ο Στρατής Δούκας:

Η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929. Από τότε της έγιναν αλλεπάλληλες εκδόσεις, δείχνοντας μ’ αυτό τον τρόπο, έστω, την αντοχή της στο χρόνο. Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου όταν βγήκε, το 1929, έκανε εξαιρετική εντύπωση όχι μονάχα για το θέμα αλλά και για τη γραφή της. Μιλούσε για τη Μικρασιατική Καταστροφή, που ήταν ένα από τα πιο μεγάλα τραγικά γεγονότα της ιστορίας μας. Έφερνε ένα μύθο ολοκληρωμένο που δεν υπήρχε πριν. Διότι και του Μυριβήλη ήταν μερικά γράμματα στην αρραβωνιαστικιά του κι έπειτα γυναίκα του, χωρίς μύθο, χωρίς υπόθεση. Ήταν περιγραφές.

Αλλά είπα ότι και στη γραφή έφερνε κάτι καινούργιο. Αυτό το επισήμανε, απ’ τις τελευταίες κριτικές ο κ. Σταματίου, όπου το αντιπαραβάλλει με του Μυριβήλη και του Βενέζη (Ζωή εν τάφω – Νούμερο…). Αλλά και ο Παπαγεωργίου με μια μεγάλη μελέτη του τα κρίνει σαν περίπου ομοειδή ως προς το θέμα – αν και διαφέρουν.

  • Τι χαρακτηρίζει τη γραφή που λέτε;

Εγώ δεν γνώριζα καθόλου το έργο του Έζρα Πάουντ ούτε το κίνημα των εικονιστών στο οποίο αυτός είχε προσχωρήσει. Όμως έχοντας μέσα μου την απλή γραφή, δεν μπορούσα να ανεχθώ την επιθετομανία στην πεζογραφία, που ίσως προέκυψε από την ποίηση του Γρυπάρη. Έπειτα, δεν ανέχτηκα ούτε τα αφηρημένα ουσιαστικά, παρά μονάχα τα συγκεκριμένα κι έβγαλα όλα τα παράσιτα του λόγου – τους συνδέσμους κ.λπ. Έτσι κατόρθωσα να κάνω ένα πυκνό ύφος, το οποίο όλοι το επισήμαναν. Αυτά προσέφερα – τόσο πρώιμα – με την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου».

  • Η κριτική πώς αντιμετώπισε αυτό το έργο σας;

Επί πενήντα χρόνια η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» ακούει επαίνους μέχρις υπερβολής, αλλά κριτική δεν της έχει γίνει.

  • Γιατί δεν έγινε;

Ήταν δύσκολο. Λιγάκι το έθιξε ο Φώτος Πολίτης, ο οποίος είχε όσφρηση και λέει ότι δεν είναι ζήτημα πώς βρέθηκε ο Στρατής Δούκας ν’ αφηγηθεί κάποια ιστορία. Το ζήτημα είναι ότι ο Στρατής Δούκας ήταν έτοιμος ν’ ακούσει. Πραγματικά υπήρξε μια μεγάλη ετοιμασία χωρίς την οποία ήταν αδύνατο εγώ να κάνω την ιστορία ενός αιχμαλώτου.

  • Τι ακριβώς ήταν αυτή η προετοιμασία;

Πρώτα, η μακρά παραμονή μου στο στρατό, όπου μου έκανε να γνωρίσω το στρατιώτη και μάλιστα επειδή είχα και τις ομιλίες να κάνω εκ μέρους του τάγματος – τον τρόπο να μιλάω και να με αντιλαμβάνεται ο στρατιώτης. Δεύτερο, η γνώση που είχα γύρω από τη λαογραφία. Όχι μονάχα από τα πρώτα χρόνια μου που φοίτησα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, στη Νομική, αλλά κι έπειτα συνέχισα τις λαογραφικές μου μελέτες με τον Πρωτοπάτση, όταν κάναμε μια περιοδεία σε όλο το νησί της Λέσβου. Τρίτο και το κυριότερο, ήταν η ψυχική μου κατάσταση. Είχα χάσει πολύ καιρό γύρω από τους φίλους μου – να τους προωθώ στο έργο τους, εγκαταλείποντας σχεδόν τον εαυτό μου.

  • Κι επαναλαμβάνει:

Ενώ έγιναν τόσοι έπαινοι, δεν έγινε κριτική…

  • Πού αποδίδετε, τελικά, το γεγονός ότι η κριτική δεν ασχολήθηκε με το έργο σας;

Η κριτική δεν έκανε κριτική παρά επαίνους διότι ήταν δύσκολο να καταλάβει το αλχημείο από το οποίο βγήκε η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου». Πολλοί δούλεψαν. Δεν είναι μονάχα έργο δικό μου. Είναι έργο του λαού. Χέρι με χέρι δούλεψα με το λαό. Αλλά αυτός ο τρόπος, ο εργαστηριακός διακρίνει ολόκληρη την αρχαία τέχνη. Πάρε τους τραγικούς Ο μύθος είναι κοινός. Δεν ενδιαφέρει ο μύθος αλλά ο χειρισμός του μύθου που κάνει να διαφέρει ο Αισχύλος από τον Σοφοκλή ή τον Ευριπίδη. Το ίδιο συμβαίνει και στη βυζαντινή αγιογραφία, όπου είναι σχεδόν δοσμένες οι θέσεις που θα πάρει η κάθε σύνθεση και μάλιστα οι πρώτες συνθέσεις είναι χριστολογικές και λίγες. Έπειτα, πλήθυναν με την παρεμβολή των λεγομένων απόκρυφων Ευαγγελίων. Γνώρισμα βασικό της αρχαίας τέχνης και της βυζαντινής είναι η αντίθεση – ο νόμος των αντιθέσεων. Μονάχα από τις αντιθέσεις γίνεται σύνθεση, με την αρμονία των αντιθέσεων. Κι αυτό διακρίνει όχι μονάχα την τέχνη αλλά και τη φιλοσοφία. Αυτού στηρίζεται και η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου». Το αναφέρω και στην 7η έκδοση που λέω και το ιστορικό της. Είναι και κάποιο ζήτημα από τον Μάριο Βίττι, ο οποίος καίτοι έκανε θετική κριτική, σ’ ένα σημείο λέγει ότι δεν μπορεί να ξέρομε τι ανήκει στο συγγραφέα και τι στον αφηγητή. Αν θέλουν να μη μιλάνε εκ του προχείρου, να πάνε να δουν τις πρώτες εκδόσεις μου όπου λέγω τι οφείλω στον αφηγητή και τι έχω κάνει εγώ ο ίδιος.

  • Είχε επίδραση η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» στη λογοτεχνία μας;

Ο Ραυτόπουλος λέγει ότι είναι ένα διαμάντι σ’ ένα στέμμα που δεν είχε τ’ όμοιό του. Διότι δεν είχε συνέχεια και επίδραση. Κάνει λάθος. Η επίδραση ήταν συνεχής απάνω στην πεζογραφία μας. Αυτή η «Ιστορία…» έφερε την απλότητα στο γράψιμο και τη λιτότητα στο ύφος. Και όχι διάφοροι που τη φέρνουν δήθεν μετά σαράντα χρόνια – για να μην αναφερθώ σε πρόσωπα και πράγματα.

  • Πώς βλέπετε την κριτική, παλιά και συγκαιρινή;

Κριτική υπήρξε μονάχα η επτανησιακή με τους Πολυλάδες, τους Καλοσγούρους κ.ά. Μετά ίσως πρέπει να σταθούμε λίγο στον Παλαμά, του οποίου η σημειωματογραφία δείχνει τον ευαίσθητο διανοητή. Και στον Φώτο Πολίτη. Από τους νεότερους, θα αναφέρω τον Αργυρίου. Θα ήταν υπολογίσιμος εάν δεν τον εύρισκα ότι ενδίδει κάποτε στο κατεστημένο. Υπάρχουν δυστυχώς κυκλώματα, οι κολακείες κι αλισβερίσια… Ο Κουν είχε πει, θαρρώ, ότι δεν υπάρχει κριτική κι έτσι πολλοί παίρνουν τις καρακάξες για… αηδόνια! Αφού υπάρχουν άνθρωποι ακόμα ν’ αμφιβάλλουν για την αξία του Σολωμού ή του Παπαδιαμάντη. Ο Δημαράς λέει το εξής καταπληκτικό, που το επαναλαμβάνει μέχρι την 6η έκδοση : «Δεν είναι παράξενο σ’ αυτό τον τόπο που πήρε για μεγάλο ποιητή τον Σουρή, να έχει πάρει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη»! Ποιος είσαι εσύ, τι ξέρεις γι’ αυτούς τους ανθρώπους του πνεύματος, εσύ ο ποντικός των βιβλιοθηκών; Μόνο όσοι δεν έχουν όσφρηση των κειμένων μπορούν να λένε τέτοιες ηλιθιότητες. Όμως αυτός ο τόπος θα τους κρίνει. Και ο χρόνος. Ήδη οι νέοι βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα.

  • Για τους νέους τι θα λέγατε;

Εγώ είμαι φιλονεϊστής. Από το ’30 είχα κιόλας γράψει: «Χάρου μαζί με τους νέους, τους νέους παλμούς που σου χαρίζει η ζωή». Όμως αυτή η αισθηματολογία δεν πρέπει να μας εμποδίζει από το να αντιμετωπίζουμε και την πραγματικότητα. Δεν μπορώ να παραβλέψω την καταστροφή που προξενεί το περιβάλλον σ’ ένα μέρος της νεολαίας και σ’ ένα άλλο μέρος που είναι αλλοτριωμένο – του πετούν ένα κόκαλο και γλείφει το κατεστημένο. Υπάρχει όμως και η νεολαία που προέρχεται από τη γενιά του Πολυτεχνείου, είναι αγνή και σ’ αυτήν ελπίζω.

  • Κι ο Στρατής Δούκας σ’ ένα κρεσέντο αγανάκτησης για εκείνους που ενδώσανε θα πει:

«Εγώ σε ηλικία προχωρημένη και σε συνθήκες δύσκολες αποποιήθηκα τη χορηγία του Ιδρύματος Φορντ. Κι όμως βρέθηκαν νέοι άνθρωποι να την πάρουν, νομίζοντας ότι μπορούν να παίρνουν δολάρια και συγχρόνως να κάνουν αντιαμερικανική προπαγάνδα».

  • Ύστερα θα μιλήσει για την πολιτική και κοινωνική ζωή μας:

«Όταν ομολογεί κάποιος υπουργός ότι η δωροδοκία στις δημόσιες υπηρεσίες έχει καταντήσει έθος πια, φαντάσου πού έχουμε φτάσει! Ή η γραφειοκρατία που ενώ στα λόγια την καταδικάζουν όλοι, αυτή πληθαίνει. Το είπα ξανά: Ο τόπος αυτός θα σαπίσει από το ψέμα. Ψέματα, ψέματα. Όλα είναι πλαστογραφημένα».

  • Ένας ζωντανός άνθρωπος ο Στρατής Δούκας, έτοιμος να περπατήσει χέρι-χέρι με τους νέους του 1981, να παλέψει μαζί τους για την κατάκτηση μιας νέας ζωής. Ένας νέος 87 χρονών που δεν θέλει και δεν μπορεί να αποδεχτεί τις «φρικτές πραγματικότητες».

«Όμως μη μου λες για ήττα, μια λέξη για τα άλογα στον Ιππόδρομο! Δεν αισθάνομαι νίκες και ήττες πια βαθιά μέσα μου. Θέλω, ελπίζω να ζήσω το όμορφο από τους πόθους μου και μαζί ησυχάζω, νιώθοντας το καζάνι από τη φωτιά να φθείρεται. Έχω μια νέα χαρούμενη αίσθηση από τη φθορά, την ελπίδα που τελειώνει. Και μαζί μ’ αυτά, όνειρα, χίλια όνειρα: ν’ αλλάξουν όλα, να γίνουν όλα απ’ την αρχή, με βία, να προφθάσει κανείς. Ανυπομονησία και υπομονή…».

[Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ, 18-19/4/1981]

Ο Στρατής Δούκας γεννήθηκε στις 6 Μαΐου 1895 στα Μοσχονήσια. Στα 1908 αποφοίτησε από το σχολαρχείο και γράφτηκε στο γυμνάσιο των Κυδωνιών, όπου φοίτησε έως το 1912. Ύστερα γράφτηκε στη Νομική του Πανεπιστημίου της Αθήνας και σε δυο χρόνια διέκοψε τις σπουδές του για να καταταγείς την Εθνική Άμυνα και να υπηρετήσει σα στρατιώτης και αξιωματικός.

Ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, την πεζογραφία και καταγίνηκε με τη μελέτη των εικαστικών τεχνών, ιδιαίτερα με τον Γιαννούλη Χαλεπά και το έργο του. Οι εργασίες του για τον μεγάλο έλληνα γλύπτη είναι βασικές πηγές και βοηθήματα πολύτιμα. Πρέπει να αναφέρουμε ότι τεχνοκριτικά του σημειώματα είναι διάσπαρτα σε δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες. Μεταξύ των ετών 1935-37 εξέδιδε το «Τρίτο Μάτι», περιοδικό «πνευματικής καλλιέργειας και τέχνης», με θέματα γύρω από την ποίηση, την μουσική, τις εικαστικές τέχνες, το θέατρο, τη φιλοσοφία. Στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού ήταν ακόμη οι Σπ. Παπαλουκάς, Δημ. Πικιώνης, Σωκρ. Καραντινός, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας κ.ά.

Μερικά από τα έργα του Στρατή Δούκα: Ιστορία ενός αιχμαλώτου (1929 η πρώτη έκδοση), Εις εαυτόν (1930), Γιαννούλης Χαλεπάς (νέα βιογραφικά, 1952), Γιαννούλης Χαλεπάς (Κατάλογος των έργων του, 1962), Ο βίος ενός άλλου (Γιαννούλης Χαλεπάς, 1967), Υποθέσεις και λύσεις (πάνω σε προβλήματα της ζωής και του έργου του Γ. Χαλεπά, 1970), Μαρτυρίες και κρίσεις (το Τρίτο Μάτι και η εξαίσια Θεσσαλονίκη – Σαράντα γράμματα στο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, 1972), Ενθυμήματα από δέκα φίλους μου (1976), Ενώτια (1978). Κι ένα αφιέρωμα, με επιμέλεια του Τάσου Κόρφη, στο περιοδικό «Τομές» του Δημήτρη Δούκαρη.

Πέθανε στις 26 Νοεμβρίου 1983.

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΤΑ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ: Η «Ιστορία» του Στρατή Δούκα. Η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», το αφήγημα που καθιέρωσε αμέσως τον συγγραφέα του ως λογοτέχνη, γράφει ο Δ. Τζιόβας, είναι μία από τις συντομότερες και πιο δραστικές διηγήσεις της περιπέτειας όσων δεν μπόρεσαν να διαφύγουν έγκαιρα από τη μικρασιατική ακτή το 1922. Το Βήμα, 14/8/1999.

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΟΥΠΡΟΥ: Ο Στρατής Δούκας αφηγείται. [Κριτική παρουσίαση του βιβλίου:] Κώστας Ακρίβος: «Στρατής Δούκας. Ιστορία ενός οδοιπόρου». Εκδόσεις «Ηλέκτρα», 2006. Η Καθημερινή, 24/10/2006.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ: Κώστας Ακρίβος: Στρ. Δούκας Ιστορία ενός Οδοιπόρου. Η μυθιστορηματική βιογραφία του Στρατή Δούκα, που τοποθετείται στη θέση του αφηγητή και αυτοβιογραφείται με απλότητα, μέτρο και πιστότητα. Λέξημα, 11/7/2006.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ. Βιογραφικό. Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΚΡΙΒΟΥ

Ακρίβος, Κώστας : Ιστορία ενός οδοιπόρου. Έκδοση: Ηλέκτρα, 2006. ISBN: 960-6627-35-7, Σελίδες: 94.

Περιγραφή: Ο Κώστας Ακρίβος τοποθετεί τον Στρατή Δούκα στη θέση του αφηγητή και τον αφήνει να αυτοβιογραφηθεί, όπως εκείνος, ίσως, θα ήθελε: με τη χάρη της απλότητας και του μέτρου. Με τα στοιχεία δηλαδή που χαρακτηρίζουν και τον ήρωα στο κυριότερο έργο του Δούκα, την «Ιστορία ενός Αιχμαλώτου». Ως προς το περιεχόμενο, ο Ακρίβος μένει πιστός σε όλα τα δεδομένα βιογραφικά στοιχεία. Ακολουθεί τον Δούκα παντού: από τα Μοσχονήσια της Μικρασίας, στο Αϊβαλί, τη Μυτιλήνη και τ’ Άγιο Όρος κι από εκεί στο διαμερισματάκι της Νεάπολης Αθηνών, στα μέτωπα των δύο Πολέμων, στις περιδιαβάσεις του στη Μακεδονία… Αναπόφευκτα λοιπόν -αλλά όχι άσκοπα- από τη διήγηση του Κώστα Ακρίβου παρελαύνουν και όλες οι προσωπικότητες με τις οποίες σχετίσθηκε ή ‘συνομίλησε’ ο Δούκας: ο Χαλεπάς, ο Κόντογλου, ο Πεντζίκης κι ο Μυριβήλης ο Βενέζης, ο Σεφέρης κι ο Χριστιανόπουλος, καθώς και τα σημαντικότερα έργα του συγγραφέα, τα οποία εντίθενται στη διήγηση με ένα κομψό αυτοαναφορικό ιστορικό της συγγραφής τους. Τεχνικά, ο Ακρίβος υποβάλλει με ιδιαίτερη δεξιότητα τη δική του γλωσσική τέχνη στο ύφος και την εποχή του Δούκα. Καθαρίζει το λαϊκό λόγο από κάθε ακρότητα ή εντυπωσιασμό και τηρεί όμορφα τη μικρασιατική και αιολική ιδιοτροπία. Επιλέγει, επίσης, να αφοπλίσει τη διήγηση από ηχηρές αξιολογικές κρίσεις τόσο σε ιστορικό όσο και αφηγηματικό επίπεδο, περιοριζόμενος στα απολύτως απαραίτητα -εννοιολογικά φορτισμένα- επίθετα.